Guido Gozzano, Σονέτα

*

Μετάφραση Σωτήρης Τριβιζάς

~.~

Ο Γκουΐντο Γκοτσάνο γεννήθηκε στο Τορίνο το 1883 και πέθανε στην ίδια πόλη το 1916 από φυματίωση. Υπήρξε κορυφαίος εκπρόσωπος του κινήματος των crepuscolari, των ποιητών «του λυκόφωτος», η ποίηση των οποίων διακρίνεται για τον άκρατο λυρισμό και το μελαγχολικό της κλίμα, κάτι που τους φέρνει κοντά στους δικούς μας ποιητές του Μεσοπολέμου.

 

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΣΟΝΕΤΟΥ

Δόξα σ’ εσάς, Πατέρες, που Μαντόνες
αγαπημένες σε πλατωνικό μαρτύριο
υμνήσατε αναγείροντας το κτίριο
που ακουμπά σε δεκατέσσερις κολόνες.

Τίποτα δεν υπάρχει πιο γλυκό από σένα
ανταμοιβή μιας νύχτας αγρυπνίας
ούτε η κόμη κάποιας όμορφης κυρίας
ούτε τα γαλλικά καινούργια μέτρα.

Τέτοια μορφή δεν έχει ο κόσμος όλος
όταν κρυφά και με φροντίδα σ’ ετοιμάζει
σε μέθη ανείπωτη σοφός ονειροπόλος.

Και άλλη φόρμα στην ακρίβεια δεν σου μοιάζει.
Άφθαρτες λέξεις, ζουν για χρόνια χίλια
σαν τα παλιά πολύτιμα κειμήλια.

///

ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΓΝΩΣΤΗ

Δεν ξέρω τ’ όνομά σου, τη μορφή,
δεν ξέρω ούτε των ματιών το χρώμα.
Δεν ξέρω πώς χαμογελάς κι ακόμα
δεν ρώτησα: ξανθιά ή μελαχρινή;

Ξέρω πως ζεις μες στη βαθιά σιωπή,
ξέρω πως αγαπάς τα ποιήματά μου.
Κι αυτό φέρνει κοντά τα βήματά μου
σε σένα, που σε νιώθω αδελφή.

Έξω από αυτό το όνειρο της λύπης
ίσως ποτέ να μη συναντηθούμε,
ίσως ποτέ δεν τύχει να ιδωθούμε.

Μα πιο κοντά σε νιώθω –και ας λείπεις!–
από αυτήν που δίπλα μου τυχαίνει.
Το πιο καλό είναι αυτό που δεν συμβαίνει!

///

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΙΣΤΙΑ

Θλίψη, σε είχε μες στην καρδιά του
εκείνο το αγόρι, δεν παν τόσα χρόνια,
που μασουλούσε συχνά μακαρόνια
σκυμμένο στα μαθήματά του.

Έφηβος, έπειτα, σε πήρε κοντά του
στο ταξίδι που η λαχτάρα τον είχε τυφλώσει
και ο πόθος τον είχε στραβώσει
μόλις ένιωθε γυναίκα σιμά του.

Σήμερα όμως η θλίψη τελειώνει.
Φεύγει από την ψυχή την καημένη
και στη θέση της μπαίνει ένα γέλιο πικρό.

Ένα γέλιο που το στόμα στραβώνει.
Και δεν ξέρω κάτι πιο θλιβερό
από το να μη νιώθει μια ψυχή λυπημένη.

*

*

*