*
του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ
~.~
Υπάρχει ένα δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου με τίτλο «Χωρομετρήσεις» και υπότιτλο «Τρισάγιο σε τρεις ποιητές» (δες Μελέτες, β΄ τόμος, Δόμος 1994, σ. 357-388). Οι ποιητές είναι ο Αττίλα Γιόζεφ, ο Όσιπ Μαντελστάμ, και η Άννα Αχμάτοβα. Αρχίζοντας, και προτού καταπιαστεί με τις περιπτώσεις τους, σχολιάζει:
«Μας έχουν ζαλίσει το κεφάλι μας. Όλοι ανεβασμένοι σε σανίδια διαφημίζουν τα αγαθά τους, διαλαλούν την πραμάτεια τους, φωτογραφίζονται προσωπικά ή ομαδικά, στα γραφεία τους ή παραταγμένοι σε εξέδρες, και στη μεγάλη ιστορική επέτειο –όλοι γιορτάζουν κάποια ιστορική επέτειο– […] βλέπουμε να παρελαύνουν από κάτω στοιχημένα:
5.800.000 τουφέκια και καραμπίνες,
102.000 οπλοπολυβόλα,
28.000 ολμοβόλα,
53.0000 πεδινά και βαριά πυροβόλα.»
Η αναφορά προέρχεται από την «Θριαμβευτική Παρέλαση» του ασυμπλήρωτου Κοριολανού του Έλιοτ. Βρίσκω το κείμενο άκρως επίκαιρο καθώς η παρούσα περίοδος του πλανήτη σημαδεύεται από συζητήσεις και προετοιμασίες για θηριώδεις εξοπλισμούς και για πιθανότητα πυρηνικού πολέμου. Ο Λορεντζάτος πιο κάτω τα βάζει με τις πολιτικές ιδεολογίες και με αυτούς που τις καλλιεργούν (αν όχι τις επιβάλλουν) και με όλους όσοι κατά την ρήση του Πασκάλ «πέφτουν έξω τόσο περισσότερο επικίνδυνα, όσο ακολουθούν ο καθένας μια δικιά του αλήθεια». Τα βάζει ακόμη με την «μεγαλεπίβουλη ιστορία» (που την θεωρεί αφαίρεση) όπως και με την «ανθρωπότητα» (άλλη αφαίρεση) γιατί τον ενδιαφέρει ο συγκεκριμένος άνθρωπος με σάρκα και οστά. Γράφει:
«Αλίμονο από τη στιγμή που ο άνθρωπος, με αφαιρέσεις δίχως σάρκα και οστά, αρχίζει να ξεκάνει ανθρώπους με σάρκα και οστά. Και αλίμονο από τη στιγμή που ο άνθρωπος για να ζήσει, κάποτε ή μια μελλούμενη μέρα, χρειάζεται να πεθαίνει κάθε μέρα. Ή να προπηλακίζεται, να εξανδραποδίζεται, και να ανταλλάζεται σε σκλαβοπάζαρα και σε μετοικεσίες ολάκερων πληθυσμών και άλλες τρομερές ανθρωπομηνίες (δεν βρίσκω άλλη λέξη). Αυτοί που καμαρώνουν στους εξώστες, ας μας το αποδώσουν το μέλλον τώρα, αν το κρατούν φυλαγμένο κάπου: σήμερα∙ όχι αύριο. Προπαντός όχι αύριο. Οι σελίδες της μεγαλεπήβολης ιστορίας είναι γεμάτες από τέτοια αγαθά-μετοικεσίες, λιμούς, λοιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς – και ο κόσμος δε θα αλλάξει μοναχός του από τη μια μέρα στην άλλη, αν ο κόσμος αλλάζει, που αυτό είναι μια υπόθεση μοναχά».
Εδώ βρισκόμαστε και σήμερα. Μάλιστα, όχι με την παρέλαση του Κοριολανού, που θα μπορούσες να πεις ότι είναι παρέλαση «λιανοντούφεκων», αλλά με δεκάδες φορές ισχυρότερα όπλα, πυραύλους και πυρηνικά με τα οποία μπορούν να τινάξουν τον πλανήτη στον αέρα. Ο πολιτισμός προχώρησε, ρίχνοντας «όλο το βάρος στην οικονομία», δημιουργώντας μια απαράδεκτη ανισότητα και εξαρτώντας τη ζωή των ανθρώπων από τις επιχειρήσεις και τις αγορές. Ο πολιτισμός προχώρησε. Η Δύση θεωρεί πως αυτός –ο δυτικός– είναι ο ανώτερος πολιτισμός. Μήπως όλο το πρόβλημα –γράφει ο Λορεντζάτος– είναι ότι
«ο άνθρωπος κοιτάζει έξω […] κοιτάζει έξω χρησιμοποιώντας ορισμένη μέθοδο, ας την ονομάσουμε αντικειμενική, που πολλοί την θεωρούν μάλιστα μοναδική, τη μέθοδο της επιστήμης. Και αν καμιά φορά κανένας τύχει να κοιτάξει μέσα του (όπως ο Φρόυντ), χρησιμοποιεί για μέσα την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιούσε για έξω, την αντικειμενική. Αυτό όμως δεν ωφελεί. Χρειάζεται να κοιτάξει μέσα του χρησιμοποιώντας άλλη μέθοδο, ας την ονομάσομε υποκειμενική, χρειάζεται να ακολουθήσει την οδό τού μέσα και όχι πάλι τη μέθοδο του έξω. Όσο αυτό δεν γίνεται, οι σελίδες της μεγαλεπήβολης ιστορίας θα ξεφυλλίζονται μονότονα “έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων” ή καταπώς “ξυνέγραψεν” ο Αθηναίος Θουκυδίδης. Γιατί η ανθρώπινη φύση υπάρχει, δεν είναι ανύπαρκτη, μήτε και την κανονίζουν κάθε φορά οι κοινωνικές σχέσεις, όπως αυτές καθορίζονται από την ιστορία, σύμφωνα με μια φιλοσοφία του περασμένου αιώνα που εξακολουθεί σποραδικά να μαζεύει ακόμα προσήλυτους».
Ο Λορεντζάτος το λέει αυτό ξανά και ξανά σε πολλά κείμενά του. Χωρίς αυτό το «μέσα» και το κοίταγμα εκεί, π;vς θα καταλάβει ο άνθρωπος (με σάρκα και οστά) ποιος είναι και τι θέλει αλλά και ποιος είναι ο διπλανός του, ο άλλος, ο εχθρός, ο φίλος, ο σύντροφος ή ο αποξεχασμένος, το παιδί το στερημένο τους γονείς του, ο καταδιωγμένος αλλά ακόμη και ο βάρβαρος και ο απάνθρωπος; Ο Λορεντζάτος ανήκει σε μια γενιά που δεν έθυε στις μαζικές κοινωνίες του σήμερα, ούτε στις μαζικές κομματικοποιημένες δημοκρατίες. Πίστευε στην καλλιέργεια –την εσωτερική– των ανθρώπων και στην απαραβίαστη σύνδεσή τους με μια πνευματική παράδοση που να μην είναι ούτε οικονομοκρατική, ούτε τεχνοκρατική.
Αφήνοντας τις αναφορές του στους τρείς ποιητές, μνεία ποιούμαι της Σιμόνης Βέιλ που, καθώς γράφει, «τόλμησε να προφέρει ανάμεσα 1940 και 1942 τον τόσο ανεπίκαιρα, αλλά αληθινά επαναστατικό λόγο: “το όπιο του λαού δεν είναι η θρησκεία, αλλά η επανάσταση”». Λογαριάστε ότι αυτή, η Βέιλ, το έλεγε μετά λόγου γνώσεως, όντας η ίδια αγωνίστρια και υπερασπιστής των αδυνάτων του καιρού της. Το απόσπασμα που θα παραθέσω εδώ θα πρέπει να το συλλαβίσουν ξανά και ξανά οι πολιτικοί, οι οικονομολόγοι και οι τεχνοκράτες για να μην πω όλοι μας, ειδικά σήμερα που τα πράγματα φτάνουν σε οριακές καταστάσεις ή μάλλον τις ξεπερνούν και ο κόσμος πορεύεται κατά μια μεριά που οι περισσότεροι –λογαριάστε: πρόκειται για δισεκατομμύρια– αγνοούν παντελώς:
«Περιττό να προσθέσει κανένας πως με την αφιλοσόφητη πολιτικοποίηση της ζωής του ανθρώπου οι ενδιαφερόμενοι κοντεύουν να του αποκόψουν ολόκληρη την υπόλοιπη διάσταση, που περιλαβαίνει τα αληθινά μεγάλα προβλήματα: τη ζωή και το θάνατο, τον πόλεμο του καλού με το κακό, την αγάπη, το σκοπό και το νόημα ή την ασυναρτησία του σύμπαντος, την πίστη και την απιστία, τα έσχατα και την “αποκατάσταση των πάντων”, την τελική πορεία της ψυχής του».
Το τεράστιο ζήτημα που σπάνια τίθεται είναι αυτή η «αφιλοσόφητη πολιτικοποίηση της ζωής του ανθρώπου». Η ενασχόληση εκεί μέσα σε στερεί τα άλλα που είναι και τα πιο καίρια και κύρια. Ο Λορεντζάτος μάς τα απαρίθμησε. Όλη του τη ζωή με αυτά ασχολήθηκε, αυτά μελετούσε, αυτά τον βασάνιζαν. Μια φορά μου είπε: «δεν υπάρχουν για όλα απαντήσεις». Σήμερα πολλοί θεωρούν ότι υπάρχουν. Κυριαρχεί ένας ανελέητος θετικισμός που σκάβει να βρεί απαντήσεις για όλα, καταργώντας και καταπατώντας τη βαθύτερη διάσταση της ζωής που είναι μυστηριακή και μυστική. Ανταποκρίνεται σε αυτό που λέει ο Ηράκλειτος «φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ». Ανταποκρίνεται στην ευαγγελική ρήση «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν». Η Αλήθεια κυκλοφορεί ανάμεσα ποίηση και αγιότητα, ανάμεσα έργο τέχνης και υπέρβαση εαυτού, όπου και στα δύο το βάρος πέφτει στο φωτισμό της ψυχής, έτσι που αυτός να οδηγεί το ταλαίπωρο σώμα. Όπου φεύγει από τη μέση η ψυχή, όπου υποβιβάζεται ή παραδίδεται σ’ ένα παιχνίδι ύλης-ενέργειας, όπου γιγαντώνεται η σωματική διάσταση και μάλιστα με την πιο σαρκική και αγοραία μορφή της, όλες οι πνευματικές σημασίες που αυλακώνουν αιώνες την ιστορία του ανθρώπου, τις κοινωνίες του, τα κατορθώματά του παραμορφώνονται και εξαφανίζονται και ο άνθρωπος απομένει σε αβυσσαλέα μοναξιά που προσδοκά να του την θεραπεύσουν οι μηχανές.
Το 1927, ο Χέρμαν Έσσε γράφοντας ένα εξαιρετικό κείμενο επιγραφόμενο «Ο ακάνθινος στέφανος του ποιητή», λέει μεταξύ άλλων τα παρακάτω συγκλονιστικά:
«Όταν πέθανε πριν από λίγους μήνες ο ποιητής Ρίλκε, μπορούσαμε να δούμε σαφώς από την συμπεριφορά του πνευματικού κόσμου –εν μέρει από τη σιωπή του, εν μέρει και ακόμη περισσότερο απ’ ότι εξέφρασε– πως ο ποιητής στην εποχή μας, ως αντιπροσωπευτικός τύπος του ψυχισμού του ανθρώπου, ωθείται, θα λέγαμε, σ’ έναν κενό χώρο ανάμεσα στον κόσμο των μηχανών και τον κόσμο της διανοητικής δραστηριότητας, κι είναι καταδικασμένος σε ασφυξία».
Και συνεχίζει κορυφώνοντας το νόημα:
«Πιστεύουμε στην ψυχή της οποίας τα δικαιώματα και οι ανάγκες δεν μπορούν ποτέ να πεθάνουν, όσον καιρό κι όσο πολύ και να καταπιεστούν […] Δεν πρέπει να αποκρύψουμε πως η ψυχή της ανθρωπότητας διατρέχει κίνδυνο, που βρίσκεται κοντά στον γκρεμό. Όμως δεν πρέπει να αποκρύψουμε πως πιστεύουμε στην αθανασία της».
Ο Έσσε έχει προδιαγράψει την όλη κατάσταση καθώς ακολούθησαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι με εκατομμύρια θυμάτων, όπως ο Τρακλ είχε προδιαγράψει τα επερχόμενα στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (πέθανε το 1914). Ο αληθινός ποιητής συλλαμβάνει αυτά που για τους άλλους περνούν απαρατήρητα γι’ αυτό και ο Καβάφης γράφει το στίχο «Ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί».
Τα γραφόμενα του Έσσε και του Τρακλ έρχονται να μας ανοίξουν τα μάτια και τα αυτιά για επικείμενες παρόμοιες καταστάσεις, καθώς οι εξοπλισμοί τέτοιων «αντισυμβατικών» όπλων επιβεβαιώνουν την γενικότερη έκπτωση του ανθρώπου, την καταβύθιση της ψυχής του σ’ ένα πεδίο εξασφάλισης Ισχύος με μέσα που κάθε άλλο συμβάλλουν στην συνύπαρξη των λαών και στην αναζήτηση τρόπων αντιμετώπισης του «κακού» απ’ όπου κι αν προέρχεται, τη στιγμή μάλιστα που παράλληλα σε αυτά τα δεινά καλλιεργείται ένα «πνεύμα» ευμάρειας και χλιδής που αποπροσανατολίζει τους πολλούς και εξασφαλίζει τεράστια κέρδη για ελάχιστους πλουτοκράτες.
Σε μια συνέντευξη παλιότερα ο Νίκος Καρούζος προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις:
«Η μοναξιά φίλε, είναι τρομερή στις μέρες μας. Το κακό το έκανε η περίφημη “καταναλωτική κοινωνία”, στην οποία ζούμε. Πολλαπλασιάζουμε ολοένα τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, με αποτέλεσμα να μην έχουμε ούτε λεπτό της ώρας για ανθρώπινη επαφή, για γνησιότητα επικοινωνίας. Η μοναξιά μας γίνεται έτσι το σκληρό τίμημα της παγερής ομαδικότητας, που καθορίζεται από δύο θεότητες: την ταχύτητα και την διαφήμιση»
(Νέα Πολιτεία», 22 Οκτ. 1969 – από το βιβλίο Η ζωή δεν έχει πώμα, Oι συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου, Ίκαρος).
Η πραγματικότητα που ζωγράφισε ο Καρούζος σχηματίζει κλοιό μέσα στον οποίο κυριολεκτικά χτυπιούνται οι άνθρωποι, χωρίς τις περισσότερες φορές να παρακολουθούν τι τους συμβαίνει και χωρίς να τους ενοχλεί αυτό που συμβαίνει. Εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο ζήτημα. Όταν ο άνθρωπος αφήνεται στην περιρρέουσα κατάσταση, όπως κι αν εξελίσσεται αυτή, όταν δηλαδή αποτελεί μια οποιαδήποτε μονάδα στον μαζικό κοινωνικό στρόβιλο, χωρίς αντιστάσεις, χωρίς διαμαρτυρία, χωρίς επίγνωση, χωρίς αντιπρόταση, χωρίς αναζήτηση εξόδου και διεξόδου, χωρίς να συνειδητοποιεί τα προβλήματα που έθεσε ο Καρούζος και πρωτύτερα ο Λορεντζάτος, προβλήματα που θέτουν οι γρηγορούντες διανοητές (εδώ και ο Έσσε), τα πράγματα έχουν φτάσει σ’ ένα όριο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θανατηφόρο, με την πνευματική έννοια: της φθοράς των ιδιοτήτων και των συστατικών εκείνων του ανθρώπου που τον κάνουν να ξεχωρίζει ως ανθρώπινη οντότητα, ως το μοναδικό πλάσμα στον πλανήτη που μπορεί να οργανώνει τη ζωή του όχι ως μάζα, αλλά ως προσωπική ύπαρξη εν ελευθερία.
Η μοναξιά για την οποία έκανε λόγο ο Καρούζος και η έλλειψη επικοινωνίας συνδυάζεται και εξαρτάται από την καταιγιστική εξωστρέφεια που κυριαρχεί και που καλλιεργεί την ανάγκη έτοιμης τροφής από έξω, καταργώντας το «μέσα», που έλεγε ο Λορεντζάτος, και γεννώντας ένα απύθμενο κενό, που χρειάζεται διαρκώς να γεμίζει με ο,τιδήποτε παρέχεται από την Αγορά. Μα σημαίνει ακόμη μια τρομερή θωράκιση του ατόμου: θωράκιση που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να μαλακώσει, να αφουγκραστεί τις πραγματικές του ανάγκες, να συλλάβει την «παράνοια» της εποχής και να ζητήσει να επικοινωνήσει πραγματικά: που σημαίνει να αγαπήσει πραγματικά.
Η εξορία της αγάπης πάει μαζί με την εξορία της ποίησης και με αυτή της αγιότητας.
///
*
*
*
