«Κάποια χαράματα τοῦ Αὐγούστου»

*

04:30΄ κάποια χαράματα τοῦ Αὐγούστου

Ξύπνησα ἤπια· μόνος σὲ στρῶμα μονό.
Θἄταν κάποιος θόρυβος τῆς νύχτας
ποὺ ἔκανε καὶ πάλι τὴ ζημιά…
Ὡραῖο πολὺ καὶ τὸ ὄνειρο ποὺ χάθηκε
ἡ αἴσθησή του ψηλαφητὴ ἀκόμη.
Στὸ πλευρό μου ξαπλωμένη Ἐσὺ
γυμνὸ τὸ σῶμα σου, εὔχυμο
οἱ ὦμοι ἀχιβάδα
τὰ καστανὰ μαλλιά σου παγίδα θαλπωρῆς
οἱ γοφοὶ σύκο μελωμένο
πόδια βελοῦδο, ἀπόλαυση τοῦ σεντονιοῦ.
Στὸ πλευρό σου, ξεσκέπαστος ἐγὼ
μὲ θέα ἀπεριόριστη στὴν πλάτη σου,
ἀσφυκτικὰ περιορισμένος στὸ ἐσώρουχό μου,
κρατῶ τὴν ἀνάσα μου μὴ σὲ ξυπνήσω
καὶ μὲ τ’ ἀνάστροφο τοῦ δείκτη
ἴσα ποὺ ἀκουμπάω
διατρέχοντας τὸν κορμό σου ὣς χαμηλά…
Ζῶ καθηλωμένος στὸν ξύπνιο μου
τὸ ὄνειρό σου·
ἄπιαστο.
Καὶ ἡ ταχυκαρδία δὲν λέει νὰ μ’ ἀφήσει…

///

Τυρινῆς, 02 Μαρτίου 2025

Πένθος κι ὀργὴ δυὸ μέρες πρίν·
τώρα ἡ βεβαιότητα μιᾶς ζωῆς ποὺ συνεχίζει.
Συνεχίζει μὲ ἐκτονώσεις καὶ παλινωδίες
στὶς ἴδιες πλατεῖες τῶν ἴδιων πολιτειῶν.

Μὲ τὸ ἴδιο ΚΤΕΛ τοῦ γυρισμοῦ μου
στὸν τόπο τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς μου ἐξορίας
ἄλλοι πηγαίνουν γιὰ ξεφάντωμα
στὴν πόλη τοῦ βορρᾶ ποὺ υἱοθέτησε
τὸν ἀδελφὸ τοῦ Καρνάβαλου τοῦ νότου.

Τρεῖς φοιτητριοῦλες
χαμόγελα ἀστραφτερὰ
στὴν γαλαρία δίπλα μου
βάφουν μὲ χέννα σκορπιοὺς στὰ στήθια τους,
ξέχειλα ἀπὸ κορσέδες ἀσφυκτικούς.
Ἡ μιά τους τραβιέται μ’ ἕναν τριαντάρη,
τὴν ἄλλη τὴν χαλάει ὁ βροχερὸς καιρός,
ἡ τρίτη ξινίζει μὲ τὴν ἡλικία
τοῦ γκόμενου τῆς πρώτης.

Κι ἐγώ, στὸ παρὰ πέντε τριαντάρης πιά,
σὰν νὰ μὴν φτάνει ποὺ τελείωσε
ἡ ἄδεια, ποὺ πάλι θὰ δῶ τοὺς «συναδέλφους»,
πρέπει κάπως νὰ διώξω τὸν καημὸ
ποὺ ἡ διάθεσή μου ἐκμηδενίστηκε
ἀπὸ τὴν ξινισμένη φάτσα
μιᾶς καρναβαλίστριας σὰν τὰ κρύα τὰ νερὰ.

Λ. ΚΕΡΑΜΕΥΣ

*

*

*