«Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας»: Μουσαίου Γραμματικού, Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

[ 1 / 4 ]

~.~

Ζώντας στο μεταίχμιο δυο κόσμων στην Ύστερη Αρχαιότητα, ο Μουσαίος αναφέρεται στις γραμματολογίες τόσο της αρχαιοελληνικής όσο και της βυζαντινής λογοτεχνίας. Με τον ίδιο βέβαια πάντα τρόπο που επιβάλλει η ολοσχερής έλλειψη στοιχείων. Σχετικά λοιπόν με τον παντελώς άγνωστο ποιητή που έζησε κατά τα τέλη του 5ου με τις αρχές του 6ου μεταχριστιανικού αιώνα, με μονότροπη επαναλαμβανόμενη σιγουριά λέγεται, ξανά και ξανά, πως στη στιχοποιΐα και τη μετρική συγκαταλέγεται στη «σχολή» του Νόννου.  Το μόνο δημιούργημά του όμως που έφτασε ως τις μέρες μας άρκεσε για να διασώσει ακέραιο και το δικό του όνομα επί δεκαπέντε αιώνες μες στον μεγάλο ωκεανό της ελληνικής λογοτεχνίας. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τους θαλασσόβρεχτους έρωτες της Ηρώς και του Λέανδρου, η τραγική ιστορία δυο ερωτευμένων νέων. Το επύλλιο λοιπόν Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον διηγείται μια παλιά ερωτική ιστορία που συνέβη στον πορθμό του Ελλησπόντου, ανάμεσα στις πόλεις Σηστό και Άβυδο. Η όμορφη Ηρώ, ιέρεια της Αφροδίτης που ζει απομονωμένη σ’ έναν πύργο πλάι στη θάλασσα ερωτεύεται τον Λέανδρο από την αντικρινή ακτή της Αβύδου κι ο έρωτάς τους συντελείται μυστικά, κάθε βράδυ, όταν ο Λέανδρος κολυμπά από την Άβυδο στην Σηστό οδηγούμενος από το φως του λυχναριού που ανάβει η Ηρώ από τον πύργο της. Όταν μια βαριά χειμωνιάτικη βραδιά σβήνει το λυχνάρι, ο Λέανδρος πνίγεται μες στα αφρισμένα κύματα του Ελλησπόντου, ακολουθώντας την ακατάβλητη επιθυμία του να συναντήσει την Ηρώ. Σαν αντικρίζει η Ηρώ το πτώμα του αγαπημένου της που έχει ξεβράσει η ακτή, πέφτει από τον ψηλό τον  πύργο και σκοτώνεται και αυτή.

Ο θρύλος στη μορφή που μας παραδίνεται δεν πρέπει να είναι παλιότερος από τη δημιουργία του φάρου της Αλεξάνδρειας (280 π. Χ.), όπως έχει επισημανθεί. Η τραγική ιστορία των δυο ερωτευμένων νέων γνώρισε γρήγορα μεγάλη κι ευρεία διάδοση κι ήδη από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα έχουμε αποσπάσματα ποιήματος με αυτό το θέμα. Ο Βιργίλιος, ο Στάτιος, ο Οβίδιος κι ο Μαρτιάλης μνημονεύουν την ιστορία, κι από εκεί διαχέεται σε όλον τον δυτικό Μεσαίωνα. Η ιστορία του Μουσαίου όμως από την άλλη διαπερνά την ελληνική Ανατολή, αρχής γενομένης με την αναφορά του Αγαθία, κι από εκεί φτάνει μέχρι τους βυζαντινούς κέντρωνες, τον Τζέτζη, το βυζαντινό μυθιστόρημα (Νικήτα Ευγενιανού, Τα κατά Δροσίλλαν και Χαρικλέα):

Ἡροῦς ἐρῶν Λέανδρος ὁ τλήμων πάλαι,
οἴμοι, θαλασσόπνικτος εὑρέθη νέκυς,
φεῦ, τοῦ λύχνου σβεσθέντος ἐκ τῶν ἀνέμων.
[…]
Ὢ πνεύματος σβέσαντος ἀκτῖνας δύο·
ἔσβεστο λύχνος, καὶ συνεσβέσθη πόθος.
Ὢ πνεύματος ῥίψαντος ἀστέρας δύο,
Ἡρώ τε καὶ Λέανδρον, ἐν βυθῷ μέσῳ.
Ὑπέρχεταί μοι σπλάγχνα τῆς μνήμης πόνος·
φλογίζεταί μοι στέρνα πυρὶ τοῦ πάθους.

και απλώνει ίσαμε τον Μαρίνο Τζάνε Μπουνιαλή:

διατ’ ὅποιος θέλει σὲ βαθιὰ νερὰ νὰ κολυμπήσῃ
πρέπει νὰ ἔχῃ δύναμιν καὶ τέχνην μὴν βουλήσῃ,
ὡς τό ’παθεν ὁ Λέανδρος πλέοντας διὰ νά ’λθῃ
στῆς ποθητῆς του καὶ ἡ φωτιὰ τοῦ ’σβησε καὶ στὰ βάθη
ἔπεσε καὶ ἐπνίγηκε καὶ τὴν ζωὴν ἀφῆκε
καὶ τάφος του ἐγίνηκεν ὁ τόπος ὁποὺ μπῆκε.

Έκτοτε οι ολιγόνυχτοι και μυστικοί θαλασσόδαρτοι γάμοι του Λέανδρου και της Ηρώς διαβήκανε τον μύθο και πέρασαν στης τέχνης το πέλαγος. Έγιναν ζωγραφιές, γλυπτά, ποιήματα, μουσικές και μνείες διάσπαρτες στην ποίηση (Σίλλερ), κυρίως την αγγλική (Μάρλοου και Τσάπμαν). Μα και τον Βύρωνα τον άτρομο κολυμπητή έσπρωξε ο μύθος τού Λέανδρου να διαπεράσει τον παγωμένο Ελλήσποντο τον Μάϊο του 1810 και να καταγράψει ένα άσμα στον Δον Ζουάν σχετικά με το τόλμημά του, μα και να εμπνευστεί την «Κόρη της Αβύδου».

*

*

Αυτή λοιπόν η πολυθρύλητη και πολυδιαβασμένη τραγική ερωτική ιστορία της Ύστερης Αρχαιότητας γνώρισε από τα τέλη του 19ου αιώνα μία σειρά αποδόσεων και στη νεοελληνική. Κατά πολύ πρωτύτερα κιόλας από τις άλλες αποδόσεις της ευτύχησε να δει και μια παράφραση-ποιητική ανάπλαση, από τον Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίτση (ή Σκυλίσση) το 1839. Μιλώ για παράφραση-ποιητική ανάπλαση, καθώς ο ίδιος ο Σκυλίτσης ―ο μεταφραστής των Αθλίων του Ουγκώ και του Δον Κιχώτη του Μαγκησίου― παρότι αναφέρεται σε μετάφραση, ρητά επιγράφει το έργο: Ηρούς και Λεάνδρου έρωτες… κατά μίμησιν του Μουσαίου αφενός, και αφετέρου σημειώνει στον πρόλογό του:

«αλλ’ οποία μετάφρασις!!! Ο Μουσαίος μ’ εχρησίμευσεν ως οδηγός, το υπόλοιπον ενήργει η διάνοιά μου. Ενίοτε απαντάται ίσως και ξένη τις ιδέα, διότι τότε αυτή συνεδέετο τρόπον τινά με την φαντασίαν μου».

Ας σημειωθεί μάλιστα πως το έργο αυτό υπήρξε η πρώτη ποιητική κατάθεση του δημοσιογράφου-μεταφραστή, όπως ομολογεί προς τον αναγνώστη, επικαλούμενος την επιείκειά του μα και δηλώνοντας την συναρπαγή του (πάλι στον ίδιο πρόλογο):

«να συλλογίζεσαι πάντοτε, ότι δια πρώτην φοράν συνέγραψεν ο ποιητής […] οπόταν έγραφα συνησθανόμην το ό,τι γράφω, ή ελάμβανον μέγα μέρος εις την σκηνήν».

Έτσι λοιπόν, ενώ δεν θα παρουσιάσω την απόδοση-παράφρασή του, διόλου δεν θα αποφύγω τον πειρασμό ―μα κι επιπλέον μ’ αγαλλίαση κι ευφροσύνη θα υποκύψω εμπρός του― να παραθέσω ένα μικρό δείγμα της ενθουσιώδους πρωτόλειας ποιητικής του απόπειρας, η οποία σύντομα θα οδηγούσε στην «στιλπνή και υποβλητική καθαρεύουσα» των κλασικών του μεταφράσεων, όπως έγραψε ο Μιχ. Περάνθης.
Ιδού λοιπόν πως μεταπλάθει τον λιτό (του πρωτοτύπου) και τραγικό πνιγμό του Λεάνδρου:

Θεέ! Τί κύ–μα–τα βουνά, ἀπὸ τὴν Προποντίδα!
Τὰ δίδει ὕψος ὁ αἰθήρ, καὶ ὁ πυθμὴν κρηπίδα:
Καὶ ὅπου ἄγριον ἀφρὸν τὸ ὄμμα ἀνιχνεύῃ,
Τῆς τρικυμίας τὸ πτηνὸν ἐπάνωθεν χορεύει.
Ὁ Εὔρος θραύει την ὀφρὺν τοῦ στιβαροῦ Βορέως.
Κράζει ὁ ναύτης καὶ πηδᾶ· καὶ τρώγεται ματαίως.
Ὡς τέλους ἀπελπίζεται, κ’ ἓν σκάφος μέλαν ρίπτει
Στὸν βράχον, ὅστις ὄπισθεν τὸν νεανίαν κρύπτει,
Προθύμως ἐκδυόμενον καὶ ζέοντα συνήθως
Ἀπὸ τὸ γλαφυρώτατον τοῦ πέραν λύχνου ἤθος.

Κατακλεισμὸς δὲν τὸν κλονεὶ τῆς φύσεως ἁπάσης!
Διόλου δὲν τὸν δειλιᾶ ὁ ἅδης τῆς θαλάσσης!
Διόλου δὲν τὸν δειλιᾶ· πλὴν τὸν ἐξαγριόνει.
Ὁ λύχνος, δὲν ἀνήπτετο; τοῦτο καὶ μόνον σώνει.
Ἡ καρτερόθυμος ψυχή!!! Ἐκδύεται· ἐμπίπτει·
Τώρ’ ἀναβαίνει εἰς βουνόν, τώρα εἰς ἅδην σκύπτει.
Εἰς μάτην πρὸς βοήθειαν κράζει τὴν Ἀφροδίτην,
Τὸν Ποσειδῶνα ἄνακτα, ἢ καὶ τὴν Ἀμφιτρίτην,
Αὐτὸ τὸ πολυθρύλλητον, τὸ ὀργισμένο κῦμα,
Θέλει σὲ φάγει, Λέανδρε· ἀπόψε ζητεῖ θῦμα!

«Ποῦ εἶσαι, Ἔρως! Δύναμιν παρὰ θεοῖς δὲν ἔχεις;
Στοῦ θύματός σου τὰς κραυγὰς ἐκώφανες! δὲν τρέχεις!
Φανέ, ποῦ εἶσαι; ἔσβυσες· αἴ, τὸ καταλαμβάνω.
Ἀπόφασις· τῆς μοίρας μου ἀπόψε δὲν λανθάνω…
Τί μάτην ἀγωνίζομαι; ζητῶ νὰ προχωρήσω;
Ποῦ χέρσος; ποῦ παράλιον; καὶ πότε νὰ πατήσω;
Τί νὰ σὲ κάμω, ὦ Ἡρώ; τί θέλεις ἐρωμένη;
Βαβαί! θεοὶ καὶ δαίμονες ἀπόψε ὀργισμένοι,
Δὲν στέλλουν κῆτος ἄσυλον νὰ μὲ ἀπορροφήσῃ,
Στὰς ὄχθας σου ἀνέπαφον πάλιν νὰ μὲ ἀφήσῃ.
Πλὴν μάτην ἀγωνίζομαι· ζητῶ νὰ προχωρήσω;
Ὦ! τοῦ θανάτου τὸ ποτὸν σιμόνω νὰ ροφήσω.
Ἡρώ, νεκρὸν ὅταν μ’ εὐρῆς ἐπὶ τὴν παραλίαν,
Κλαῦσ’ ἑνὸς ἔρωτος θερμοῦ τὴν τόλμην τὴν θρασεῖαν.
Καὶ φόρεσε τὸ ἔνδυμα, μεθ’ οὗ καὶ συνειθίζεις,
Τὴν τοῦ Ἀδώνιδος θανὴν κατ’ ἔτος νὰ κομίζῃς.
“Ὤλετο καλὸς Ἄδωνις!” ἡ ὄχθη ἂς βομβήσῃ·
“Ὤλετο καλὸς Ἄδωνις!” τὸ πέριξ ἂς ἠχήσῃ.
Τὸν ὅστις σὲ ἐνέπνευσε τὴν τρυφερὰν ἰδέαν
Κλαῦσε· καὶ θάψε ’ς τὴν ἀκτὴν· καὶ φύτευσε ἰτέαν·
Καὶ καθεσπέραν κρέμαζε λύχνον ἐπὶ τῶν κλόνων·
Ἐκεῖ Ἡρὼ γονάτιζε καὶ θρήνει τον μὲ πόνον.
Ὦ! μάτην ἀγωνίζομαι· εἶμ’ αἱμωδιασμένος·
Ν’ ἀνοίξω τὰς παλάμας μου δὲν δύναμ’ ἑπομένως.
Εἰς μάτην πλήττω τὰ νερά· τὸ κῦμα μὲ σκεπάζει…
Ἡρώ!!! Ἡρώ!!! Ἀλλοίμονον! Ἡρώ, Ἡρώ, φωνάζει,
Καὶ ὄγκος ἀπὸ θάλασσαν τοῦ ἔφραξε τὸ στόμα…
Αὐτὸν τὸν ἐκατάπιε· καὶ ἄλλος εἷς ἀκόμα.
Ἂν πνιγηρῶς ὠλόλυξε διὰ ὀλίγον χρόνον,
Μυστηριώδη λόγια, γνωστὰ ’ς τὸ ὕδωρ μόνον,
Ὡς τέλους ἀνεπαύθησαν καὶ χείρ, καὶ ποῦς ὁμοίως…
Ἰδοὺ ψυχρὸς ὡς κρύσταλλος ὁ φλογερὸς νυμφίος».

~•~

Αυτά και σώνει ως εδώ προσώρας με του Σκυλίτση την ποιητική μεταφραστική φαντασία. Ιδιαίτερη όμως φαίνεται πως ήταν η γοητεία κι η έλξη που άσκησε αυτό το έργο και σε έναν διδάκτορα της φιλολογίας, εν συνεχεία καθηγητή με ποιητικές δεξιότητες και φιλοδοξίες, τον Θρασύβουλο Χατζηαράπη, ώστε να το μεταφράσει διαδοχικά όχι μία αλλά τρεις (3!) φορές. Η απολησμονημένη του σήμερα μεταφραστική οδοιπορία ξεκίνησε για πρώτη φορά το 1890 με όχημα μια στεγνή, ακαδημαϊκή, βαρύγδουπη ―σχεδόν αρχαΐζουσα―, δουλική καθαρεύουσα (σε δακτυλικό εξάμετρο). Ας σημειωθεί δε πως αυτή η έκδοση αποτελεί και την πρώτη νεοελληνική έκδοση του έργου μετά από αυτή του Μάρκου Μουσούρου και του Άλδου Μανούτιου στη Βενετία το 1494. Συνεχίστηκε με μια μορφή πιο απλουστευμένης και στιγμές-στιγμές χαριτωμένης καθαρεύουσας με ομοιοκατάληκτα δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα (πολιτικούς στίχους) το 1911, μέχρι να καταλήξει το 1915 στη δημοτική με ομοιοκατάληκτα τετράστιχα. Η τελευταία αυτή απόπειρα, πέραν της εμπρόθετης συναρμογής κι εκφοράς της με βάση τη δημοτική ποίηση και τις εκφράσεις της, φέρει βέβαια εμφανέστατα τα ίχνη της καταλυτικής επίδρασης που άσκησε η απόδοση του Σίμου Μενάρδου, που είχε ήδη κυκλοφορηθεί αυτόνομα από το 1911, ενώ είχε ενωρίτερα τμηματικά δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.

*

*

Ακολουθεί ένα μικρό δείγμα της πρώτης μεταφραστικής εργασίας του Χατζηαράπη (την οποία ονομάζει και παράφραση), από την αρχή του επύλλιου και από το τέλος (προς σύγκρισιν και με το παρατιθέμενο απόσπασμα του Σκυλίτση).

Ἆσον, ὦ Μοῦσα, ἐρώτων κρυφίων τὸν μάρτυρα λύχνον·
Ἆσον τὸν νήκτην τὸν νύκτωρ θαλασσοποροῦντα πρὸς γάμους·
Ἆσον τὸν νύκτιον γάμον, Ἠὼς ὃν οὐδέποτε εἶδεν
Ἡ αἰωνία· Σηστὸν καὶ τὴν Ἄβυδον ἆδε μοι, ἔνθα
Γάμος ὁ νυκτερινὸς τῆς Ἡροῦς ἐτελεῖτο. Ἀκούω
Ἤδη τὸν Λέανδρον νὰ κολυμβᾶ καὶ ἠχοῦντα τὸν λύχνον!
Λύχνον, τὸν ἄγγελον τῆς Ἀφροδίτης, ἀγγελιαφόρον
Τῆς νυκτιγάμου δ’ Ἡροῦς, ὃς τοὺς γάμους ἐκόσμει ἐκείνης·
[…]
Νὺξ ἦν, ὁπότε βαρέως φυσῶντες οἱ ἄνεμοι πίπτουν
Εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς θαλάσσης ἀθρόοι, πνοὰς χειμερίας
Ἐξακοντίζοντες· τότε τὸν Λέανδρον ἡ τῆς συνήθους
Νύμφης ἐλπὶς ἐξαπλοῖ ἐπὶ τῶν βαρυβρόμων τοῦ πόντου
Νώτων. Τὸ κῦμα κυλίει τὸ κῦμα, Ὀγκοῦται τὸ ὕδωρ.
Μὲ τὸν αἰθέρα ἑνοῦται ὁ πόντος· ἐκ τῆς τῶν ἀνέμων
Μάχης ἐγείρεται πάντοθεν ἦχος! Κατὰ τοῦ Ζεφύρου
Πνέει ὁ Εὖρος· δεινὰς ἀπειλὰς ἐκτοξεύει ὁ Νότος
Κατὰ Βορρᾶ καὶ ὁ πόντος ἀπαύστως ἐδούπει βαρέως.
Εἰς τὰς ἀσπλάγχνους ὁ δεινοπαθὴς συστροφὰς τῶν ὑδάτων
Λέανδρος τὴν θαλασσίαν πολλάκις ἱκέτευσε Κύπριν
Τὸν Ποσειδῶνα πολλάκις, τὸν ἄνακτ’ αὐτὸν τῆς θαλάσσης·
Τῆς Ἀττικῆς τὸν Βορρᾶν δὲν ἀφῆκεν ἀμνήμονα νύμφης·
Δὲν ἐβοήθει οὐδείς, δὲν ἐκώλυσ’ ὁ Ἔρως τὰς μοίρας·
Περιζωνύοντα βίαια κύματα τὸν ἀπεπλάνων
Πλήττοντα. Θραύεται ἤδη ἡ ἰσχὺς τῶν ποδῶν τοῦ Λεάνδρου
Αἱ σθεναραὶ καὶ ἀκοίμητοι χεῖρες ἀκίνητοι μένουν·
Χέεται ὕδωρ πολὺ αὐτομάτως περὶ τὸν λαιμόν του·
Ἄχρηστον πίνει ποτὸν ἁλμυρὸν τῆς ἀμάχου θαλάσσης
Ἄνεμος τέλος πικρὸς ἀποσβύνει τὸν ἄπιστον λύχνον
Καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὸν ἔρωτα τοῦ πολυτλήτου Λεάνδρου.

~•~

Αλλ᾽ ήδη ήρθε η ώρα να περάσουμε στη δεύτερη μεταφραστική εκδοχή του Χατζηαράπη, την οποία και θα παραθέσουμε εκτενέστερα, λόγω της γλωσσικής και μετρικής της εξέλιξης μα κυρίως για το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η ποιητικότητα της απόδοσης της ερωτικής παραφοράς και του τραγικού τέλους των δύο ερωτευμένων νέων.

Σηστὸς καὶ Ἄβυδος ἐγγύς, ἀπέναντι ἀλλήλων,
ἦσαν θαλασσογείτονες· ὁ δ’ Ἔρως τὸ καμπύλον
τανύσας τόξον βέλος ἓν ’ς τὰς δύο κατευθύνει
πόλεις καὶ ζεῦγος νεαρὸν αἰχμή του ἡ πυρίνη
φλέγει. Ἡρὼ χαριέσσα ὄνομα ἡ παρθένος
εἶχεν οἰκοῦσα τὴν Σηστόν, τὴν Ἄβυδον δ’ ὁ ξένος
οἰκῶν, ἐπέραστος κοινῶς Λέναδρος ἐκαλεῖτο
καὶ ὡς ἐκείνη τῆς Σηστοῦ, λαμπρὸν κ’ ἐκεῖνος ἦτο
ἄστρον Ἀβύδου χρυσαυγές, πανεύμορφον ἐπίσης.
Σὺ δ’ ἂν ἐκεῖθεν διαβῇς, μὴ ξένε, λησμονήσῃς,
τὸν πύργον ὅπου ἡ Ἡρὼ φῶς στέλλουσα ’ς τὸν νέον
μὲ λύχνον κάποτ’ ἔστεκε, ζήτει μοι τῆς εὐάνδρου
τὸν θάνατον καὶ ἔρωτα θρηνοῦντα τοῦ Λεάνδρου
εἰσέτι, ὅταν τὸ ροχθοῦν κῦμα ἐκσπᾷ μὲ στόνον…
[…]
Μὲ βλέματα πυκνὰ γλυκὰ τοῦ Ἔρωτος μεγάλη
ἡ φλὸξ ἀναρριπίζεται καὶ ἡ καρδία πάλλει
παφλάζουσα εἰς τὴν ὁρμὴν τοῦ ἀκαταμαχήτου
πυρός· διότι γυναικὸς τὸ κάλλος ἀμωμήτου
ὀξύτερον ἢ πτερωτὸν βέλος ἡμᾶς πληγώνει,
βαθὺ δ’ εἰς τὰς καρδίας μας τὸ τραῦμ’ αὐτὸ ριζώνει·
ἐκ τῶν βλεμμάτων φέρεται πρὸς τὰς ψυχὰς ὁδεῦον
καὶ εἰς τὰ στέρνα τοῦ ἀνδρὸς εἰσβάλλει ἐμφωλεῦον.
Ὁ Ἔρως, τύραννος ψυχῶν γλυκύς, ἐντὸς κ’ ἐκείνου
ἔκπληξιν, τρόμον, ἐντροπήν, ἀναίδειαν συνήνου.
Τοῦ κάλλους της αἰχμάλωτος, ἐντρέπετο· ἀλλ’ ὅμως
ἐφυγαδεύθη κι ἡ αἰδώς, διώκεται κι’ ὁ τρόμος.
Σύμβουλος ἀναιδὴς ἡμᾶς ὁ Ἔρως ἐνθαρρύνει·
σιγὰ σιγὰ ὁ Λέαδρος προβαίνων κατευθύνει
ὅπου ἡ κόρη ἵστατο κι’ αὐτὸς τὰ βήματά του·
λοξὰ συστρέφων δ’ ἔναντι αὐτῆς τὰ βλέμματά του
μ’ ἄφωνα νεύματα ζητεῖ νὰ τὴν παραπλανήσῃ.
Ἐκείνη δὲν ἐβράδυνεν αὐτὸν νὰ ἐννοήσῃ·
ἐντός της δὲ σιωπηλὴν χαρὰν αἰσθανομένη
ἠγάλλετο ἡ πάγκαλος χαρὰν σεμνυνομένη·
καὶ τὸ χαρίεν κρύψασα πολλάκις πρόσωπόν της
σημεῖα ἔδωκε κρυφὰ κι’ αὐτὴ ’ς τὸν Λέανδρόν της·
γλυκείας δ’ ἐπληρώθησαν χαρᾶς αὐτοῦ τὰ στήθη,
διότι τῆς καρδίας του ὁ πόθος ἐνοήθη.
[…]
Τὸ τραῦμα τὸ γλυκύπικρον τοῦ τόξου τῶν ἐρώτων
καὶ τὸ γλυκύ των πῦρ ἐκείνη ἠσθάνθη πρῶτον·
’ς τὸ κάλλος τοῦ Λεάνδρου της ἴστατ’ ἐπτοημένη·
κλίνει μ’ αἰδὼ τὴν κεφαλὴν καὶ ἐν ἐκστάσει μένει…
κ’ ἐκεῖνος ἐρωτομανὲς βλὲμμ’ ἄπληστον προσήλου
’ς τὰ κρίνα τοῦ εὐώδους της παρθενικοῦ τραχήλου.
Τέλος φωνή ’ς τὰ χείλη της γλυκεῖα ἀνεβαίνει,
τὰ ρόδα τοῦ προσώπου της αἰδὼς ἐνῶ ὑγραίνει
μ’ ἱδρῶτα· Ξένε, δύνανται τῶν λόγων σου οἱ δρόμοι
καὶ πέτραν οἱ πολύστροφοι νὰ κάμψωσιν ἀκόμη!…
[…]
Μ’ ἀγάπης δὲ ὁ Λέανδρος παραφορὰν μεγάλην
ἐσκέπτετο, ’ς τοῦ Ἔρωτος πῶς ἤθελεν τὴν πάλην
ἀγωνισθῇ… Ὁ Ἔρως ἂν τὰ στήθη μας τοξεύει,
ἀλλὰ καὶ πολυμήχανος τὸ τραῦμα θεραπεύει·
τῶν καρδιῶν παμβασιλεύς, ὅταν κυρίαρχός μας
γείνη, αὐτὸς παρίσταται ὁμοῦ καὶ σύμβουλός μας·
βοήθειαν κι’ ὁ Λέανδρος εὗρε ’ς ἐκεῖνον μόνον
καὶ τέλος λέγει τεχνικὸν λόγον μ’ ἀγάπης πόνον·
Ψυχή μου, ’ς τὴν ἀγάπην σου μετὰ ψυχῆς γενναίας
σχίζω καὶ κύματα ἄγρια θαλάσσης οἰδαλέας·
μὲ πῦρ ἂς βράζῃ ἡ θάλασσα· ὅλη ἂς συγκυκᾶται·
ἀγριωπὴ ἡ θύελλα ἐντός της ἂς βρυχᾶται·
ἂς μὴ τολμᾶ θνητὸς μηδεὶς τοιαύτην νὰ τὴν πλεύσῃ·
πρὸς τὴν ἀγκάλην τῆς Ἡροῦς ὁ Λέανδρος θὰ σπεύσῃ.
[…]
Πλοῖον ἐγὼ τοῦ Ἔρωτος, τὸν λύχνον σου ἀστέρα
ἔχων εἰς τὴν ἀγκάλην σου θὰ φθάνω ἐδῶ πέρα.
Τὸν πλοῦν μου δὲν θὰ κυβερνᾶ φωστήρ τις τοῦ αἰθέρος·
τὸ φῶς σου θὰ εἶν’ ἄστρον μου καὶ πλοηγὸς ὁ Ἔρως.
[…]
Ἐὰν τὸ κῦμα ἀμείλικτον λυσσᾶ τοὺς βράχους πλῆττον,
ἀλλὰ κι’ ὁ Ἔρως φοβερὸς κι’ ἄγριος εἶν’ οὐχ ἦτττον.
Ὕδωρ πλὴν εἶν’ ἡ θάλασσα, ἂν καὶ εἰς τρικυμίαν,
ὁ δ’ ἔρως, πῦρ ἐνδόμυχον, μὲ φλέγει μὲ μανίαν.
Πῦρ λάβε, ὦ καρδία μου! τὸ ὕδωρ μὴ φοβεῖσαι·
προσμένει πέραν ἡ Ἡρώ… ἂς σπεύσωμεν ἐκεῖσε!
Κι’ ἂν σπᾶ ἡ θάλασσα μ’ ἀφρούς, μὴ δι’ αὐτὸ φροντίζῃς·
ἡ Ἀφροδίτη κόρη της πῶς εἶναι δὲν γνωρίζεις;
Αὐτὴ ποὺ τῆς ἀγάπης μας τοὺς πόνους διευθύνει
κ’ ἐπὶ κυμάτων ἀφρωδῶν, τὸ κράτος της ἐκτείνει.

Εἶπε· καὶ τὰ ἐπέραστα μέλη αὐτοῦ γυμνώνει
γοργός, τὸν δὲ χιτῶνα του συμπτύξας στερεώνει
ἐπὶ τῆς κεφαλῆς• ριφθεὶς δ’ εἰς πέλαγος ἀφρίζον
σπεύδει πρὸς τὴν Σηστόν, τὸ φῶς τοῦ λύχνου ἀτενίζων·
ἐρέτης κι’ αὐτοκίνητον αὐτὸς τυγχάνων πλοῖον
διὰ κυμάτων φέρεται ἀήττητος ἀγρίων!
[…]
Τοῦ νεαροῦ πλὴν βίου των ἦτο βραχὺ τὸ νῆμα…
κ’ ἐπέπρωτο τοὺς γάμους των φεῦ! νὰ καλύψῃ μνῆμα!…
Λευκὸς ἐκ πάχνης ὁ Χειμὼν ἐνσκήπτει θυελλώδης,
ψυχραὶ δ’ ἐπέπνευσαν πνοαὶ ἀνέμων στροβιλώδεις·
καὶ κατακλύσασαι μ’ ἀφροὺς εὐμήκεις παραλίας
εἰς τὰ πελάγη πίπτουσι μετὰ φρικτῆς μανίας.
Μαινὰς ἡ λαίλαψ θάλασσαν βαρύκτυπον μαστίζει
καὶ τὰ ὑγρά της κι εὔσειστα θεμέλια κλονίζει
[…]
Ὁ πόντος μαύρη ἄβυσσος, ὑγρὸς ἀνοίγων τάφος,
Ἠπείλει πᾶν ἀποτολμῶν αὐτὸν νὰ πλεύση σκάφος.
[…]
Φόβος κυμάτων, Λέανδρε, σὲ δὲν ἀποθαρρύνει!
Τὸ φῶς της δ’ ἐκ τοῦ πύργου της ὅτ’ ἔρριψεν ἐκείνη,
Εἰς τὸ στιλπὸν της μἠνυμα, ᾽ς τῆς νύμφης τὸ σημεῖον
τὰς ἀπειλὰς καταφρονεῖς κυμάτων πελωρίων.
Ὁ λύχνος, μάρτυς ἄπιστος, σκληρός, μὲ τὴν συνήθη
φλόγα καὶ πάλιν πυρπολεῖ τἄτρόμητά σου στήθη.

Εἰς τὸ μακρὸν διάστημα τοῦ σκυθρωποῦ χειμῶνος
εἴθε νὰ ἔμενες μακρὰν τῆς νύμφης μόνης μόνος·
γάμων ἀστέρα πρόσκαιρον νὰ μὴ ἀνῆπτ’ ἐκείνη
κ’ ἡ χεὶρ αὐτῆς ὑπὸ πνοὰς νὰ μὴ τὸν εἶχε τείνῃ!
πλὴν ὑπ’ ἀνέμους νὰ κρατῇς τὸν λύχνον εἰς τὴν χεῖρα
ἔρως, Ἡρώ, σ’ ἠνάγκαζε κ’ ἡ πεπρωμένη μοῖρα!…
Νύμφη λαμπάδα πένθιμον τῆς μαύρης πλέον Μοίρας,
ἀλλ’ ὄχι Ἔρωτος πυρσὸν εκράτεις εἰς τὰς χεῖρας!…
[…]
Μ’ ἐλπίδα ’ς τῆς Ἀγάπης του νὰ φθάσῃ τὴν ἀγκάλην
εἰς τῶν κυμάτων ρίπτεται ὁ Λέανδρος τὴν ζάλην·
τὰς ρωμαλέας χεῖρας του εὐρώστως πάλλων πάλιν
πρὸς τὸν Τιτᾶνα τὸν ὑγρὸν συνάπτει γίγας πάλην.
Κύματα κυλιόμενα ἐπάλληλα πυκνοῦνται
καὶ μέχρι ζοφερῶν νεφῶν πυργούμενα ὑψοῦνται·
τὰ ὕδατ’ ἀναβράζοντα ἐκ φυκωδῶν πυθμένων
σαλεύουσιν ὑπ’ ἀπειλὰς ἀνέμων μαχομένων.
[…]
’Σ τῶν λυσσωδῶν ὁ Λέανδρος κυμάτων τὴν μανίαν
τὴν Κύπριν καθικέτευε θερμῶς τὴν θαλασσίαν.
Ποσάκις τὸν κυρίαρχον τοῦ πόντου Ποσειδῶνα
ματαίως καθικέτευσε ’ς αὐτόν του τὸν ἀγῶνα!
Κ’ εἰς τοῦ Βορρᾶ ὁ δύσμοιρος τὴν μνήμην ἀνεκάλει
ὅτι κι’ αὐτὸς ἠγάπησεν Ἀτθίδος κόρης κάλλη·
Ὁ Ἔρως δὲν ἐκώλυσε τὰς Μοίρας!… φεῦ!… προστάτην
οὐδένα εὗρ’ ἐκ τῶν θεῶν! ἱκέτευεν εἰς μάτην!…
Βουνά τα κύματ’, ἄγρια τριγύρω τοῦ ὁρμῶσι
καὶ μὲ μανίαν τὸν κτυποῦν καὶ τὸν ἀποπλανῶσι·
τὰ γόνατά του κάμπονται!… ἑκάστη του παλάμη,
ἀκοίμητος πρίν, ἀδρανεῖ… ἤδη εἶχεν ἀποκάμη!…
Μὲ κύματα πικράλμυρα βιαίως τὸν ποτίζει
ἡ θάλασσα κ’ ἡ ἄσπλαγχνος αὐτὸν συχνὰ βυθίζει…

Ἤδη τὸ τέλος ἔφθασε τοῦ νυμφικοῦ ἀστέρος…
καὶ μετ’ ἐκείνου πύρινος, φλογώδης σβύνετ’ ἔρως·
τὸν λύχνον ἄπιστον!… πικρὸς ἄνεμος σβύνει πνέων
καὶ τοῦ Λεάνδρου τὴν πνοὴν καὶ τὴν ἀγάπην πλέον!…

Μὲ δακρυβέκτους ὀφθαλμούς, εἰς πέλαγος Ἐκείνη
σκέψεων μένει ἄγρυπνος ἐνῶ αὐτὸς βραδύνει…
Ἦλθ’ ἡ Αὐγή… ἀλλ’ ἡ Ἡρὼ δὲν βλέπει τὸν νυμφίον!…
Τὸ βλέμμα της δ’ ἀνήσυχον ἐπὶ τῶν θαλασσίων
ἐπλάνα νώτων· Ἐπειδὴ εἶχε σβεσβῆ τὸ φῶς της,
ἴσως ἀπεπλανήθη που ’ς τὸ σκότος ὁ Καλός της!…
Πρὸς τὴν βραχώδη βάσιν δὲ τοῦ πύργου βλέπει κῦμα
νὰ τὸν κτυπᾷ πτῶμ’ ἄψυχον!… τῆς τρικυμίας θῦμα!…
Σχίζει τοὺς πέπλους τοὺς λευκούς… γυμνὰ τὰ στέρνα τύπτει…
καὶ μὲ τὴν κεφαλὴν ἐμπρὸς ἀπὸ τοῦ πύργου πίπτει
μὲ κρότον… καὶ νεκρᾶς νεκρὸν τῆς νύμφης ἡ ἀγκάλη
διὰ παντός τὸν Λέανδρον γλυκεῖα περιβάλλει…
Ἂν καὶ οἱ δύο θύματα Μοιρῶν πικρῶν, ἀφίλων,
πλὴν κ’ εἰς αὐτὸν τὸν ὄλεθρον ἀπήλαυσαν ἀλλήλων!
Ἠγκαλισμένους μνῆμα ἓν τους δύο ἔχει κλείση·
τοιοῦτος θάνατος αὐτοὺς ποτὲ δὲν θὰ χωρίσῃ!

~•~

*  Όποιος επιθυμεί, μπορεί να προστρέξει εύκαιρα στο πρωτότυπο κείμενο εδώ ή εδώ.

*

*

*