Donald Justice, «Το όνομά μου είναι όλα ή κανένα»

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Κώστας Μπέης

Γεννημένος στο Μαϊάμι και έχοντας κάνει τις σπουδές του εκεί (εν μέρει με τον συνθέτη Καρλ Ραγκλς), ο Ντόναλντ Τζάστις  (1925-2005) επέστρεψε στον γενέθλιο τόπο του το 1982 ως καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φλώριδας, στο Γκαίινσβιλ. Για πολλά χρόνια δίδαξε στο Εργαστήρι Συγγραφής τής Άιοβας. «Εντρυφώ», λέει ο ομιλητής ενός ποιήματος του Τζάστις, «στις δαψιλές αρνήσεις». Τα εμβληματικά τοπία του είναι γεμάτα με απουσίες – με τα σβησμένα, τα προσωρινά, τα κενωμένα, «ένας τόπος των άλλων και της σιωπής» όπου σπιθίζουν ασταθή ή μισοαπειλητικά σημεία και θαύματα. Κάτω από την ανακλαστική επιφάνειά τους, τα ποιήματά του ανακινούν μνήμες μιας αθωότητας ύπουλα προδομένης. Εάν η ποίηση μπορεί επαρκώς ν’ αποκαλύψει ή ενδεχομένως να λυτρώσει εκείνες τις μνήμες, είναι το ερώτημα που έχει θέσει εξ αρχής, για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Ο μετριοπαθής τόνος του Τζάστις και η σχολαστική τεχνική του κάποτε κρύβουν την τέχνη με την οποία μπορεί ανεπαίσθητα να κάνει το οικείο ξένο. Το πρώτο βιβλίο του Τζάστις κέρδισε το Βραβείο Λαμόντ το 1959. Τα Selected Poems τιμήθηκαν με το Βραβείο Πούλιτζερ το 1980.

~.~

Άντρες στα σαράντα

Άντρες στα σαράντα
Μαθαίνουν να κλείνουν σιγά
Τις πόρτες σε δωμάτια όπου δεν θα
Επανέλθουν.

Καθώς παίρνουν μια ανάσα στο πλατύσκαλο,
Το νιώθουν
Να κινείται κάτω τους τώρα σαν κατάστρωμα πλοίου,
Αν και το κύμα είναι απαλό.

Και βαθιά μες σε καθρέφτες
Ανακαλύπτουν πάλι
Το πρόσωπο του αγοριού που προσπαθεί να δέσει
Του πατέρα τη γραβάτα στα κρυφά

Και το πρόσωπο του πατέρα,
Ζεστό ακόμη με το μυστήριο του αφρού ξυρίσματος.
Είναι πιο πολύ πατέρες παρά γιοι οι ίδιοι τώρα.
Κάτι τους γεμίζει, κάτι

Που μοιάζει με τον ήχο το λυκόφως
Των τριζονιών, πελώριον,
Γεμίζοντας τα δέντρα στους πρόποδες του λόφου
Πίσω απ’ τα υποθηκευμένα σπίτια τους.

///

Ο τουρίστας από τη Σύρακιουζ

Ένας από κείνους που θα μπορούσε να είναι πωλητής αυτοκινήτων
ή ένας τουρίστας απ’ τη Σύρακιουζ ή ένας πληρωμένος δολοφόνος.
ΤΖΩΝ ΝΤ. ΜακΝΤΟΝΑΛΝΤ

Δεν θα με αναγνωρίσεις.
Η μορφή μου τρυπώνει
Σε καθρέφτες υγρούς μπάνιων
Ενώ ψηλαφείς τον διακόπτη.

Στη ματιά μου ένα βλέμμα
Κρύων ματιών αγαλμάτων
Που κοιτούν τα περιστέρια
Να γυρνούν απ’ το τάισμά σου·

Σταθερά εγώ στη γωνιά μου
Με μαρμάρινη απάθεια.
Κι αν κινούμαι ποτέ, είναι
Με το ίδιο ακριβώς τέμπο

Της σκιάς απ’ την τέντα
Όπου στέκω αναμένοντας,
Με της οποίας το μαύρο
Ήδη έχω αναμιχθεί.

Μιλώ σπάνια, και πάντα
Μ’ έναν ψίθυρο ελάχιστο
Σαν του πλήθους που συρρέει
Σε τροχαία δυστυχήματα.

Να το πω πια ποιος είμαι;
Το όνομά μου είναι όλα, ή κανένα.
Ένας πωλητής μεταχειρισμένων,
Ο τουρίστας απ’ τη Σύρακιουζ,

Εκτελεστής συμβολαίου, αναμένω.
Εδώ θα στέκομαι πάντα
Ξεχασμένος επιβάτης–
Οικείος, ανώνυμος–

Στη συνήθη γωνιά μου,
Τη γωνιά όπου στρίβεις
Να πλησιάσεις στο μέρος όπου πια
Μην ελπίζεις να φτάσεις.

///

*

*

*