*
Ι
Τσιγάρο, καμπαρντίνα, μισόκλειστα βλέφαρα. Νουάρ καταστάσεις, παρότι μέρα μεσημέρι. Μου είχαν πει για το φοβερό και τρομερό τέρας που σκορπούσε πανικό στους φιλήσυχους κατοίκους των γειτονιών μας. Την πρώτη ηλικιωμένη –πάντα ηλικιωμένη!– την είχα βρει κουλουριασμένη σε μια γωνιά και μόνο παραμιλούσε, επαναλαμβάνοντας πρωτόγονα: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Η δεύτερη περίπτωση ήταν μία ευκατάστατη νεαρή κυρία, η οποία υπό κανονικές συνθήκες θα προσπαθούσε να με χαστουκίσει κι εγώ θα την απαντούσα ακινητοποιώντας τη: «Βρε, βρε, η γατούλα έχει πολύ μακριά νύχια!» αλλά τώρα δεν γινόταν. Είχε χώσει το όμορφο προσωπάκι της μέσα στις παλάμες με τα πάλλευκα δάχτυλα, μα η πλάτη της έμοιαζε με παρένθεση, παρά με ραχοκοκαλιά λεοπάρδαλης. Την ανασήκωσα απαλά και τα χαμένα μάτια της μόνο έλεγαν και ξανάλεγαν: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Χμ, αρχή πανδημίας;
«Μην το πεις παραέξω, Μαρλίδη, αλλά αρχίζει να διασπείρεται διαολεμένος πανικός».
«Μείνε ήσυχος, αρχηγέ. Δεν μιλάω μέχρι να δούμε τι διάολο γίνεται».
«Χρειάζεσαι κάποιον ειδικό μήπως; Αν βέβαια ξέρεις τι διάολο ψάχνουμε…».
«Νομίζω πως ξέρω πού πρέπει να απευθυνθώ, διάολε!»
Ο Κωστάκης ήταν ο γιος μίας πολύ καλής φίλης και πού τον έχανες πού τον έβρισκες, με το μαραφέτι στο χέρι. Η μάνα του μου είπε ότι ο μικρός «το ’χει» με αυτά τα πράγματα και στ’ αλήθεια, αν δεν είχαμε τα μαραφέτια με το μέρος μας ήμασταν χαμένοι. Δευτεροετής τώρα στο πανεπιστήμιο, είχα την ελπίδα ότι το μυαλό του Κωστάκη θα είχε πήξει.
Έμεναν σε δρόμο που θύμιζε πιο πολύ ατέλειωτο νταμάρι παρά κατοικημένη περιοχή. Οικοδομή εδώ, οικοδομή εκεί… Διάολε, δεν ξέρω γιατί όλο λέω «διάολε» και γιατί καπνίζω τα παλιά τσιγάρα, αφού ζούμε πάλι την εποχή του ατμού! Πέρασα τέλος πάντων μπροστά από μία απ’ τις πολλές οικοδομές κι ένας φώναζε από κάτω σε έναν εκεί ψηλά ψηλά, κι η γλώσσα δεν μου έλεγε τίποτα. Προσπαθούσα ν’ αποφασίσω αν ακούγοντας ελληνικά θα είχα νιώσει καλύτερα ή χειρότερα.
Συναντήθηκα τέλος πάντων με τον Κωστάκη. Καθόταν στο κρεβάτι του κι έμοιαζε με τον σκεπτόμενο φιλόσοφο, εκείνο το γνωστό γλυπτό – το χάλκινο, ντε. Κωστάκη, ε, Κωστάκη! Δεν μου ’δωσε σημασία. Πήγα αθόρυβα από πίσω του κι έριξα μια ματιά στην οθόνη. Απόθεσα την ωλένη μου στην πλάτη του για να στηριχτώ. Δεν είμαι κάνας πρωτάρης βέβαια· αμέσως κατάλαβα ότι κάποιο βλέμμα με κάρφωνε… Δηλαδή, τι με κάρφωνε; Ήμουν ήδη αιμόφυρτος. Αν γνωρίζεις από αυτά τα πράγματα, ο αέρας ρευστοποιείται, οι τοίχοι πέφτουν να σε πλακώσουν κι ενστικτωδώς, πρωτόγονα θα έλεγα, το πιστόλι προτάσσεται με στιλ αλλά ξεκάθαρα… Κάνε πίσω, κύριος, σ’ την άναψα!.. Γύρισα αυτομάτως και είδα τη μάνα του Κωστάκη, μισή μέσα από τη χαραμάδα της πόρτας και μισή απόξω. Τόσα χρόνια φίλοι κι η ματιά της ακόμα βασική, σαν άγριο αρχέτυπο…
Όπως και να ’χει, συνεννοήθηκαν τα μάτια μας. Μεταξύ θηλαστικών κυνηγών ειλικρίνεια. Έκατσα δίπλα στον Κωστάκη απαλά και με τα χέρια μου εμφανώς σταυρωτά, οι αντίχειρες βαριά ακουμπισμένοι από πάνω, τα πόδια κολλημένα μεταξύ τους και το κεφάλι γερμένο προς την άλλη πλευρά. Ικανοποιημένη; Με την άκρη των ματιών την έβλεπα να βγαίνει όλη έξω απ’ τη χαραμάδα και λίγο μετά στ’ αυτιά μου έφτασε ο ήχος του κλεισίματος.
«Να δω κι εγώ, Κωστάκη;»
Δεν πήρα απάντηση. Έσκυψα προς το μέρος του και κατάφερα επιτέλους να δω τι το τόσο συγκλονιστικό έδειχνε η οθόνη, στο περίπου δηλαδή, γιατί η κλίση του βλέμματός μου δεν άφηνε το περιεχόμενο να φωτιστεί όσο έπρεπε. Τι να πω; Κάτι κοκκινωπά γατάκια έκαναν μπούρδες, πάλευαν με σκουπόξυλα, αναποδογύριζαν βάζα, τους έδιναν κάτι κρέμες κι αυτά έκαναν πως ξερνούσαν… Έστησα και το αυτί μου και πρόσεξα ότι πίσω απ’ τις κάμερες ακούγονταν χαχανητά. Τι ανοησίες ήταν τώρα τούτες;
Πριν προλάβω όμως να σχολιάσω κάτι, ο νεαρός έκανε μία βίαιη κίνηση με τον δείκτη του και ξαφνικά το σκετσάκι άλλαξε: Τώρα έδειχνε έναν τύπο μέσα σ’ ένα ανεμοδαρμένο δεντρόφυτο μέρος που άνοιξε μία ομπρέλα και ξαφνικά πετάχτηκε από πίσω μια μαϊμού που του την πήρε από τα χέρια κι ο βίαιος άνεμος τη σήκωσε στον αέρα, κάνοντάς τη να πετάει σαν τη Μαίρη Πόπινς! Αν είχα τσιγάρο στο στόμα θα μου ’χε πέσει.
«Απίστευτο!» αναφώνησα κι ο Κωστάκης ίσα που χαμογέλασε, δίχως να κουνήσει το κεφάλι ή το σώμα του.
«Βρωμάς τσιγαρίλα!»
«Πώς έγινε αυτό;» επέμεινα, ενώ στην οθόνη ξαναπαιζόταν απ’ την αρχή το ίδιο φιλμάκι.
«Εϊ-ά-ι είναι», είπε ξεφυσώντας βαριεστημένα.
Κι αν είχα τσιγάρο θα πετούσε σαν τη μαϊμού και θα ξανάμπαινε στο στόμα. Χτύπησε όμως το τηλέφωνό μου – τι γελάτε; Θα προτιμούσα εκείνο το παλιό με το καντράν, αλλά η ζωή έτρεχε και χρειαζόμουν κι εγώ ένα μαραφέτι. Το σήκωσα αμέσως γιατί αν συνέχιζα ν’ ασχολούμαι με την οθόνη του νεαρού θα τρελαινόμουν στα σίγουρα.
«Μαρλίδη, τέρμα τα κάστανα. Έχουμε φόνο!»
«Το Εϊ-ά-ι;»
«Ναι».
II
Είχε συμφωνήσει να με βοηθήσει, έτσι κατάλαβα δηλαδή απ’ την ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού του όταν του το ζήτησα, αλλά δυο βδομάδες τώρα παίζαμε τις κουμπάρες. Κάθε μέρα έμπαινα στο δωμάτιό του, πρώτα διακριτικά, μετά πιο αποφασιστικά, στο τέλος επιθετικά. Τον έβρισκα στην ίδια θέση, με το μακρόστενο σκουρόχρωμα πράγμα στο χέρι του, με τα μάτια καρφωμένα εμμονικά, πρωτόγονα σχεδόν, στην οθόνη κι άλλοτε ήταν γατάκια, άλλοτε γυναικόπαιδα που βάφανε τα μούτρα τους, άλλοτε κάτι χέρια που μαγείρευαν εκτρώματα και πού και πού ζώα που κάνανε σαν άνθρωποι – ρευόντουσαν, ούρλιαζαν και δεν ξέρω γω τι άλλο…
«Φίλε, σε χρειάζομαι… Κι άλλος νεκρός».
Τίποτα. Πέρασαν λίγες μέρες.
«Μικρέ, καθόμαστε και χαζεύουμε. Ώρα για δράση!»
Τίποτα. Ακόμα λίγες…
«Τέρμα πια! Καθόμαστε σα βλάκες και συνάνθρωποι πεθαίνουν… Ξύπνα πια, βλάκα, πέτα αυτό το διαολεμένο πράμα στα σκουπίδια… Βοήθα με, βοήθα με!»
Πρόσεξα τη μάνα του να κλείνει την πόρτα. Έτρεξα προς το μέρος της. Αυτή τα ’φταιγε όλα! Απ’ την οικογένεια ξεκινάει και μετά το κράτος… το Εϊ-ά-ι μας σκοτώνει λίγους λίγους κι αυτός που ξέρει να το κουλαντρίσει ξύνεται… διάολε, η πόρτα δεν ανοίγει… κι εσύ, βλαμμένο, που πετάς τη ζωή σου και σε λίγο δεν θα την έχεις πια… Σου μιλάω!
Τον ταρακούνησα, τον έσπρωξα, δοκίμασα να τον πετάξω χάμω… Δεν γινόταν τίποτα. Δεν είχε πια πνοή μέσα του, το σώμα του έγινε σαν ψεύτικο, αλίμονο στις νέες γενιές, αλίμονο στους γέρους… διάολε…
Είχε γίνει χάλκινος.
ΙΙΙ
Έχω εμμονή με την ακόλουθη σκηνή: Γυναίκα με τζιπ σταματά σε πρατήριο στη μέση ερημικής τοποθεσίας. Μπροστά της ο υπάλληλος του πρατηρίου, άντρας μεσήλικας, ατημέλητος, απλός. Ένα παιδί παίζει στα χώματα και μετά κοιτάζει τη γυναίκα. Τη βγάζει φωτογραφία και ξαφνικά στρέφει το βλέμμα στην κακοκαιρία που ζυγώνει, μαύρα και γκρίζα σύννεφα που παλεύουν μεταξύ τους, περιμένοντας το αναπόφευκτο. Ο μικρός κάνει: «Έρχεται βροχή, έρχεται μπόρα». Κι η Σάρα Κόνορ απαντά: «Το ξέρω». Βάζει μπρος και τρέχει να μπει στον πόλεμο οικειοθελώς.
Πάντα έτσι μπαίνει ο άνθρωπος στον πόλεμο· οικειοθελώς.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ
*
*
*
