Του Γαλαξία (Δώδεκα Σονέτα για την Ομορφιά)

*

I

Του Γαλαξία ντύνομαι το σφρίγος
κι οδοιπορώ στην αρκτική σιωπή·
σαν καρναβάλι μοιάζει, βακχική γιορτή
μιας ομορφιάς επώδυνης το ρίγος

Τρέμω φριχτά να μη με αφανίσει
ερωτιδέως μεθυσμένη σαϊτιά·
μήπως η αδάμαστη του κόσμου ομορφιά
την ύπαρξή μου την καταβροχθίσει!

Ερωτικά το Σύμπαν με καλεί
σε μιαν ηδονική κοσμογραφία·
βαθιά με κόβει ό,τι αγάπησα πολύ

Φωνή ανάσας ζωντανής, ο στίχος μένει,
σπονδή παράφορη θνητής γεωμετρίας·
άλλο νεκρή, και άλλο σκοτωμένη.

ΙΙ

Του Γαλαξία σείοντας τ’ αστέρια,
περιπλανιέμαι στις ακρώρειες τ’ ουρανού
και στις γητειές ενός φωτός ερατεινού·
το μαύρο ανάγλυφο ν’ άγγιζα με τα χέρια!

Μιαν ομορφιά που κόβει την ανάσα
κεντά στο δέρμα μου παλιούς αστερισμούς
κι εγώ, πετώντας αναλύσεις κι ορισμούς
χαμένη κι άοπλη, μιλώ με τ’ άστρα.

Μπροστά στ’ απέραντο, είμαι κουκκίδα!
Μα, όμοια με θόλο βαθύ, νυχτερινό
μια σκοτεινή, ανερμήνευτη κοιτίδα.

Σαν οδοιπόρος που αχόρταγα ρεμβάζει
κρυφά τον έναστρο λαβύρινθο υμνώ·
είμ’ ένα βλέμμα που αυθαδιάζει

ΙΙΙ

Του Γαλαξία αναδεύοντας τις θίνες
εγκιβωτίζω το αρχέγονο νερό·
μέσα στου χρόνου τον κιρκάδιο χορό,
ριγούν του Απείρου οι παλλόμενες ωδίνες

Μια τερακότα μάς γεννά και μας σμιλεύει
σαν μαριονέτες, οδηγώντας τα σχοινιά,
κι έπειτα άσπλαχνα, γυμνούς, στην παγωνιά
μια μονοκοντυλιά εξολοθρεύει

Αλλά, του Έρωτα ο εξαίσιος ρυθμός
χτυπά το τζάμι μου, σκιρτώντας τα φτερά του:
η αχίλλειος πτέρνα της φθοράς και του θανάτου!

Σποδός αδιάφορη, μα δεν πεθαίνω.
Είμ’ ολοζώντανος, νεόκοπος πηλός!
Είμ’ ένα πλάσμα ερωτευμένο.

IV

Στου Γαλαξία το καράβι θα σαλπάρω,
εγκαταλείποντας τη γήινή μας φλούδα·
ρόδι μελίγευστο και μάγια πεταλούδας
συνταξιδιώτες μου μονάκριβους θα πάρω

Σπόρους ροδιού, τη γη για να ξεχάσω,
μια πεταλούδα απαλή για να χαϊδεύω,
καθώς το μαύρο τ’ ουρανού θα μεταλλεύω·
καθετί γνώριμο πασχίζοντας να χάσω…

Το Σύμπαν θα ζητά να με αρθρώσει
σαν παραμύθι με φινάλε σκοτεινό·
σαν ποίημα βενθικό να μ’ ενσαρκώσει

Ψηφίδα θα μπω στον ουράνιο τον θόλο
αστέρι γυάλινο, πουλί εωθινό·
το Σύμπαν είν’ ένα παιδί ονειροπόλο.

V

Σαν βασιλιάς ντυμένος στην πορφύρα
δαγκώνοντας τ’ απύθμενο σκοτάδι
δίχτυ σκορπά, λεπτόκοκκο απλάδι
φλέβα χρυσή στων κοραλλιών τη θύρα

Επίσημα τη μέρα χαιρετάει,
το στέμμα του στην πλάση παιανίζει
ζείδωρο φως, αίθρα στιλπνή χαρίζει
και τη ρωγμή του αγέρα διαπερνάει

Χρυσή μου σφαίρα, αγαπημένη,
σ’ ένα μαρμάρινο ναό πώς σελαγίζεις!
Κάθε σου αχτίδα την ανάσα μου ευφραίνει!

Άστρο μου αιθέριο, φωτιά του Απείρου,
μέσα στο Αιγαίο την παλέτα σαν βυθίζεις,
κήτος ολόφωτο, λαβωματιά του ονείρου!

VI

Προς την Ανατολή καθηλωμένη
η Νουτ, σαν Άτλαντας, τον θόλο στερεώνει
κορμί κατάκοπο, βαρύσφαιρο αξόνι,
καθώς του Ρα τον δίσκο περιμένει…

Βροχή στην έρημο ζεστών πυγολαμπίδων,
αρχαία μήτρα φαραώ κι αυτοκρατόρων·
πώς διαρρηγνύει τη συνείδηση των σπόρων
κι ακροβατεί στην κορυφή των πυραμίδων!

Μες απ’ του Νείλου τα χωράφια, οι φελάχοι
ευχαριστούν, για μια σοδειά κολοσσιαία,
τ’ ουράνιου θόλου το κατάφωτο γεράκι.

Τότε ο Ρα, κρυφά καλώντας το φεγγάρι,
πριν χαμηλώσει την ουράνια αυλαία,
κόκκινο βάφει το φιλί της Νεφερτάρι!

VII

Σαν παρατάχθηκαν οι αντίπαλοι στρατοί,
τ’ άστρα του Σύμπαντος και τα νησιά του Αιγαίου,
σάλπισμα υψώθηκε προλόγου αναγκαίου,
πάνω στον φλοίσβο νικηφόρο ν’ ακουστεί:

«Μπρος στα δικά σου αναρίθμητα αστέρια,
ειν’ τα νησιά μου λιγοστά, φτωχοντυμένα
με φυλαχτό γαλάζια χάντρα στον πυθμένα
περιζωσμένα απ’ αμέτρητα καρτέρια…»

Αθύρματα τ’ αστέρια· μια μελανή οπή!
Του Αδρία πλώρη και του Ελπήνορα κουπί
βαστώ, βίγλα και μνήμη ζώντων και μαρτύρων!

Είμ’ αγκωνάρι και αρμός τριών ηπείρων!
Κληρούχος είσαι μίας άμορφης αβύσσου•
μα εγώ είμαι πρόγευση και λίκνο Παραδείσου!»

VIII

Με τη φτερούγα ενός μεγάλου κοσμολόγου
περιπλανήθηκα στη γη της Ιωνίας·
πηγή του Απείρου κι απαρχή ευδαιμονίας
μες στη συνήχηση του Μύθου και του Λόγου

Νηρηίδα είσαι, ραδινή, χαριτωμένη•
του στοχασμού εσύ το πρώτο κοσμοδρόμιο
κι εγώ ευφρόσυνα σου πλέκω το εγκώμιο
γλαυκή ομορφιά, πάνω στην πέτρα λαξευμένη

Και τρυφερά, ξανά, αγγίζοντας το χώμα
χαράζω μόνη, με διαβήτη και κανόνα
ένα πανάρχαιο δικό μου διαβατήριο

Του Γαλαξία εσύ, το πρώτο, εφαλτήριο!
Αργοσταλάζει το μυστήριο των κβάντων
μες στο παρθένο, ατόφιο βλέμμα των Γιγάντων

ΙΧ

Του Ηλιοστασίου η στιγμή καθώς σιμώνει,
στήνουν οι άνθρωποι στον διάβολο παγίδα,
τραβούν μαζί του Μηδενός τη διελκυστίνδα·
τρόμος θανάτου παγωμένος τους στοιχειώνει…

Η γη αλάργα από τον Ήλιο ολισθαίνει,
σβήνουν τα φώτα, μυστικός φυγάς ο σπόρος·
μες στον χειμώνα κουλουριάστηκε ο λώρος
και σαν νεκρό πουλί στο έδαφος φυραίνει

Ποιο μαγικό κλειδί το Χάος θα καταλύσει;
Μονάχα ο Mύθος αντιμάχεται το μαύρο…
Ο Μίθρα νίκησε τον κοσμικό του ταύρο!

Σπόρους ροδιού μια νέα χρονιά θα κυοφορήσει!
Παινέματα, τραγούδια, δώρα της γιορτής
Ελπίδες στερεώνουν νέας εποχής.

Χ

Παιδί εξωγήινο κι ανθρώπινο αγόρι
συναντηθήκαν στον γαλάζιο μας πλανήτη
της καγκελόπορτας ανοίγοντας τον σύρτη
για της φιλίας το νησί έβαλαν πλώρη

Στη Σάντα Άνα ένα ωραίο δειλινό
περιπλανήθηκαν στης πολιτείας τα φώτα
με το ποδήλατο μοιράστηκαν μια βόλτα
μαζί ατενίζοντας τον άξενο ωκεανό

Πώς φαλκιδεύουν το ανοίκειο τα παιδιά!
Πατρίδες, σύνορα αδιάφορα τ’ αφήνουν•
τείχη πανίσχυρα μ’ ένα κραγιόνι σβήνουν

Με τη μικρούλα του εξωγήινη καρδιά
ο Ε.Τ. αφέθηκε στο αίνιγμα του αγνώστου
πριν επιστρέψει στους ορίζοντες του νόστου…

ΧΙ

Μεσάνυχτα· πάλι γυρνάς αστροντυμένη
στ’ ουράνιου θόλου τη γαλάζια προκυμαία
Λύρα επτάχορδη του άτυχου Ορφέα·
η Ευρυδίκη σε θυμάται βουρκωμένη…

Χνάρι ενός έρωτα ανεκπλήρωτου, μοιραίου
λυγμός αγάπης που ακούγεται αιώνια·
σαν γιασεμί μοσχομυρίζει στα σεντόνια
κορμί του Άδωνη, σταυρός του Ναζωραίου

Άλλοτε οι νότες, σου λεπτή ανατριχίλα·
γητειά σκορπούσαν της ανάσας σου οι χορδές
στις πέτρες, τα φυτά, τα ζώα, τις καρδιές,

τους ροδαμούς των άστρων και τα φύλλα·
τώρα, άπραγη, σκορπάς κατάστηθα οδύνη
κατασπαράσσοντας της νύχτας τη γαλήνη

ΧΙΙ

«Έναστρη νύχτα», ΒΙΝΣΕΝΤ ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

Απ’ το κελί σου ένα βράδυ θα σε βγάλω
τραυματισμένο από λόγχες αστεριών·
νυχοπατώντας, με τις άκρες των ποδιών,
μαζί, περίπατο να κάνουμε μεγάλο…

Φυσούν ανέμοι, τρεμοπαίζουν τα κατάρτια,
καμπύλες άστρων χρυσαφένιων, κυανών
δονούν ανάλαφρα παλίρροιες ωκεανών·
χρωμάτων δέσμες και ανάγλυφα νημάτια

Στο άσυλο μονάχος θα γυρίσεις,
γαληνεμένος στη σιωπή του λυκαυγούς
σύνεργα ψάχνοντας, να ζωγραφίσεις.

Στον θάλαμο, ένας τρόφιμος ουρλιάζει!
Τα χρώματά σου στον καμβά αιμορραγούν·
το Σύμπαν, ακατάληπτο, γιορτάζει.

ΜΑΡΙΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

*

*

*