*
ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΧΡΥΣΗΣ ΜΥΚΗΝΗΣ
Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης
πάνω σε πέταλο χρυσού δαχτυλιδιού
γάλα απ’ τα βυζιά σου αν μου χύνεις,
μέλι απ’ το μελίσσι του κορμιού *
της ομορφιάς σου, αχ, τον πόνο θα μου πλύνεις
πού ’ναι σκληρός σα δάγκωμα φιδιού.
* Πάντα το εφηβαίο της γυναίκας μου θύμιζε μελίσσι σε διχάλα δένδρου.
///
ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ
ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚÁΛΜΠΑΡΗ
Δεν πήρανε τουλούπες
ομίχλης για να γνέσουν
νήμα από νερό
δεν πήρανε να κάνουν
σχοινί από ρυάκι
διασίδι ποταμάκι
θαλάσσιο υφαντό.
Με τα κορμιά τους κάναν
ωραίον αργαλειό
να υφάνουν τους ανέμους
να παίξουν τον τυφλό·
με τα μαλλιά τους κάναν
κέρατα και προκάναν
μ’ αυτά τον ουρανό
ψηλά να τον στηρίξουν
μέσα στον γαλανό
αιθέρα να μην πέσει
επάνω στο λαό,
μην πέσει ως να ’ταν γλάστρα
επάνω στο Θεό,
μην πέσει ως να ’ταν γάστρα
κι αδειάσει όλα τ’ άστρα
στο αρχέγονο κενό.
///
ΣΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ
Ήρθε και είχε κόκκινα τα «μήλα».
Τα δάχτυλά της που τα τρύπησ’ ο ασβέστης
αίμα σταλάζαν αίμα κι όχι μύρα.
Και ήταν όμορφη, το είδα στις κινήσεις μου,
σιαχνόμουν μόλις βρέθηκε μπροστά μου ένας καθρέφτης.
Κι έπαιζε ακίνδυνα με λέξεις αφού είχε κάπως ηλικία περασμένη.
Το «καπουτσίνο ή μήπως το πουτσίνο» έλεγε μπροστά μας καθισμένη.
Η γύφτισσα που μπήκε μ’ απλωμένη παρουσία ασουλούπωτη
σαν όλους πού ’ρχονται απ’ τον άνεμο και όχι από σπίτι.
Κόκκινο μελαψό χαμόγελο και είχε κρεμασμένο το μωρό σ’ αρχαία θήκη.
Μπήκε μετά μια νεαρή ευγενική ζητώντας τους σφυγμούς της να μετρήσουμε.
Κανένας δεν ρωτούσε αν έπρεπε να ζήσουμε ή μήπως να μην ζήσουμε.
Μπήκαν και άντρες όσο ήμουνα εκεί μα δεν τους είδα.
Μόν’ έν’ αγόρι είδα πού ’χε σκουλαρίκι και κοτσίδα
(πρίγκιπας της Λυδίας και γνωστός απ’ του Ομήρου μια σελίδα)
μαζί μας κοίταξε που αίμα στάζαν, αίμα κι όχι μύρα
τα δάχτυλά της που σα ν’ άγγιξαν, αμάν,
σα ν’ άγγιξαν του πόθου την πορφύρα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
*
