«Ο καθαείς τη δική του πόλη ξέρει και μέσα κουβαλά…»

 *

του ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ

~.~

Τάσος Ζαφειριάδης
Ο Μάγος Αλκαζάρ
Το Ροδακιό, 2025

Ο φίλεργος και πολυσχιδής Τάσος Ζαφειριάδης, που βιοπορίζεται ως ορθοδοντικός στη Θεσσαλονίκη, είναι ίσως γνωστός στους περισσοτέρους ως κομίστας (σε εξαιρετικά graphic novel, όπου η συμβολή του είναι κυρίως σεναριακή ενώ έχει εμφανιστεί επίσης και ως σκιτσογράφος) και τώρα ίσως υποθέτουν πως αυτός έρχεται να μας πρωτοσυστηθεί και ως ποιητής με τον Μάγο Αλκαζάρ του. Το ακριβές όμως είναι πως το ποιητικό του έργο ξεκινά από το 2008, επίσημα όμως με την από κοινού γραμμένη (με τον Χριστόφορο Νικολάου), συλλογή τα Χακί χαϊκού: Στρατευμένη ποίηση (2010). Παράλληλα εκδίδει και τις λιλιπούτιες ποιητικές ενότητες που αυτός τυπώνει ιδιωτικά με διάφορα ετερώνυμά όπως το Χάρης Αλεξίου. Ενδεικτικά αναφέρω κατά σειρά: Τα θερινά (Ιούλιος, 2019), İşkembe çorbası: Χαϊκού για γερό στομάχι (2020) και Προκάτ: Ποίηση για όλους (2024). Αυτά από τις ιδιωτικές εκδόσεις της «Λέσχης των Φίλων Εικοστού Αιώνα».

Τα ποιήματα της συλλογής έχουν γραφτεί μεταξύ 2012-2022 απ’ όσο μπορούμε να συνάγουμε από τις σποραδικές και σε διάφορες χρονολογίες, σε περιοδικά έντυπα ή ηλεκτρονικά, δημοσιεύσεις τους. Αυτό μας δείχνει και τον τρόπο που ωριμάζει το ποίημα στον Ζαφειριάδη ώσπου να οδηγηθεί στο χαρτί και στην τελική του δημοσίευση. Ασφαλώς πρόκειται για προϊόν διπλής ή και τριπλής αποστάξεως παλαιωμένο.

Ποιο όμως είναι το αντικείμενο αυτής της συλλογής; Σε τί χωρόχρονο κινείται ο ποιητής; Τι αναδεικνύουν και με ποιο υλικό κατασκευάζονται τα ποιήματα εδώ; Είναι νοσταλγική αναπόληση ή μήπως είναι κατάθεση συμπυκνωμένης συλλογικής εμπειρίας-ιστορικής μνήμης ή ιστορίας επίσημης-ημιεπίσημης και κρυμμένης μαζί; Και είναι οι Είκοσι και έξι χρησμοί μαζί με το επιλογικό ποίημα– σκονάκια, αλοιφές, φυλαχτά ικανά για προστασία από τα κακά πνεύματα σύμφωνα με τον δευτερότιτλο του βιβλίου;

Περιηγητές, ιστορικοί, αρχαιολόγοι και συγγραφείς, κρατούν εδώ το ίσο αθέατοι. Ποιητές και ζωγράφοι της πόλης ή παλιές καρτ ποστάλ δείχνουν τα μισογκρεμισμένα, τα αφανισμένα, τα σωσμένα. Κτίρια, γειτονιές, δέντρα και ανθρώπινα όντα μιλούν με σιωπές, χθονίως. Μετρήστε και τις απούσες εθνότητες της πόλεως, βάλτε και βαρδάρηδες να φυσούν, στο Σέιχ Σου να σείονται τα δέντρα, στο Επταπύργιο να σφαδάζει ο πόνος, ομίχλες στην κλειστή θάλασσα. Ακολουθήστε την περιδιάβαση του ποιητή που περπατά, κοντοστέκεται και συνθέτει το ανεκτίμητο μεταξωτό-χωμάτινο-ψηφιδωτό παλίμψηστο που είτε θα σας καίει τα χέρια σαν μασιά πυρωμένη είτε θα σας ευφραίνει σαν κρασί μακεδονίτικο ή σαν σερμπέτι ανατολίτικο.

Αυτοματική μνήμη, συνειρμοί και μετεικάσματα που μετουσιώνονται σε λέξεις είναι αυτά που χαρακτηρίζουν την ποιητική γραφή του Ζαφειριάδη. Η αρχιτεκτονική των στίχων στον Μάγο Αλκαζάρ, συμβάλει σε κάποιου είδους, ανόρθωση, ανάσυρση, αποκάλυψη πραγμάτων. Χαμηλόφωνη ποίηση, όπου η συγκίνηση διόλου δεν επιβάλλεται μα επισυμβαίνει ήσυχα με κατανυκτικό σχεδόν τρόπο και με ιαματικό συχνά αποτέλεσμα. Δεν διέκρινα πουθενά διδακτισμό, κορυφώσεις εντυπωσιασμού ή και ενδείξεις απώλειας του ελέγχου του μέτρου. Φανερή οικονομία σε επίθετα και επιθετικούς προσδιορισμούς, κανενός είδους μιμητισμός, πλην όμως, σεβαστικές επήρειες. Οι συνάφειες και οι οφειλές θα είναι ευδιάκριτες στο υποψιασμένο μάτι. Η Μητέρα Θεσσαλονίκη και το Αρχείον του Πεντζίκη, Η πόλη των προσφύγων και τα ποιήματα του Ιωάννου, Οι Φωνές των δρόμων και οι ονειρικές πραγματείες του Μαρίνου Χαραλάμπους, ο Πάνος Θεοδωρίδης και οι γραφές του και άλλοι ακόμα…

Ο Ζαφειριάδης με καθαρό βλέμμα και ατύφλωτη ψυχή πραγματεύεται δραματικά θέματα, που εμπεριέχουν ισχυρή συναισθηματική φόρτιση, χωρίς να γίνονται τα ποιήματά του ούτε μια στιγμή μελό. Υπαινικτική η γραφή του και κάποτε με αξεδιάλυτες κρυπτικές αποστροφές. (Γιατί μονάχα αν ρωτήσεις θα μάθεις πως με το Ο καιρός σήμερα είναι λίγο σαν Μιχάλης υπονοείται ο μουσικός Μιχάλης Σιγανίδης). Λεπτή ειρωνεία και πικρό μειδίαμα απέναντι στον αφανισμό των ανθρωπίνων (προσώπων, τόπων, έργων). Συνοδεύει, ασφαλώς το λεπτεπίλεπτο χιούμορ που απελευθερώνει ευρηματικά λογοπαίγνια: «Στάσου, Μύγδονες», «Δημόσιος ακίνδυνος», «Ά-μορφη Θεσσαλονίκη», «ρημαγμένη-ειμαρμένη», «σπάνια γαία» και «γαίαν έχοις ελαφράν» κλπ…

Στεκόμαστε και βαδίζουμε επί των ερειπίων, πάνω σε πόλη μυστική και αόρατη (και δεν είναι μόνον οι κατακόμβες ή οι χαντακωμένες κοίτες ποταμών και ρεμάτων), πάνω σε τεκμήρια χιλιετηρίδων, αποδείξεις της παρουσίας λογής εθνοτήτων, πολιτισμών και έργων, από τα πιο ταπεινά μέχρι τα πιο μεγάλα, από τα πιο ένδοξα μέχρι τα πλέον ποταπά ή σκοτεινά. Μύστες, ψευδοπροφήτες, μάρτυρες, πλήθος αιρέσεων και δογμάτων, ταυτοτικών ιδιοπροσωπειών, θρησκευτικές κοινότητες σε αλληλοσπαραγμό, εμφύλιες διαμάχες, διαχρονικοί διωγμοί, αποκλεισμοί, εισδοχές προσφύγων και θυμάτων ανελέητων εξανδραποδισμών και εθνοκαθάρσεων. Όλα εδώ…

Όλοι από κάπου έχουν-έχουμε έρθει εδώ: Αμύνταιο, Κατράνιτσα, Τσοτύλι, Σκαλοχώρι, Σιαρμπάδες, Κοτύλη, Άγιος Αθανάσιος ή Καβακλή, Μεσσήνη, Σκούπελο, Μπουγιούκ Γκερντελή […] Καλάνδρα. Οι τάχα γηγενείς «Μπαγιάτηδες», επήλυδες είναι-είμαστε όλοι τους-όλοι μας. Η γερόντισσα της υπαίθρου στοργικά μας παρέδωσε στη Νύμφη του Θερμαϊκού όλους…

Αναρωτήθηκα μια στιγμή αν ο Ζαφειριάδης γράφει νεωτερικά εγκυκλοπαιδικά λήμματα που υποβάλλουν σε επείγουσα αναζήτηση και ενδελεχή ανάγνωση ή αν αυτά εδώ αποτελούν μια ποιητική καταλογογράφηση του επιχωματωμένου παρελθόντος της «συμβασιλεύουσας» με το «Πυργοφόρο στέμμα»… Στα ποιήματά του αναδεύει τις στάχτες με τη μασιά. Γιατί εκεί μέσα ανήκει πια η αλλοτινή ζώσα ύλη της πόλης ενώ η φωτιά στο συλλογικό θυμικό καίει ακόμα.

Στη σελίδα 25 και με αριθμό χρησμού XIV λύνουμε μια από τις απορίες μας, καθώς αντιλαμβανόμαστε ότι Ο Μάγος Αλκαζάρ είναι το alter ego του ποιητή, συνομήλικος, γεννημένος κι αυτός κατά το σωτήριον έτος 1981, ένα είδος στεριανής γοργόνας, μισός Πεντζίκης μισός διαδρομή και «δημόσιος ακίνδυνος» βέβαια. Ασφαλώς είναι ο ίδιος που βγαίνει τα βράδια του Σαββάτου «προς άγραν του Ρόδου του πιθανού». Εκείνος που περιμένει να φουσκώσουν τα ρέματα που κοιμούνται για να μας καθαρίσουν (αφού Η ποίηση δεν ξεπλένει) στην πόλη που χιονίζει μανδύες ιστορικούς.

Το μπράτσο του κουρέα, στο ποίημα «Στον πρώτο», που χρόνια υψώνεται, με έναν ευδιάκριτο αριθμό γραμμένο πάνω του με ανεξίτηλο μελάνι, αποκαλύπτει αίφνης, σε χρόνο μεταγενέστερο, τη φρικτή ιστορία «των στρατοπέδων» ενώ εκείνος μονάχα για τον Γκάλη και τον Γιαννάκη μιλούσε…

Η εγκιβωτισμένη, μέσα σε ποίημα του Ζαφειριάδη, καμπάνα του Γιώργου Ιωάννου, που ηχεί κατά την έξοδο φυγής των Γερμανών από την πόλη, αποκαλύπτει μια ραγισματιά πάνω της. Ο Ζαφειριάδης μάς υποχρεώνει να την κοιτάξουμε προσεκτικότερα. Γιατί δεν είναι τελικά ο χαρμόσυνος ήχος που απελευθερώνει την πόλη αλλά το ίδιο το τραύμα… (Ο τρώσας και ιάσεται… δηλαδή «αυτός που σε λάβωσε θα σε γειάνει» σχολιάζει ο Αριστοφάνης, όπου πληγή και ποίημα μας λέει ο Χριστιανόπουλος).

Προσπάθησα να κάνω μια πρόχειρη θεματολογική ταξινόμηση στα ποιήματα της συλλογής. Τέσσερα από αυτά έχουν χαρακτηριστικά επιγραμμάτων. Από αυτά το Ι, που μοιάζει και σαν motto σε πρώτη ματιά, αποτελεί προϊόν διαδικτυακής αλίευσης. Εδώ, ο θρυλικός ποδοσφαιριστής Πάμπλο Γκαρσία του ΠΑΟΚ γίνεται αίφνης …χρυσόψαρο που είναι κάτοικος Θεσσαλονίκης. Το XXVI που αποτελεί και το τελευταίο αριθμημένο ποίημα επιχειρεί να βάλει τα πράγματα στη θέση τους και αποτελεί καθαρή διακήρυξη: «Η δική σας και η δική μας Θεσσαλονίκη δεν είναι το ίδιο πράγμα κύριοι!».

Μια άλλη μικρή ενότητα αποτελούν τα ερωτικά – με τους αριθμούς V και Χ. Τα ποιήματα των τοποσήμων, των ιστορικών περιδιαβάσεων ή περιπλανήσεων αποτελούν την πιο μεγάλη ενότητα. Στέκομαι σ’ αυτήν: Το δεύτερο ποίημα εδώ, εισαγωγικό κολλάζ συμβόλων-συνθηματικών με την ιστορία του μετασχηματισμού του προσώπου της πόλης μέσα στον χρόνο. Αργοκαταπίνοντας Τούμπες, Κρουσίδες κ.ά. | Πυρκαγιές και εκθέσεις. Η επιχειρηματική δραστηριότητα και το εμβληματικό φωτεινό γοβάκι του Καρύδα (και αργότερα της  Fena) στην Εγνατία. Η αναφορά για τα εξαφανισμένα σίδερα για τις λάσπες, πλάι στα σκαλοπάτια των μονοκατοικιών που τα κατάπιαν σιωπηλά τα πεζοδρόμια. Κι αλήθεια ποιος ακόμα θα μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη, εκτός από την ακοίμητη ποιητική συνείδηση, τη μουσειακή πια παρακαταθήκη των νυφικών – ή και άλλων ρούχων– από μεταξωτό ύφασμα …αλεξιπτώτων, μετά τον πόλεμο; Μια θαυμαστή μεταποίηση που επινόησε η οικονομική ένδεια και η ανάγκη. Και στην κατακλείδα οι στοχαστικές τρεις τελευταίες σειρές που επισημαίνουν την συνεχή ανασκαφική δραστηριότητα μέσα στο πολεοδομικό συγκρότημα:

Κρυφές αυλές κι ανασκαφές
Εντόσθια ακάλυπτα εκτεθειμένα
Ουλές κρυφά λατρεμένες.

Τα λουλούδια, κάθε Κυριακή σε διαφορετικό τάφο, στα Συμμαχικά νεκροταφεία του Ζέιτενλικ που αφήνει «ένας υποθετικός άνθρωπος». Αυτός, πάνω στους τάφους των αγνώστων-ανωνύμων στρατιωτών πεσόντων αφήνει το προσκυνηματικό του αποτύπωμα. Ο τίτλος του ποιήματος Known unto God, που είναι γραμμένος παντού στην Ευρώπη σε παρόμοιους τάφους, θα πει Γνώριμος στον Θεό. Αυτό συμβαίνει δυο το πολύ εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα από το στρατόπεδο-κολαστήριο του Παύλου Μελά της Σταυρούπολης-Πολίχνης. Κι ο φύλακας Όμηρος, που πεθαίνει στο ομώνυμο σπαρακτικό ποίημα, της αμέσως επόμενης σελίδας, ήταν

        ο μόνος που άφηνε
στου Μελά τα σύρματα
μάνες, γυναίκες κι αδερφές
τσιγάρα να περάσουν και κουβέντες
πνιχτές στους αιχμαλώτους

Σε ποίημα προβάλλουν και οι εμβληματικοί δίδυμοι της Θεσσαλονίκης που αενάως χαιρετούν. Στην παραλία, στις συγκεντρώσεις, στα φεστιβάλ και τις συναυλίες μπλεγμένοι ανάμεσα στον κόσμο. Χαρωπά και ευγενικά ηλικιωμένα παιδιά. Μνήμη Γεωργίου Βιζυηνού στην Ευαγγελίστρια ανεβαίνοντας για Σαράντα Εκκλησιές. Μνήμη και του τραμ της πόλης. Εκεί που είναι τώρα οι νεραντζιές της Βασ. Ηρακλείου κάποτε μύριζε ταμπάκο. Έτσι όπως, ίσως μύριζε η πανούκλα του 1873. Ο θρήνος των θεσσαλονικέων για την κλοπή των αγαλμάτων της Ρωμαϊκής Αγοράς από τους Γάλλους. Κυλιούνται στο ρυάκι πλάι στο μύλο του Τσινάρ Αλτή απελπισμένοι. Ο μπαζωμένος χείμαρρος, που πλημμύρισε αργότερα τον κινηματογράφο Ιφιγένεια στη συμβολή Βασιλέως Ηρακλείου και Αριστοτέλους.

Είναι εδώ και το δωμάτιο 25 στο Ξενοδοχείο «Αστόρια», Τσιμισκή με Αγίας Σοφίας, κατάλυμα του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ μέχρι αυτός να δολοφονηθεί. Καθώς στο κτίριο φιλοξενήθηκε κάποτε το «Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης» παρεμβάλλονται εδώ και οι στίχοι: Αυτά τα δάχτυλα είναι φτιαγμένα για φαγκότο και Νότες δεν θυμάμαι πια να διαβάζω.

Στο «Σάν Erasmus» ο Ζαφειριάδης μνημονεύει την Αγία Ματρώνα την εν Θεσσαλονίκη (και αργότερα εν Βαρκελώνη) που το σκήνωμά της πήραν οι Φράγκοι σέρνοντας πίσω τα χελιδόνια ουρά ενώ εκείνη ξεκινούσε το δικό της Εράσμους και μένοντας

εδώ μάλλον ξεχασμένη πια
διάσημη εκεί που δεν έζησε ποτέ.

Συγκλονιστικό το «Προσκλητήριο» με τον αριθμό XVI

Ήρθε στην πυρίκαυστο το’85
απ’ τη Βάρνα στις Συκιές
Τώρα χαζεύει στην είσοδο της οικοδομής
παλιά ονόματα ιδιοκτητών
 στους αζήτητους λογαριασμούς και φακέλους

Σχέση μίσους-έρωτα με την πόλη: μια σχέση σκέτος χωρισμός. Και διαπιστώσεις: Η πόλη αυτή δε θέλει τα χάδια σου. […]

Όλο νύχια και αγκάθια – καθόλου χνούδι,
τσαλιά κι αγκάθια

Όμως:

Ο καθαείς τη δική του πόλη ξέρει και μέσα κουβαλά…

Και ύστερα:

Τώρα που η πόλη σε διώχνει
δεν ξέρω πόσο ακόμα θα αντέχεις
με μαύρα λιθάρια στο σάκκο
να γυρνάς στους δρόμους της.

Υπόμνηση –μάλλον σαφής– του Καβαφικού ποιήματος:

Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθεῖ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾶς
τοὺς ἴδιους. Καὶ στὲς γειτονιές τὲς ἴδιες θὰ γερνᾶς·
καὶ μές στὰ ἴδια σπίτια αὐτά θ’ ἀσπρίζεις.
Πάντα στὴν πόλι αὐτή θὰ φθάνεις.

Ο Ζαφειριάδης λειτουργεί σαν διαμεσολαβητής μεταξύ του παρόντος-παρελθόντος της πόλης. Ορισμένες φορές αντιλαμβάνομαι ότι μας έρχεται από ένα παρελθόν μακρινό. Μιλά σε παρακείμενο, αόριστο και παρατατικό σπανίως όμως σε ενεστώτα δηλαδή για το εδώ και το τώρα το δικό του και της πόλης. Ο Ζαφειριάδης καταθέτει μικρές ιστορικές πραγματείες του, εθνολογικά σημειώματα και κοινωνιολογικά σχόλια. Παρατηρεί, ανασκάπτοντας ένδον και τις ανασκαφές γύρωθεν, και συναισθάνεται. Δεν ασκεί κοινωνική κριτική, δεν αφήνεται να παρασυρθεί σε καταγγελίες. Δεν πασχίζει να βάλει εμπόδια στον χρόνο που κάνει τη δουλειά του και φροντίζει να τα σαρώσει και να τα σκεπάσει με τον μανδύα της λήθης όλα. Είναι μια σοφή υποταγή στην ανθρώπινη μοίρα αυτή.

Το τελευταίο ποίημα, εκτός αρίθμησης, Δίκην μνημοσύνου για το στραβό δέντρο στο 41ο Δημοτικό Σχολείο της Ικτίνου. Το μοναδικό ποίημα της συλλογής που το συνοδεύει φωτογραφία. Το δέντρο μοιάζει ανάπηρο. Ξεκινά με κλίση 45ο και μόλις φτάσει στο μπόι ενός παιδιού αναπτύσσεται παράλληλα με το έδαφος. Το άλλο δέντρο δίπλα του ψηλώνει κανονικά ενώ αυτό σαν να αρνείται.

Δεν καταλαβαίνετε εσείς
Πόσες οι μορφές
Πόσο παιχνίδι
Πώς το πεύκο να μην κουραστεί…

Άρνηση μέχρι τη μοιραία συντέλεια: Το κόψιμό του… Το ξύλινο μπαστουνάκι που το στήριζε στο τέλος, μαζί με το ποίημα του Ζαφειριάδη, υπόμνηση για το χαμένο παιχνίδι, ύμνος στη διαφορετικότητα και στα χρόνια της αθωότητας, που μαζί με όλα τ’ άλλα – και με κάθε τρόπο, υπερασπίζεται αυτή η εξαιρετική συλλογή.

*

*

*