*
του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
~.~
Θα ήταν φαινόμενο κωμικό αν δεν αφορούσε τόσο άμεσα τη ζωή μας. Μιλώ για τη στρατηγική παράλυση της ευρωπαϊκής ηγεσίας παρά τα αλλεπάλληλα ραπίσματα του πιο αυθεντικού εκπροσώπου του αμερικανικού ήθους. Οι διακηρύξεις αλληλεγγύης προς τη Δανία, τα δειλά αντίμετρα, οι τελετουργικές δηλώσεις περί σεβασμού της κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των εθνών (στον αρκτικό κύκλο και τις ουκρανικές πεδιάδες τουλάχιστον), ελάχιστα καλύπτουν την σκληρή πραγματικότητα: η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε τα στρατιωτικά μέσα, ούτε την πολιτική βούληση να αντιμετωπίσει κατά μέτωπον τον Αμερικανό προστάτη της. Όλοι γνωρίζουν ότι την κρίσιμη στιγμή, η Γροιλανδία θα κείται μακράν. Όμως το γεγονός είναι αδιαμφισβήτητο. Η Ευρώπη μετά από ογδόντα χρόνια βρίσκεται πάλι σε ένα γεωπολιτικό σημείο καμπής και το ζήτημα της Γροιλανδίας, καταδεικνύει περίτρανα αυτό που όλοι φοβούνται να πουν: η Ευρώπη δεν είναι εταίρος, αλλά ικέτης. Πώς φτάσαμε όμως ως εδώ; Γιατί καλή και άγια η οργή για τη χυδαιότητα του Ντόναλντ Τραμπ (παρότι μόλις πριν από λίγους μήνες η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, «πούλησε» την απόλυτη ταπείνωση ως μια καλή εμπορική συμφωνία), όμως αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει συγχωροχάρτι για όσους που επί δεκαετίες έχτιζαν μια χωρίς ηθικές αρχές ευδαιμονιστική γραφειοκρατία που τώρα έντρομη πασχίζει να σώσει το σαρκίο της.
Ήδη από τη δεκαετία του 1990, αρκετοί αναλυτές προέβλεπαν την εξάντληση της Ατλαντικής συμμαχίας, όχι λόγω κάποιας ιδεολογικής σύγκρουσης, αλλά λόγω της σταδιακής απόκλισης στρατηγικών συμφερόντων. Το ζήτημα της Γροιλανδίας είναι απλώς η κορωνίδα αυτής της απόκλισης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συλλογίζονται πλέον με ημισφαιρικούς- ηπειρωτικούς όρους, ενώ η Ευρώπη παραμένει παγιδευμένη σε ένα κανονιστικό και διαδικαστικό πλαίσιο. Τι κι αν κάποιοι είχαν προειδοποιήσει, με αξιοσημείωτη πρωιμότητα, για την θεμελιωδώς ασύμμετρη φύση της διατλαντικής σχέσης, ορίζοντας τον ατλαντισμό ως μορφή στρατηγικής και ψυχικής αποξένωσης; Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών νόμιζε (με το αζημίωτο φυσικά δι’ εαυτήν) πως η Ευρώπη ήταν σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η Ευρώπη γινόταν όλο και υποδεέστερη περιφέρεια της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Τώρα, μετά από δεκαετίες αμυντικής αβελτηρίας, τεχνολογικής εξάρτησης και πολιτισμικής αμερικανοποίησης, με τη διάλυση των παλαιών κυριαρχιών, οι Ευρωπαίοι βλέπουν ότι η αμερικανική οικουμενιστική ιδεολογία, υπό το πρόσχημα ορισμένων αξιών, εξυπηρετούσε κυρίως συγκεκριμένα γεωπολιτικά συμφέροντα. Αρκετοί Γάλλοι συγγραφείς (όπως ο κύκλος της GRECE και ο Αλαίν ντε Μπενουά) είχαν προβλέψει αυτή την αποσύνθεση. Ο στρατηγός ντε Γκωλ έθετε το ζήτημα της ευρωπαϊκής άμυνας, βασισμένης στην εθνική ανεξαρτησία, όχι από αντιαμερικανισμό, αλλά από βαθιά ιστορική επίγνωση. Ο Αρόν τόνιζε ότι οι συμμαχίες δεν είναι ποτέ ηθικές, είναι πάντα περιστασιακές. Μάταια. Και ο λογαριασμός ήρθε.
Γιατί όμως τώρα; Ιστορικά, το αμερικανικό ενδιαφέρον για την Γροιλανδία δεν είναι νέο. Από πολλές απόψεις, η Γροιλανδία είναι ήδη de facto ενσωματωμένη στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Βόρειας Αμερικής. Αυτό που αλλάζει σήμερα δεν είναι η φύση του αμερικανικού συμφέροντος, αλλά ο τρόπος έκφρασής του. Για πρώτη φορά, αυτό το συμφέρον διατυπώνεται δημόσια, προφορικά, επιθετικά και χωρίς αναστολές, σε μια λογική που, ακολουθώντας τον Καρλ Σμιτ, θα μπορούσε να περιγραφεί ως αποφασιστική: η ισχύς αναλαμβάνει την πρωτοκαθεδρία της έναντι των νομικών κατασκευών. Ότι «το διεθνές δίκαιο επικαλείται ο αδύναμος και αγνοεί ο ισχυρός», είναι μια πανάρχαια ιδέα. Το γεγονός ότι τώρα τη θυμήθηκαν οι ΗΠΑ έχει ως αιτία ότι η ηγεμονία τους στον μεταψυχροπολεμικό μονοπολικό κόσμο, αμφισβητείται σοβαρά πλέον από μια σειρά νέων μετατοπίσεων, με πρώτη εξ αυτών το μεγάλο έργο ηπειρωτικής συνδεσιμότητας που προωθείται από την Κίνα του Σι Τζινπινγκ και το οποίο ενοποιεί τις χερσαίες επικοινωνίες σε όλη την Κεντρική Ασία και τη ρωσική ενδοχώρα. Η ελκυστικότητα που έχει αυτό το έργο για σημαντικές περιοχές στις περιοχές της Ασίας (από την Ινδία και την Ινδονησία ως το Ιράν), σε συνδυασμό με την αποδολλαριοποίηση του εμπορίου και την αυξανόμενη σημασία του κινεζικού γιουάν, επηρεάζει τις ισορροπίες μέχρι την Ιβηρική Αμερική: δεν είναι τυχαία η εξέλιξη στη Βενεζουέλα, της οποίας το πετρέλαιο έρρεε προς την Κίνα – για να μην αναφερθούμε σε σιδηροδρομικές συνδέσεις μεταξύ Περού και Βραζιλίας, στην κατασκευή ενός υπερωκεάνιου καναλιού στη Νικαράγουα, και ούτω καθεξής. Είναι λοιπόν το χρέος των 38 τρισεκατομμυρίων δολλαρίων των ΗΠΑ και όχι η ελευθερία των καταπιεσμένων που κινεί τον Τραμπ. Διότι αν πάψει το δολλάριο να είναι παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα η Fed δεν θα μπορεί να τυπώνει κατά το δοκούν χαρτονόμισμα. Και τότε…
Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν η Βενεζουέλα, το Ιράν και η Γροιλανδία μπήκαν στο στόχαστρο. Ειδικά ο πλήρης έλεγχος της Γροιλανδίας θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να ελέγχουν τις νέες θαλάσσιες διαδρομές της Αρκτικής και να τις μπλοκάρουν κατά μήκος της γραμμής GIUK (Γροιλανδία-Ισλανδία-Ηνωμένο Βασίλειο) και, κατόπιν, σε δεύτερη φάση, κατά μήκος της γραμμής Γροιλανδία-Σβάλμπαρντ / Σπιτσμπέργκεν-Κόλα, εις βάρος της Νορβηγίας: του επόμενου θύματος αυτού του τεχνοκρατικού σχεδίου, η οποία συντόμως θα κληθεί να παραχωρήσει το αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ/Σπιτσμπέργκεν, το οποίο κατέχει εδώ και αιώνες. Η χρήση της Γροιλανδίας ως βάσης για πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς θα απειλούσε άμεσα τη συγκέντρωση ρωσικών δυνάμεων γύρω από τη Λευκή Θάλασσα και θα προσέδιδε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, τι περιθώρια έχει η Ευρώπη να αντιδράσει; Η εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ είναι τεράστια – και όχι μόνο αμυντικά (F-35, συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας και κυρίως η πυρηνική ομπρέλα). Η Ευρώπη χρησιμοποιεί την αμερικανική υποδομή λογισμικού, χρηματοοικονομικά το δολλάριο παραμένει νόμισμα αναφοράς, ενώ η SWIFT και οι κυρώσεις των ΗΠΑ υπαγορεύουν τι θα κάνουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Στην ενέργεια το αμερικανικό υγροποιημένο αέριο κυριαρχεί όλο και περισσότερο στη βιομηχανία και στα κατασκευαστικά έργα. Νά γιατί απειλεί ο Τραμπ. Νά γιατί παραβιάζει τη μεταπολεμική συναίνεση ήδη από το 2020 (όταν αμφισβήτησε το ΝΑΤΟ) πριν φτάσει να απαιτήσει το 2024 «οι χώρες που δεν πληρώνουν να τα βγάλουν πέρα μόνες τους». Σήμερα, το καθιστά σαφές: η Ευρώπη πρέπει να πληρώσει, αλλιώς η ομπρέλα θα αποσυρθεί. Είναι σαφές ότι οι εγγυήσεις, ακόμη και για την κυβερνοασφάλεια, είναι πολιτικά εξαρτημένες. Η στρατιωτική εφοδιαστική, οι δορυφόροι, τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, χωρίς αμερικανική πρόσβαση, είναι ουσιαστικά απρόσιτα. Σαν να μην έφτανε αυτό, μετά τη ρήξη με τη Ρωσία, η Ευρώπη εξαρτάται πλέον και ενεργειακά από τις ΗΠΑ. Η «αντλία» χρησιμοποιείται για την επιβολή περαιτέρω πολιτικής και οικονομικής υποδούλωσης και τα πράγματα θα χειροτερεύουν, γιατί με τις νέες συμφωνίες όπλων, θα εξαρτηθούμε ακόμη περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για να μην αναφερθούμε στο αμερικανικό λογισμικό που ελέγχει τα πάντα: ο Μεγάλος Αδελφός βρίσκεται σε κάθε υπολογιστή, σε κάθε κάμερα ή σε οποιοδήποτε άλλο σύστημα στην Ευρώπη. Πήραμε μια γεύση παλαιότερα στην Ελλάδα με τις υποκλοπές. Παίρνουμε τώρα μια γεύση τι σημαίνει αυτό με τον Τραμπ. Και νά γιατί η Ευρώπη «πληρώνει» το αμερικανικό σχέδιο για την Ουκρανία: πρώτα το «πολεμικό» (του Μπάιντεν) και τώρα το «ειρηνευτικό» (του Τραμπ)!
Ήρθε η στιγμή να είμαστε ειλικρινείς. Όσοι πιστεύουν ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν μια τυχαία κλιμάκωση παρερμηνεύουν τα στρατηγικά συμφέροντα της Ουάσιγκτον. Από το 2014, η αμερικανική εξωτερική πολιτική εργάστηκε για να απομονώσει τη Ρωσία από την Ευρώπη, καταβάλλοντας κολοσσιαίες προσπάθειες. Μετά το Μαϊντάν, περισσότερα από 5 δισεκατομμύρια δολλάρια επενδύθηκαν στην «προώθηση της δημοκρατίας» στην Ουκρανία (Βικτώρια Νούλαντ, 2014). Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν όπλα, εκπαίδευσαν τον ουκρανικό στρατό σύμφωνα με τις δυτικές τακτικές και εδραίωσαν το δόγμα του ΝΑΤΟ στον μηχανισμό ασφαλείας της χώρας. Πολυάριθμες ΜΚΟ, ομάδες προβληματισμού και σύμβουλοι κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταστάθηκαν συστηματικά στο Κίεβο που ενσωματώθηκε πολιτικά, οικονομικά και μιντιακά στη Δύση, χωρίς να χρειαστεί να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Από το 2016, έχουν παρασχεθεί εκατοντάδες εκατομμύρια δολλάρια σε στρατιωτική βοήθεια κάθε χρόνο. Με τον πόλεμο του 2022, αυτή η βοήθεια έχει φτάσει σε διψήφια ποσά δισεκατομμυρίων δολλαρίων, συμπεριλαμβανομένων βομβών διασποράς, συστημάτων Patriot και εκπαίδευσης Black Hawk. Ο αγωγός Nord Stream ανατινάχθηκε, οι διπλωματικοί δίαυλοι διακόπηκαν. Σήμερα πλέον το τοπίο ξεκαθαρίζει. Νικητές: οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ηττημένοι, όλοι οι άλλοι: Ρωσία, Ουκρανία, Ευρώπη.
Μπορεί να αντιδράσει η Ευρώπη σε αυτά τα σχέδια που την θέλουν απλώς πιόνι στην αντιρωσική και αντικινεζική στρατηγική; Μπορεί. Αλλά δεν θέλει. Η συμφωνία του περασμένου καλοκαιριού για εισαγωγή αμερικανικού σχιστολιθικού φυσικού αερίου αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολλαρίων και δέσμευση να επενδύσει η Ευρώπη 600 δισεκατομμυρία δολλάρια, ενώ τα αμερικανικά προϊόντα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αδασμολόγητα (την ώρα που η ΕΕ δεχόταν τιμωρητικούς δασμούς 15% στις κύριες εξαγωγές της: αυτοκίνητα, μηχανήματα, ημιαγωγούς- για να μην αναφέρουμε την πρόσφατη εξαγγελία νέων δασμών επειδή πήγαν εκδρομή 30 Ευρωπαίοι στρατιώτες στη Γροιλανδία) δεν ήταν μια συμφωνία ισορροπίας. Ήταν έκφραση απόλυτης υποταγής. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ντροπή. Αλλά η γραφειοκρατία των Βρυξελλών και οι όπισθεν αυτής εκφυλισμένοι βιομήχανοι δεν διαθέτουν αυτό το αίσθημα. Τρέμουν τη στιγμή που ο Τραμπ θα πει: «Τη Γροιλανδία και δύο τρισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, αλλιώς δεν υπάρχει προστασία». Καμία πρόσβαση σε στρατιωτικές υποδομές. Καμία πυρηνική αποτροπή. Καμία κυβερνοασπίδα. Κανείς δορυφόρος. Καμία πρόσβαση σε αμερικανικές οικονομικές πλατφόρμες. Καμία συνεργασία με τις στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Δεν τολμώ φυσικά να γράψω για την ελληνική στάση σε αυτό το περιβάλλον. Το ελλαδικό πολιτικό προσωπικό αλλά και η κοινωνία μας (όπως περιέγραψε ο Π. Κονδύλης) δεν έχει καμία δυνατότητα επιλογής στη σύγκρουση που πλησιάζει, αν δεν υπάρξει μια εκ θεμελίων ανατροπή. Η απλή και καθαρή εξάρτηση από τις ΗΠΑ είναι η πιθανότερη εξέλιξη. Αλλά μήπως αυτή δεν φαίνεται να είναι η μοίρα και ολόκληρης της Ευρώπης, τουλάχιστον υπό τη σημερινή της μορφή; Παρά ταύτα, μια πιθανή κατάληψη της Γροιλανδίας από τους Αμερικανούς, είτε άμεση είτε έμμεση (πόσο μάλλον η ύπαρξη έστω και ενός νεκρού), αν για τις ελίτ των Βρυξελλών θα αποτελούσε στρατηγική υποχώρηση, για τους λαούς της Ευρώπης ίσως θα ήταν ένα χρήσιμο ψυχολογικό σοκ. Η ταπείνωση συχνά επιφέρει αναγέννηση. Αρκεί να υπάρχουν ζωτικές δυνάμεις. Τις έχει αυτή τη στιγμή η Ευρώπη; Δεν γνωρίζω. Θα φανεί αν οι λαοί της μπορέσουν να βγάλουν σωστά συμπεράσματα και απαλλαγούν από τους διαχειριστές της παρακμής. Από αυτούς που κερδίζουν από τον εκφυλισμό της. Από τις ελίτ που κάνουν αυτό που έχουν μάθει τέλεια όλα αυτά τα χρόνια: να δίνουν παράσταση χωρίς να αναλαμβάνουν δράση. Αν όμως η διατλαντική σύνδεση δικαιολογούνταν κάποτε από την ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης και την απειλή της ηπειρωτικής κατάκτησης, σήμερα αυτός ο κίνδυνος δεν υπάρχει, όσο κι αν ειδικά συμφέροντα συντηρούν το σκιάχτρο της ρωσικής απειλής. Η σημερινή Ρωσία είναι μια περιφερειακή δύναμη, μπλεγμένη σε μια δαπανηρή σύγκρουση που αποκάλυψε τις περιορισμένες δυνατότητές της. Η Ευρώπη, από την άλλη πλευρά, έχει (ακόμη) επαρκή οικονομική και στρατιωτική ισχύ, τουλάχιστον για να υπερασπιστεί από τη Ρωσία, την ασφάλειά της. Πρέπει συνεπώς να τολμήσει.
Μια συμμαχία που μπορεί να επιβιώσει μόνο με το τίμημα της σιωπηλής ταπείνωσης δεν είναι συμμαχία. Είναι μια εξάρτηση. Στον παγωμένο καθρέφτη της Αρκτικής, η Ευρώπη ας κοιτάξει επιτέλους το πρόσωπό της. Αν δεν δράσει τώρα θα βυθιστεί στα παγωμένα νερά. Και δράση σημαίνει να οικοδομήσει μια κυρίαρχη στρατιωτική δομή, να οργανώσει μια ευρωπαϊκή κυβερνοδιοίκηση χωρίς αμερικανική τεχνολογία, να προχωρήσει στην ενεργειακή απεξάρτησή της από τις ΗΠΑ μέσω στρατηγικών συνεργασιών με την Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική, να αναζητήσει ψηφιακή κυριαρχία πάνω στα δικά της πρότυπα. Η Ευρώπη πρέπει να απελευθερωθεί από την εξάρτησή της. Διαφορετικά θα μετατραπεί σε γεωπολιτικό κενό και πεδίο που θα λύσουν τις διαφορές τους Αμερικανοί και Κινέζοι. Αλλά η Ευρώπη δεν οφείλει τίποτα σε κανέναν εκτός από τους πολίτες της. Από τη Βόρεια Θάλασσα ως την Κύπρο. Από τον Ατλαντικό ως το Βλαδιβοστόκ.
*
*
*
