*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΩΜΑΤΗΝΟΥ
~.~
Ηρακλής Λογοθέτης
Κλασσικά αποσιωπημένα
Νίκας, 2025
Έπεσα πρόσφατα πάνω σε μια κλιματολογική μελέτη, όπου, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι η κορυφή τού όρους Μπρόκεν στη Γερμανία –ύψους 1.141 μέτρων– παρουσιάζει μικροκλίμα αντίστοιχο μ’ εκείνο βουνών σχεδόν χίλια μέτρα ψηλότερων και, γι’ αυτό, καλύπτεται από ομίχλη τριακόσιες μέρες τον χρόνο· υπήρχε, μάλιστα, και η εξής χαριτωμένη σημείωση: «Αυτό το “μαγικό” βουνό εξακολουθεί να κρύβει καλά τις μάγισσές του». Θυμίζω ότι στα επικίνδυνα μονοπάτια του Μπρόκεν, ο Μεφιστοφελής οδηγεί τον Φάουστ του Γκαίτε στη σύναξη των μαγισσών, εν μέσω της βαλπούργιας νύχτας. Μια τέτοια νύχτα, ο Λοντοβίκο Σετεμπρίνι, ένας από τους χαρακτήρες τού μυθιστορήματος Το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, απαγγέλλει ή μοιράζει σημειώματα με αποσπάσματα από τον Φάουστ, κατά τη διάρκεια ενός έξαλλου καρναβαλικού γλεντιού. Παραθέτω ένα απ’ αυτά τα αποσπάσματα, σε μετάφραση του Αριστομένη Προβελέγγιου:
Αλλά σκεφθήτε, σας παρακαλώ,
πως είνε από τα μάγια το βουνό τρελλό.
Κι αν λαμπυρίδα οδηγόν επιθυμείτε,
αλλ’ απ’ αυτήν πολλά δεν πρέπει ν’ απαιτείτε.
Ξεκινώ μ’ αυτόν τον «γερμανικό» τρόπο το κείμενό μου για το δοκίμιο Κλασσικά αποσιωπημένα του Ηρακλή Λογοθέτη, διότι έχω την αίσθηση ότι η ίδια πλανεύτρα λαμπυρίδα (Irrlicht) του Γκαίτε παραμονεύει φέγγοντας και μέσα στο δικό του βιβλίο.
Το «φάντασμα του Μπρόκεν» (Brocken Spectre) είναι ένα εντυπωσιακό οπτικό φαινόμενο που παρατηρήθηκε για πρώτη φορά σ’ εκείνον τον τόπο. Το βλέπει κανείς από την κορυφή ενός βουνού, όταν υπάρχει ομίχλη ή νέφωση μπροστά του κι έχει τον ήλιο χαμηλά πίσω του. Τότε η σκιά τού σώματός του προβάλλεται πάνω στην ομίχλη ή τη νέφωση τεράστια και παραμορφωμένη, περιβαλλόμενη από πολύχρωμους φωτεινούς δακτυλίους, δίνοντας την εντύπωση μιας γιγάντιας, φασματικής φιγούρας που κινείται μαζί του. Δεν είναι, φυσικά, αυτό το «φάντασμα» που μαγεύει το βουνό Μπρόκεν τρελαίνοντάς το, όπως διατείνεται η λαμπυρίδα στον Φάουστ, είναι, όμως, ένας εύσχημος και παραστατικός τρόπος να απεικονιστεί το προεισαγωγικό σημείωμα του Λογοθέτη για την υποκριτική αποσιώπηση της σεξουαλικότητας στη βικτωριανή λογοτεχνία:
Αποκόπτοντας τις ερωτικές σκηνές από την αγγλική λογοτεχνία τού 19ου αιώνα, τις κατέστησε βοώσες με τη διαγραφή τους και ενυπόστατες στην εξορία τους. Η αποστροφή απέναντι στη λεκτική αναπαράσταση τής σεξουαλικότητας αναδιπλασιάζει την έλλειψή της και το ανεικόνιστο, υπακούοντας στους νόμους τής αντίστροφης προοπτικής, μεγεθύνεται ανάλογα με την απόσταση τού σώματος που εκπροσωπεί. Λαμβάνοντας υπ᾿ όψιν μάλιστα ότι στις λατινογενείς γλώσσες η εκπροσώπηση συνεκφέρεται με την αναπαράσταση, η παρούσα δοκιμή προτιμά τον εξ αντανακλάσεως φωτισμό.
Η προγραμματική πρόθεση του συγγραφέα, διατυπωμένη στην εισαγωγή που ακολουθεί, με τίτλο «Κεκρυμμένα από καταστολής», είναι να εκθέσει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της συγκάλυψης των δήθεν σκανδαλωδών συνευρέσεων, ώστε να καταστήσει σκανδαλώδη τον ίδιο τον σχεδιασμό, και να καταδείξει ότι «η ανατομία του γυμνού πάθους καθίσταται ευκρινέστερη με την απογύμνωση της προφασιακής του σκιάσεως», έχοντας προηγουμένως φέρει ως παράδειγμα τις μαύρες τρύπες του διαστήματος, οι οποίες γίνονται αντιληπτές από το δαχτυλίδι φωτός που τις περιβάλλει, έξω από τον ορίζοντα των γεγονότων τους.
Ο Λογοθέτης μάς εξομολογείται ότι ήταν μεγάλος ο πειρασμός να συμπληρώσει ο ίδιος τις ελλείπουσες ερωτικές σκηνές της κλασσικής λογοτεχνίας, και δεν έχουμε λόγο να τον αμφισβητήσουμε, καθότι με τα κρυστάλλινα ελληνικά που χύνονται λάγνα απ’ το κεφαλάρι της πένας του θα μπορούσε εύκολα να το πράξει. Αν και μας διαβεβαιώνει πως «από την πλευρά [τ]ου δεν θα επιμείν[ει] σέρνοντας το δάχτυλο πάνω στις ελαστικές γραμμές και τις αθέατες πτυχώσεις του εκτιθέμενου λογοτεχνικού σώματος, ούτε θα ενδώσ[ει] στον πειρασμό της εικονογραφήσεως μίας γραμματικής που θα προσέδιδε εναργέστερο νόημα στις προστακτικές εγκλίσεις ορισμένων παθητικών ρημάτων», εντούτοις μάς περνά με τρόπο το αμαρτωλό μολύβι του, ώστε να γεμίσουμε εμείς, στη φαντασία μας, το εσωτερικό αυτής της μαύρης τρύπας, που καταπίνει τα πάντα. Είναι ακριβώς η στιγμή που, στο βάθος, αχνοφαίνεται η λαμπυρίδα τού πνεύματος του Λογοθέτη, έτοιμη να μας παρασύρει στην ερεβώδη άβυσσο των ενστίκτων.
Το διονυσιακό ταξίδι ξεκινά με πρώτο σταθμό τη «Λαθρογαμία», μέσω της νουβέλας του Χάινριχ φον Κλάιστ Μαρκησία του Ο… Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία μιας αξιοσέβαστης χήρας που ανακοινώνει ότι έμεινε έγκυος χωρίς να γνωρίζει τον πατέρα· ένα «ανήκουστο περιστατικό» που διερευνά την τιμή, την κοινωνική κατακραυγή και την ηθική στην Ιταλία του 18ου αιώνα. Σ’ αυτόν τον σταθμό η λογοθέτεια λαμπυρίδα επιβιβάζεται στο τρένο μας.
Επόμενη στάση η «Αμφιγαμία», μέσω του διηγήματος Φλωρεντινές νύχτες του Χάινριχ Χάινε, η οποία βρίσκει την έκφρασή της στον πλάγιο λόγο του Μαξιμιλιανού, που αποφεύγει την άμεση ερωτική εξομολόγηση προς τη Μαρία, και μεσιτεύει τα αισθήματά του μέσω της αφήγησης της σχέσης του με τη Λωράνς. Η παρένθετη παρουσία τού τρίτου προσώπου λειτουργεί καταλυτικά, μεταφέροντας την αισθηματική συνάφεια χωρίς να την καθιστά ποτέ άμεση ή βέβαιη. Σ’ αυτό το κεφάλαιο η πλανεύτρα λαμπυρίδα φέγγει με όλη της την ένταση, καθώς ο Λογοθέτης εισάγει ένα μεφιστοφελικό μυθοπλαστικό υποκείμενο που υποδύεται τη συγγραφική περσόνα, εκκινώντας μια ακολουθία παρένθετων αυτοβιογραφικών εξομολογήσεων οι οποίες αντηχούν τον δοκιμιακό λόγο.
Στον επόμενο σταθμό αποβιβαζόμαστε στην «Κρυπτογαμία», κι από κει ανεβαίνουμε, με πάσα μυστικότητα, στο Μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, μέχρι να φτάσουμε στο υψίπεδο εκείνο όπου ο χρόνος αραιώνει και η ασθένεια μετατρέπεται σε ιδιότυπη πνευματική δοκιμασία. Με αυτόν τον κυκλωτικό ελιγμό, ο Λογοθέτης επιδράμει αιφνιδιαστικά στα νώτα της εποχής μας· μιας εποχής που, επιτάσσοντας να αρρωστήσουμε όλοι από υπερβολική υγεία, θέτει στο μικροσκόπιο πλήθος κλασικών έργων, προκειμένου να ελεγχθούν για τυχόν «αναχρονιστικές μολύνσεις» στις προσεγγίσεις τους πάνω σε ζητήματα φυλής, φύλου, ή σεξουαλικότητας – μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η Οδύσσεια του Ομήρου και πολλά έργα του Σαίξπηρ. Μια άλλη μορφή λογοκρισίας, η οποία, σε ορισμένες εκφάνσεις της, μοιάζει να λειτουργεί ως εξευγενισμένη εκδοχή του υποκριτικού πουριτανισμού, που ο συγγραφέας επιχειρεί να εκθέσει στο παρόν δοκίμιο. Συμπυκνώνει, μάλιστα, την αντίθεσή του σε οποιαδήποτε πολιτική «προληπτικής αποτροπής», παραθέτοντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα των όσων είπε στα γαλλικά η σαγηνευτική μαντάμ Σωσά τού Τόμας Μαν στον Χανς Κάστορπ, εκείνο το άρρωστο από φυματίωση «βασανοπαίδι της ζωής» που «γερμανικά μιλούσε και στα γαλλικά»: «Εδώ την ηθική θα ’πρεπε να τη γυρεύουμε όχι στην αρετή, στην πειθαρχία και στη λογική μα αντιθέτως στην κινδυνώδη αμαρτία, στη φθορά και στην κάθε επιβλαβή πρακτική. Είναι πιο ηθικό ν’ αφεθούμε στην καταστροφή, πιο τίμιο να χαθούμε παρά να φυλαγόμαστε ειρηνικά». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με πνεύμα εξίσου «γατίσια ευέλικτο» όσο εκείνης, ο Λογοθέτης εκπέμπει προς όλους μας όχι απλώς ένα σήμα «προειδοποιητικό του κινδύνου για την απώλεια μιας χαμοζωής, μα εγερτήριο της απαρνήσεώς της, κλήση τού επείγοντος αισθητηρίου εξαναστάσεως μπροστά στην επέλευση μιας καθημερινής βιωτής ανεπαίσχυντης, μα δίχως ρίγος, εξασφαλισμένα ουδέτερης και υπνωτικά ανωδύνου».
Εφελκυστικά, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα προσκλητήριο στην ανταρσία της ανάγνωσης, προς υπεράσπιση του οργασμικού jouissance του Μπαρτ, όπως το διατύπωσε στο έργο του Η απόλαυση του κειμένου· μιας απόλαυσης που εγγράφεται ως κατάσταση δυσφορίας, που αποδιοργανώνει τον αναγνώστη, θέτει σε κρίση τις ιστορικές, πολιτισμικές και ψυχολογικές του υποθέσεις, τις αξίες, τις αναμνήσεις του, προσφέροντάς του μια βίαιη μορφή ευχαρίστησης, ικανή να διακόψει τη συνειδησιακή ροή και να τον αποσπάσει από τους βάλτους της απάθειας. Στο ίδιο πνεύμα, στο βιβλίο επιστρατεύεται κι ένας στίχος του Κώστα Ουράνη, από την πρώτη στροφή τού ποιήματος «Πάψετε πια». Την παραθέτω ολόκληρη:
Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:
το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!
Ή, όπως θα το ’λεγε σε μία γραμμή ο Γιώργος Μανιάτης, «Οδυσσέας είναι αυτός που δεν θέλει να γυρίσει».
Αισίως φτάνουμε στο τέταρτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου, που αφορά την «Αδελφογαμία». Ένα κεφάλαιο υψηλής προστιθέμενης λογοτεχνικής αξίας, όπου ο Λογοθέτης συμπλέκει αριστοτεχνικά τα δρώμενα που αφορούν την αδελφογαμία στα μυθιστορήματα Ο αχός και το πάθος του Ουίλλιαμ Φώκνερ και Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ με την αυτολεξεί παρουσία μικρών αποσπασμάτων από το βιβλίο του Φώκνερ (σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη), που λειτουργούν ως αντιστικτικά σχόλια στα εκτενέστερα σχετικά επεισόδια του Μούζιλ (σε μετάφραση Τούλας Σιετή).
Κάπου εκεί αυτό το δοκιμιακό ταξίδι ολοκληρώνεται. Όταν οι εντυπώσεις κατακάθισαν μέσα μου, έκανα τη σκέψη πως θα ήταν πλήρως συμβατή η προσθήκη ενός καρναβαλικού πέμπτου κεφαλαίου, με τίτλο «Φετιχιστική παρενδυσία», στο οποίο ο Λογοθέτης θα ενδυόταν το μεταξωτό φόρεμα της μαντάμ Σωσά, και θα μας αποχαιρετούσε με τα λόγια εκείνης, φορώντας ένα χάρτινο αποκριάτικο καπέλο. «Αντίο, πρίγκιπες και πριγκίπισσές μου του καρναβαλιού! Προβλέπω ότι απόψε θα ψηθείτε στον πυρετό», θα μας έλεγε. Και φτάνοντας, με αιλουροειδείς κινήσεις, ώς την πόρτα, θα κοντοστεκόταν εκεί μισοστραμμένος πίσω, με σηκωμένο το ένα γυμνό του μπράτσο, κρατώντας με το χέρι το πόμολο, για να μας πει πάνω απ’ τους ώμους σιγανά: «Μην ξεχάσετε να μου επιστρέψετε το μολύβι μου» – και με τη φράση αυτή να μην έβγαινε ποτέ από το δωμάτιο του μυαλού μας.
*
*
*
