*
του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
~.~
Η παραδειγματική αξία ενός αυτοβιογραφικού έργου, τουτέστιν μιας ζωής, δεν βρίσκεται στην προβολή ή σε μια αποκομμένη παρατήρηση αυτής της ζωής, αλλά στη σχέση της με τη ζωή των άλλων. Στη διαφανή διαδρομή του δημιουργού που υπερβαίνει την ατομικότητά του όταν συνδέεται με τον μύθο και μετατρέπεται σε σύμβολο. Δηλαδή σε φορέα αξιών. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ο Πετσάλης επέλεξε να δώσει στην τρίτομη αυτοβιογραφία του τον γενικό τίτλο «Διαφάνειες». Καρπός γνήσιας δημιουργικής επιθυμίας ανάκτησης του παρελθόντος του, οι «Διαφάνειες» δεν είναι μια τυπική αυτοβιογραφία. Δεν είναι βέβαια ούτε απομνημονεύματα ή αναμνήσεις. Μήτε πρόκειται για μια προσεχτικά συγκροτημένη, ιστορημένη σειρά συμβάντων της ζωής του ή των γεγονότων της ιστορίας του τόπου και του περιβάλλοντός του. Ο Πετσάλης γράφει ακολουθώντας τις αυθαίρετες ιδιοτροπίες της μνήμης του με χάσματα λησμονημένα ή άρρητα αποθηκευμένα, με συχνές παρεκβάσεις και αιφνίδιες παλινδρομήσεις. Κυρίως όμως γράφει βιώνοντας το τέλος ενός κόσμου, του αστικού κόσμου και με το βαρύ αίσθημα μιας αποστολής: να διασώσει στη μνήμη των περιλειπομένων τα αγαθά ενός πολιτισμού που χάνεται.
///
«Όταν ανατρέχω στην περασμένη μακρύτατη ζωή μου, αισθάνομαι σαν να ενώνομαι με ένα απώτατο παρελθόν, όπως βλέπεις από ψηλά έναν ίσιο δρόμο που μπλέκεται και χάνεται σε βάθη απροσπέλαστα, σε αποστάσεις δίχως τέλος. Και τότε νιώθω να γίνεται η ζωή μου, η ταπεινή ζωούλα μου, ένα με την ιστορία του κόσμου, με τον αρχέγονο μύθο της Γενέσεως και τα παμπάλαια παραμύθια».
Η αυτοβιογραφία ως λογοτεχνικό είδος προκαλούσε ανέκαθεν έντονο αναγνωστικό ενδιαφέρον αλλά και την καχυποψία, επιφυλάξεις, τόσο των ειδικών όσο και του κοινού. Παρατονισμοί ή παραλείψεις κρίσεων, αισθημάτων, ή ακόμη και γεγονότων, προδίδουν συχνά την αυταρέσκεια και τον σκόπιμο εξωραϊσμό. Τα πιο πάνω λόγια ωστόσο του παραθέματος του Θανάση Πετσάλη- Διομήδη (από τον θάνατο του οποίου συμπληρώθηκαν φέτος 30 χρόνια), είναι νομίζω χαρακτηριστικά ανθρώπου που όταν στο τέλος της μακράς και ευδόκιμης πεζογραφικής του πορείας, αποφάσισε να κλείσει το αφηγηματικό του έργο με μιαν αυτοβιογραφία, μας χάρισε σπάνιο και πολύτιμο παράδειγμα συγγραφικής ειλικρίνειας και πνευματικής ακεραιότητας.
Η παραδειγματική αξία ενός αυτοβιογραφικού έργου, τουτέστιν μιας ζωής, δεν βρίσκεται στην προβολή ή σε μια αποκομμένη παρατήρηση αυτής της ζωής, αλλά στην σχέση της με την ζωή των άλλων. Στην διαφανή διαδρομή του δημιουργού που υπερβαίνει την ατομικότητά του όταν συνδέεται με τον μύθο και μετατρέπεται σε σύμβολο. Δηλαδή σε φορέα αξιών. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ο Πετσάλης επέλεξε να δώσει στην τρίτομη αυτοβιογραφία του τον γενικό τίτλο «Διαφάνειες». Καρπός γνήσιας δημιουργικής επιθυμίας ανάκτησης του παρελθόντος του, οι «Διαφάνειες» δεν είναι μια τυπική αυτοβιογραφία. Δεν είναι βέβαια ούτε απομνημονεύματα ή αναμνήσεις. Μήτε πρόκειται για μια προσεχτικά συγκροτημένη, ιστορημένη σειρά συμβάντων της ζωής του ή των γεγονότων της ιστορίας του τόπου και του περιβάλλοντός του.
Ο Πετσάλης γράφει ακολουθώντας τις αυθαίρετες ιδιοτροπίες της μνήμης του με χάσματα λησμονημένα ή άρρητα αποθηκευμένα, με συχνές παρεκβάσεις και αιφνίδιες παλινδρομήσεις. Κυρίως όμως γράφει βιώνοντας το τέλος ενός κόσμου, του αστικού κόσμου και με το βαρύ αίσθημα μιας αποστολής: να διασώσει στη μνήμη των περιλειπομένων τα αγαθά ενός πολιτισμού που χάνεται. Συνειδητοποιώντας πια ότι ο άνθρωπος είναι το έργο του, αναθυμάται και συνθέτει το χρονικό ενός κόσμου. Ήδη από αρκετά νωρίς, στο μεσοστράτι της ζωής (στην ηλικία που οι εσωτερικοί αντίμαχοι συντελεστές τού είναι μας, σωματικοί, ψυχικοί και πνευματικοί, αρχίζουν να συμπορεύονται κι έτσι αρχίζει το πραγματικό ξεκίνημα της ζωής μας), ο Πετσάλης ένιωθε την αυτοβιογραφική ορμή σαν μια διττή ανάγκη, από τη μια ως αυτοανάλυση και από την άλλη ως απόπειρα διάσωσης της ατομικότητας.
Ο Πετσάλης γνωρίζει πως η συγγραφή είναι «ένας τρόπος να εγγραφεί στα σχετικά όρια του ανθρώπινα αιωνίου» και συγχρόνως «μια εσώστρεφη προσπάθεια να εννοήσει το Σύμπαν μέσα από μια ευαισθησία καθαρά ελληνική». Ως προϋποθέσεις της «αυτοβιογραφίας» ορίζει τις δύο βασικές υπαρξιακές πεποιθήσεις του. Πρώτη: όπως κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός στον κόσμο, μοναδικό είναι και το αντίκρισμα του γύρω κόσμου, τόσο του εξωτερικού όσο και του εσωτερικού που κλείνει πολλούς θεούς και πολλούς δαίμονες, σε αμέτρητες αναλογίες δόσεων. Δεύτερη: Κάθε άνθρωπος γυρίζει ολομόναχος σαν άστρο στο αχανές σύμπαν και πότε- πότε έχει την τύχη να πλησιάσει και να σμίξει με ένα άλλο εξίσου μοναδικό και μοναχικό. Όμως για σκοτεινούς κι άγνωστους λόγους γρήγορα ξεμακραίνουν πάλι και συνεχίζουν την μοναχική τους πορεία μέσα στην ασύλληπτη πολυφωνία του χάους.
Ο πρώτος τόμος της αυτοβιογραφίας, «Οι δρόμοι του Δαίδαλου», καλύπτει τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Πετσάλη, μέχρι το 1920 που φεύγει για σπουδές στη Γαλλία. Η μοίρα το έφερε να γεννηθεί όχι απλώς «σε μια εποχή εξαιρετικά ανήσυχη», όπως με περισσή μετριοπάθεια αποφαίνεται αλλά σε μιαν εποχή που κρίθηκε το μέλλον του Νέου Ελληνισμού και συνάμα το μέλλον του συνόλου πολιτισμού της Δύσης. Ζούσε, όπως γράφει, σε έναν κόσμο που πέθαινε, τον κόσμο της Αναγέννησης και σ’ ένα νέο κόσμο που γεννιόταν, στον κόσμο της χρησιμοθηρικής αντίληψης του βίου που με όχημα την ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας θα υποκαθιστούσε το ανθρωπιστικό ιδεώδες. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ένιωθε πως η μοίρα του τον έπλασε ως ένα πολύ ευαίσθητο δέκτη των όσων συνέβαιναν κι από τα πρώτα του ενσυνείδητα παιδικά χρόνια «με διψαλέα περιέργεια και γερή μνήμη» αν και παρακολουθεί από κοντά κεντρικά πρόσωπα (πολλά από τα οποία γνωρίζει άμεσα) και γεγονότα του δραματικού 20ού αιώνα, θα συνειδητοποιήσει πως η χειρότερη σκλαβιά είναι η ψυχική.
«Γεννήθηκα Αθηναίος». Η κοφτή αυτή φράση με την οποία αρχίζει τις αναμνήσεις του ο Πετσάλης, δεν σημαίνει απλώς ότι είδε το φως της μέρας στην Αθήνα αλλά ότι
«σήκωνα μια κληρονομιά αρχαία, ωραία και πλατιά, με άλλα λόγια ότι ήμουν άτομο υπεύθυνο που πιστεύει βασικά στις προσωπικές αξίες του ανθρώπου και σύγχρονα πιστεύει στη δημοκρατία, γιατί μόνον αυτή εξασφαλίζει στον άνθρωπο την ολοκλήρωσή του μέσα στην περιοχή του ελεύθερου στοχασμού».
Γεννημένος σε ένα εκλεκτό οικογενειακό πνευματικό περιβάλλον, με άνεση που επιτρέπει στα παιδιά να αφοσιωθούν στα γράμματα και διηγήσεις που πάνε γενιές πίσω. Δεσπόζει η γιαγιά, κόρη της «Κυράς της Ύδρας», Γκίκα στην καταγωγή, που με σπασμένη γεροντική φωνή και χαμόγελο και με κάποιαν φιλοσοφική, μελαγχολική ειρωνεία, αφηγείται μια ζωή που μοιάζει παραμύθι. Πράγματι. Η ζωή στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνος αλλά και τα πρώτα χρόνια του Γεωργίου, όπως ζωντανεύουν στις προγονικές διηγήσεις (και μεταπλάθονται σε έργα όπως η «Μαρία Πάρνη», ο «Ελληνικός Όρθρος» και ο «Κατακαημένος Τόπος») φαίνεται πια στις μέρες μας σαν παραμύθι.
Όμως η ζωή δεν είναι πάντα παραμύθι. Τα βαριά βήματα της Ιστορίας συνοδεύουν τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Πετσάλη που έχει την τύχη να ζει από πολύ κοντά τις λαμπροφόρες ημέρες της βενιζελικής αναγέννησης, τότε «που ο Βενιζέλος είχε δώσει πλατιά φτερά στον τόπο, τόσο πλατιά που και εμείς τα παιδιά βλέπαμε να πραγματώνονται μπρος στα έκπληκτα μάτια μας τα όνειρα των πατεράδων μας, τα όνειρα τόσων γενεών, τα προαιώνια όνειρα του Γένους». Ο πατέρας του Νικόλαος Πετσάλης, καθηγητής Ιατρικής, δημοκρατικός βουλευτής και εθελοντής στους αγώνες του 1912-13 και στο Κίνημα της Αμύνης. Δύο θείοι του είναι στενοί συνεργάτες του Εθνάρχη. Ο Αλέξανδρος Διομήδης υπουργός (θα γίνει και πρωθυπουργός τις σκληρές μέρες του 1949) και ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, ο αρχιστράτηγος στο μακεδονικό μέτωπο και κατά την πρώτη θριαμβική φάση της μικρασιατικής εκστρατείας. Θα ζήσει έτσι από πολύ κοντά τις στιγμές δόξας της Μεγάλης Ελλάδας αλλά και τον δραματικό αγώνα της μικρής Ελλάδας να σταθεί στα πόδια της μετά την Καταστροφή.
Κρίσιμα χρόνια. Πατέρας του άντρα είναι το παιδί, όπως έχει λεχθεί. Αλλά δεν ανιχνεύονται μόνο οι αρχές του Πετσάλη, οι διά βίου φιλελεύθερες εθνικές αρχές, στην παιδικότητά του. Παιδική υπερευαισθησία και φόβοι, υπερτροφική φαντασία και αναπλαστική δύναμη, πλέκονταν στην παιδική ψυχή του, έχτιζαν τον δημιουργό. Φυσικά, τίποτε δεν είναι ευθύγραμμο και ευχερές, ακόμη και στο πιο ζεστό σπίτι. Το αντίθετο. Η θερμότητα και η γαλήνη στο σπίτι, γέννησαν τόση ασφάλεια που
«αφόπλισαν τη ζωή μου, παραλύοντας τις δυνάμεις μου όταν έμεινα μόνος, με το συναίσθημα της ψυχρής ανασφάλειας… επικίνδυνο παιχνίδι… η σιγουριά κι η αυτοπεποίθηση μου έλειψαν σε όλη την κατοπινή μου ζωή».
Το 1920 ο δεκαεξάχρονος Πετσάλης φεύγει για σπουδές στη Γαλλία. Από το σημείο αυτό αρχίζει ο δεύτερος τόμος των «Διαφανειών», με τίτλο «Μεσοπόλεμος». Τα χρόνια στη Γαλλία αποφασιστικά. Ο Πετσάλης συνειδητοποιεί τον προορισμό του που είναι η λογοτεχνία αλλά και έναν διχασμό που δεν θα πάψει να τον βασανίζει. Τέσσερα χρόνια που, όπως έγραψε, «επηρέασαν και εσφράγισαν για πάντα την ψυχοσύνθεσή μου». Δύο ρεύματα παράλληλα και αντιθετικά τον διαπερνούν. Ένα που τον έστρεφε προς τα μέσα και τον έριχνε σε βαθύτατο υπαρξιακό άγχος και ένα εξωτερικό που τον πλούτιζε και τον άλλαζε.
«Όλη μου τη ζωή την έζησα σε μια πάλη, εχθρότητα θα μπορούσαν να πω μεταξύ καρδιάς και μυαλού… Σκεπτόμουν με την καρδιά και αισθανόμουν με το μυαλό».
Στην παρέα του Μονπελιέ, όπου σπουδάζει για μερικούς μήνες πριν πάει στο Παρίσι, συναντούμε τον Γιώργο Κατσίμπαλη και τον Γιώργο Παππά. Είναι ο καιρός που το διάβασμα κάνει τον Πετσάλη πιο ώριμο, πιο γερό, πιο σοφό αλλά και πιο λυπημένο. Του χαρίζει την γνώση της ζωής αλλά και της τραγικής μοίρας που την κυβερνά και τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι η νεύρωση και η μελαγχολία του ήταν γέννημα ενός πολιτισμού κουρασμένου του οποίου υπήρξε εκπρόσωπος, ένας «από τους τελευταίους καρπούς μιας ράτσας που εκφυλίζεται». Στην Γαλλία και στις ακτές της Νορμανδίας ξυπνά κι ο αισθηματικός του κόσμος, μέχρι πάθους και ιλίγγου, για να τον ρίξει σε βάθη πόνου και πλάτη χαράς. «Καταπληκτική εισαγωγή στο μεγάλο μάθημα της ζωής» ήταν αυτό το αδιάκοπο πήγαινε- έλα του Ωκεανού που υπήρξε ο μύστης του νεαρού Πετσάλη στο ερωτικό μυστήριο. Ήταν η πιο ευτυχισμένη εποχή της ζωής του, όπως κάποτε θα γράψει. Η εποχή που γνώρισε την ζωή στην πληρότητά της, την ανάβαση από την αίσθηση στην πράξη και από την πράξη στο αίσθημα. Στη Γαλλία όμως χρωστά και κάτι άλλο. Εκεί (στα «Τρελά χρόνια» του Μεσοπολέμου, στο θρυλικό Μονπαρνάς, όπου οι παλιές αξίες καταρρέουν κι οι νέοι διψώντας για απελευθέρωση και φυγή, παραδίδονται στην ανεμοταραχή και στη δίνη, «ξοδεύοντας θησαυρίζοντας και μαζεύοντας σπαταλώντας»), μια συζήτηση με τον Μ. Μαλακάση θα αποδειχθεί καταλύτης στον λογοτεχνικό του προσανατολισμό: να γράψει στην ελληνική γλώσσα.
«Δεν άργησα», σημείωνε, «να καταλάβω την πραγματική σημασία που έχει η αναζήτηση της ρίζας καθενός μας. Ο δρόμος αυτός της αυτογνωσίας απλώνει τον εαυτό μας, τον απλώνει και τον στερεώνει σε χρόνο και σε χώρο». Πολύ νωρίς, συνεχίζει,
«φανερώθηκε μέσα μου, απόλυτη και κατηγορηματική, σαν βασική ανάγκη της ψυχής μου, της ύπαρξής μου ολάκερης… ακατανίκητη η ανάγκη της ελευθερίας, κάθε μορφής ελευθερίας και προπάντων της ψυχικής και πνευματικής ελευθερίας, με ιδανικό όριο την ισορροπία, το μέτρο των αρχαίων κλασικών».
Περιέργως όμως, προς διάψευση όσων διακρίνουν απόλυτα τις έννοιες του κλασικού και του ρομαντικού, τουλάχιστον στην ελληνική ζωή, τα πρώτα έργα του Πετσάλη, αυτά που περιστρέφονται γύρω από την αστική ζωή, θα μπορούσαν τυπικά να χαρακτηριστούν ως «ρομαντικά». Η πρώτη του εμφάνιση με το ποίημα «Ζωή» τον Μάρτιο του 1923 στο «Ελεύθερον Βήμα», το πρώτο του βιβλίο δυο χρόνια αργότερα (Πέντε διηγήματα υπό τον γενικό τίτλο «Μερικές εικόνες σε μια κορνίζα») και κυρίως «Ο προορισμός της Μαρίας Πάρνη», «Το σταυροδρόμι» και «Ο απόγονος», τα τρία έργα που αποτέλεσαν το μυθιστόρημα «Μαρία Πάρνη» και στα οποία ο ίδιος δίνει τον αποκαλυπτικό υπέρτιτλο «Γερές κι αδύναμες γενιές». Όσον αφορά δε τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο των πρώτων αυτών αφηγηματικών δοκιμών του, γράφει ο ίδιος (Β΄, 126):
«Έγραφα, έγραφα, συνέγραφα. Στην αρχή –όπως είναι φυσικό– ποιήματα (για την ακρίβεια στίχους). Στίχους που τους έσκιζα όλους ή τους έσβηνα μουτζουρώνοντάς τους τον ένα μετά τον άλλο. Κάτι μου έλεγε, αλήθεια, ότι «ήταν για σκίσιμο». Ώσπου μια μέρα άρχισα να γράφω ένα διήγημα. Χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς άλλο θέμα παρά για να πω κάποιον έρωτα που μου γέμιζε τότε την ψυχή».
Οι ρομαντικές σελίδες του Πετσάλη δεν μπορούν να ερμηνευτούν έξω από την σταθερή πεποίθησή του ότι ζούσε σε έναν κόσμο που πέθαινε. Η ψυχή του ανθρώπου άλλαζε, όλες οι αξίες του κόσμου του ανατρέπονταν.
«Έζησα τους τελευταίους σπασμούς του ρομαντισμού, γεύθηκα τα κατάλοιπά του. Κάποιος έπρεπε να συγκρατήσει τον απόηχό του. Είπα να προσπαθήσω. Ίσως ήμουν από τους λίγους τελευταίους ρομαντικούς».
Όταν ο Πετσάλης ζήσει την τραγική διάψευση των ελπίδων της ανθρωπότητας πως μετά από δύο φοβερούς παγκόσμιους πολέμους, «ο άνθρωπος θα εξευγενισθεί, η ζωή θα γίνει ευτυχέστερη. Κι αντί γι’ αυτό [δει ότι] η ζωή γέμισε βαναυσότητα, βαρβαρότητα και βία», δεν θα παραιτηθεί. Θα παραμείνει αποφασισμένος να διασώσει ό,τι μπορεί από τον κόσμο της Αναγέννησης, από τον κόσμο του ουμανισμού που πεθαίνει κι ας μην τον καταλάβουν οι Έλληνες «που ξέρουν να φθονούν και να κακολογούν», όπως σημειώνει. Φαντάσματα πεθαμένων καιρών μέσα του θα συνεχίσουν να ζητούν να μιλήσουν. Ο Πετσάλης θα γίνει η φωνή τους. Δεν τον ενδιαφέρουν τόσο οι αναγνώστες όσο η ανάγκη του να δώσει φωνή σε ένα κόσμο που δεν υπάρχει πια. Μη ξεχνάμε: ο δεύτερος τόμος της αυτοβιογραφίας εκδίδεται το 1985, την εποχή δηλαδή της έξαρσης των ψευδαισθήσεων της προόδου με ό,τι σημαίνει αυτό. Σπεύδω ωστόσο να σημειώσω ότι ο Πετσάλης δεν ακυρώνει ούτε για μια στιγμή τα κατορθώματα του Νέου Ελληνισμού. Μιλά και για μια εποχή που μπορεί να ήταν δυστυχισμένη, στενόκαρδη, περιορισμένη, ήταν όμως συγχρόνως και ευγενική, με ελπίδες, ανθρωπιά, αλληλοσεβασμό, με επιτυχίες και επιτεύγματα.
«Ο τόπος μας που είχε ξεκινήσει από το τίποτα, κυριολεκτικά με το τίποτα, έφτιαξε ένα Κράτος, κατόρθωσε να επιζήσει».
Ως συγγραφέας, ο Πετσάλης πολύ γρήγορα θα αποστασιοποιηθεί από την αυτοβιογραφική θεματολογία προς μια αντικειμενική, θεμελιωμένη στην δημιουργική φαντασία έμπνευση. Η εξιστόρηση αυτής της πορείας από το αστικό μυθιστόρημα προς την εθνική ιστορική αφήγηση, εκτυλίσσεται μέσα από τον τρίτο τόμο των «Διαφανειών», που τιτλοφορείται «Η ηλικία της ενόρασης». Καθώς πάλευε με την έμφυτη αναποφασιστικότητά του και μια θλίψη που του διαπότιζε την ψυχή και το σώμα, ο Πετσάλης ένιωθε όλο και πιο έντονα ότι δεν μπορούσε να είναι κάτι άλλο παρεκτός λογοτέχνης:
«Ήμουν αποκλειστικά λογοτέχνης –το λέω αυτό αφού η λογοτεχνία ήταν πάντοτε ο κύριος σκοπός και το βασικό καταφύγιο της ζωής μου– πλην όμως προσθέτω ότι πάντοτε είχα μια κρυφή λύπηση μέσα μου που δεν γεννήθηκα άλλης υφής άνθρωπος. Δεν έπαψα ποτέ να αναζητώ πώς να ξυπνήσω μέσα μου μια διαφορετική ιδιοσυγκρασία από κείνην που είχα από φυσικό μου».
Μελετώντας την ιστορία, γυρεύοντας δηλαδή τη ζωή και τον άνθρωπο, γιατί αυτήν θεωρεί κορυφαία χρησιμότητα της Ιστορίας, ο Πετσάλης δεν μπορεί παρά να έρθει σε επαφή με τα ζωογόνα χώματα του γένους και το άσαρκο σκελεθρωμένο σώμα απ’ όπου άνθησε ο νέος Ελληνισμός. Δεν μένει παρά το γεγονός που θα τον μετατρέψει από ήρεμο αφηγητή της αστικής ζωής σε επικό χρονικογράφο των ραγιάδων της τουρκοκρατίας. Και το γεγονός αυτό δεν θ’ αργήσει. Είναι ο δεύτερος μεγάλος πόλεμος. Αφού πάρει σαφείς και ρητές αποστάσεις από κάθε ματαιοδοξία καταγωγής και κούφιας παρελθοντολογίας (τα όσα αφορούν το παρελθόν και την καταγωγή μας, έχουν ενδιαφέρον, γράφει, μόνο εφόσον με «ευκολύνουν να εισχωρήσω στο νόημα του εαυτού μου και ιδιαίτερα να μπω στο νόημα του ελληνισμού μου»), ρίχνεται στην αποτύπωση της άφατης απόλαυσης από τη γεύση της γης μας, στη μυρουδιά του αέρα της, στο ρυθμό της γλώσσας μας. Ζητά να χωθεί ερωτικά σε αυτή τη γη και να ρουφήξει τους γευστικούς χυμούς της.
«Ναι, εγώ ήμουν που πατούσα αυτό το χώμα, πριν διακόσια, πριν τετρακόσια, πριν χίλια χρόνια, εγώ ήμουν, εγώ είμαι που έκλεισα σε μια καρδιά το αίμα το ηπειρώτικο, το αίμα της Αττικής, το αίμα το φαναριώτικο, το αίμα το σπετσιώτικο και το υδραίικο, το πηλιορείτικο αίμα. Όλα. Όλα. Μου αποκαλύφθηκε λαμπρό το πολύτιμο πλέγμα από φλέβες που δέθηκαν σιγά-σιγά, γενεά τη γενεά, κατεβαίνοντας από τα διάφορα μέρη της Ελλάδας, ώσπου να φτιάξουν ετούτο το άλικο αίμα, το ζεστό αίμα που χτυπάει τώρα δα στα μηλίγγια μου. Δεν είναι, είπα, μόνο μια όρθια, μια ολόϊση ρίζα, είναι δύο, είναι τέσσερις, είναι οκτώ, είναι δεκάξη, είναι τριανταδύο ρίζες που δένονται και μπλέκονται και σφίγγονται για να γίνει ο καθένας μας…».
Την ρίζα που πρόσμενε να βρει για να γράψει το μεγάλο του έργο, όταν ονειρευόταν «μια τοιχογραφία που θα σβήνει και θα νικά τη φθορά του χρόνου, και θα αδιαφορεί για τις μεταβολές της ιστορικότητας», ο Πετσάλης την βρήκε την άνοιξη του 1939, κυρίως όμως κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ήταν η ρίζα απ’ την οποία θα πετάγονταν οι «Μαυρόλυκοι». Κι ύστερα «Η Καμπάνα της Αγια Τριάδας» και ο «Ελληνικός όρθρος», τα βιβλία με τα οποία όρθωσε το έξοχο «Μυθιστόρημα ενός έθνους». Το ξύπνημα της συνείδησης του νέου Ελληνισμού στα μαύρα χρόνια της μεγάλης σκλαβιάς και το έπος μιας νέας κοινωνίας, της κοινωνίας του 19ου αιώνα. Ο Πετσάλης θα σταθεί έτσι άξιος βιογράφος της εθνικής ψυχής. Αλλά δεν θα μείνει εκεί. Όσο περνούν τα χρόνια, θα ζει την κρίση του σύγχρονου ανθρώπου χωρίς να παρασύρεται όπως άλλοι σε εύκολες λύσεις και ιδεολογήματα. Μπόρεσε έτσι να διαβλέψει, με εξαιρετική διορατικότητα, ότι ο νέος κίνδυνος δεν θα ήταν πολιτικός ή εξωτερικός αλλά μια μεταβολή νοοτροπίας στο εσωτερικό του δυτικού κόσμου και ιδίως στις αστικές ελίτ οι οποίες απώλεσαν το αίσθημα καθήκοντος και προορισμού και το αντικατέστησαν με την δίψα του κέρδους, έρμαια της κατανάλωσης και της φαουστικής τάσης προς το άπειρο.
Δημιουργός γνήσιος που δεν εφησυχάζει, ο Πετσάλης δεν θα πάψει ποτέ να εξελίσσεται. Τρεις συγγραφικές μετατοπίσεις, οι οποίες σηματοδοτούν αντίστοιχες φάσεις στο έργο του, αποτελούν τεκμήρια της αγωνίας του για την πορεία του σύγχρονου ανθρώπου αλλά και για την λογοτεχνία του καιρού του:
«Κουράστηκα και θέλησα να ξεκουραστώ αλλάζοντας γραφή, μεταφέροντας το θέμα, το ενδιαφέρον μου, δηλαδή μεταφερόμενος ο ίδιος, σε άλλη μορφή εκφράσεως, σε άλλους τόπους, άλλους τρόπους, άλλους τύπους. Φτάνουν πια τα ιστορικά έργα, η ανάπλαση του παρελθόντος. Τελείωσε η εποχή του έπους»
θα γράψει για την πρώτη κρίση (του 1962), την οποία ακολούθησε ένα έργο με ιστορικές αναφορές αλλά κατ’ ουσίαν μια κατάδυση στα παιδικά του χρόνια. Τα «Δεκατρία χρόνια» είναι έργο εξαιρετικά διαφωτιστικό για τη συλλειτουργία υποκειμενικού και αντικειμενικού στην μυθοπλασία του Πετσάλη. Εδώ συναιρούνται με έξοχο τρόπο οι δύο πρώτοι θεματικοί του κύκλοι, ο αστικός και ο ιστορικός. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1972, ο Πετσάλης αισθάνεται και πάλι την ανάγκη μιας νέας μορφής. Είναι ο καιρός που αισθάνεται να γίνεται ξένος προς την κοινωνική ζωή. Τον έκαμπτε «η αναπόφευκτη τάση του ανθρώπου προς τον θάνατο» όπως γράφει. Ίσως είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως θα επικρατούσε η γενιά του θράσους, η γενιά που κυριαρχεί και νομίζει πως θα… διασωθεί στην ιστορία των γραμμάτων μας υποβαθμίζοντας την μεγάλη προσφορά της γενιάς του Πετσάλη, της γενιάς του Τριάντα. «Αντιδρούσα» (γράφει).
«Μόνο που δεν έψαχνα πια γύρω μου, είχα αρχίσει να ψάχνω μέσα μου, μόνο μέσα μου, αποκλειστικά, κουρασμένος από το θέαμα του κόσμου, απογοητευμένος από την στροφή που είχε πάρει η ζωή… Δεν ήταν κόσμος αυτός για μένα. Το ομολογώ. Ήμουν ένας ξεπερασμένος, ένας λησμονημένος άνθρωπος του παρελθόντος που επέζησε τυχαία σ’ ένα γαλήνιο, ένα σχεδόν έρημο νησί του Αιγαίου».
Προϊόν της κρίσης αυτής είναι η «Επιστροφή στο μύθο», έργο με το οποίο ο συγγραφέας απομακρύνεται από το έδαφος της Ιστορίας. Όμως η προσπάθεια αυτή της φαντασίας του να υπερβεί τον αναπλαστικό χαρακτήρα, δεν υπήρξε λυτρωτική για τον συγγραφέα. Ακολουθεί ακόμη βαθύτερη ενδοσκόπηση. Γράφει «Το τέλος του μύθου» και «Τα λόγια του σύθαμπου» όπου η φαντασία γίνεται το οξύ όργανο της αυτοανάλυσης και αυτοκριτικής.
«Όσο περνούσαν τα χρόνια, σκοτείνιαζε λίγο- λίγο η ένταση της σκέψης μου, σαν να σκοτείνιαζε αργά- αργά κάποιο φως εσωτερικό. Δεν εννοώ την διαύγεια και τη ζωηρότητα της αντίληψης, ούτε την γενική λαμπερότητα του στοχασμού. Εννοώ το φόντο της διάθεσης, το βάθος που μέσα του εργάζεται η σκέψη. Δεν ξέρω αν είναι μια γενικότερη απαισιοδοξία που με νικάει με τα χρόνια, μια ψυχική κούραση, ίσως και μια βαθιά υπαρξιακή απογοήτευση. Είναι φανερό ότι προσπαθούσα να αποφύγω την αυτοέρευνα και την αυτογνωσία, γιατί με το αδιάκοπο ανασκάλισμα του ψυχικού μου κόσμου, βυθιζόμουν όλο και παραπάνω σε περίεργα σκοτάδια. Με έπιανε από το λαιμό η ανασφάλεια και η δυσφορία, η δύσπνοια».
Η ώρα για την τρίτη κρίση (του 1979) και τον τελικό απολογισμό πλησίαζε. Προϊόν της θα ήταν οι «Διαφάνειες». Το έργο που θα αποτελούσε μια τρίτη ζωή για τον Πετσάλη. Πέρα από την πρώτη του παρελθόντος και την δεύτερη του παρόντος όταν θα άρχιζε να γράφει. Ο συγγραφέας που δεν περίμενε ποτέ την επιτυχία, που δεν κυνήγησε ποτέ την επικαιρότητα», αυτή την «πολύ επιπόλαιη φλούδα της ζωής», όπως την είπε κάποτε, δεν επιδίωξε ποτέ να αποκρύψει τις αφηγηματικές του αδυναμίες. Όλο του το έργο και όλη του η αγωνία ήταν η δικαίωση της θεμελιώδους νεανικής επιλογής του: η δικαίωση της λογοτεχνικής επιλογής του ως προτύπου δημιουργικής δράσης, ως ιδανικού προτύπου γι’ αυτόν, όπως ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος ανέπτυξε στο κλασικό για την πετσαλική βιβλιογραφία έργο του. Τα λόγια του Πετσάλη μπροστά στο υποθετικό ερώτημα της επανάληψης της ζωής του, είναι νομίζω η πιο γενναία δικαίωση για όσους αφοσιώνονται στην λογοτεχνία:
«Είπα με θάρρος, με τιμιότητα τις αδυναμίες μου και τις αδιάκοπες προσπάθειές μου, τη σκληρή πάλη μου εναντίον τους, όταν με προσέβαλαν οι πανίσχυρες αδυναμίες στις ώρες της ψυχικής κατάπτωσης και της απόγνωσης … Κι αν με ρωτούσαν αν θα ήθελα να ξαναζήσω, να ξαναγεννηθώ και να ξαναρχίσω να ζω σε τούτον τον κόσμο, θα απαντούσα: Κατ’ αρχήν δεν θα ήθελα να ξαναζήσω, να ξαναρχίσω τη ζωή, την όποια ζωή. Αν όμως τύχαινε να’ ναι αναπόφευκτο και μαζί μπορούσα να διαλέξω, θα έλεγα: η μόνη ζωή που θα ήθελα να ζήσω, είναι αυτή που έζησα. Λίγο πιο γερός, λίγο πιο δυνατός, λίγο πιο ώριμος» (Γ, 240).
Γερός, δυνατός και ώριμος, όσο ελάχιστοι δημιουργοί, έτοιμος πια να σβήσει αθόρυβα και να ενωθεί με το Αιώνιο Γίγνεσθαι, το Αιώνιο Είναι και το Αιώνιο Τίποτα, ο Θανάσης Πετσάλης Διομήδης τον Απρίλη του 1995 κατέβηκε τα τελευταία σκαλοπάτια ωραίος και περήφανος. Έγειρα όπως το φανταζόταν.
«Γέρνω προς τη Μητέρα Γη. Γέρνω προς τη Μητέρα Θάλασσα. Κάτω από έναν εξαίσιο ελληνικό Ουρανό καταγάλανο, που αστράφτει από το φως του πιο λαμπρού Ήλιου, έναν Ουρανό γεμάτον ελπίδα, ελπίδα γεμάτην ερωτηματικά…».
*
*
*
