Month: Νοέμβριος 2025

Το φαινόμενο Σεφερλής

*

του ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ

~.~

Έχω πάει σε εκατοντάδες θέατρα. Έχω σταθεί σε αμέτρητες ουρές. Όμως αυτό που είδα τις προάλλες έξω από το Ράδιο Σίτυ στη Θεσσαλονίκη, δεν το έχω ξαναδεί. Ή μάλλον όχι, το έχω ξαναδεί, πάλι για τον ίδιο καλλιτέχνη. Κάτι σαν… διαδήλωση. Και μάλιστα ογκώδης. Εκεί, καθώς περνούσα με κατεύθυνση το κέντρο, κοντοστάθηκα και πρόλαβα να δω ανθρώπους που γνωρίζω από εντελώς διαφορετικές γειτονιές της πόλης, με εντελώς διαφορετικό μορφωτικό και οικονομικό υπόβαθρο. Είδα ένα πλήθος διαταξικό· ούτε αριστερό ούτε δεξιό. Ένα πλήθος διηλικιακό. Νέοι, μεσήλικες, ηλικιωμένοι· όλοι μαζί σχημάτιζαν μια πυκνή, απίστευτη ουρά που ξεκινούσε από την οδό Παρασκευοπούλου και έστριβε στη Λεωφόρο Όλγας, με έναν και μοναδικό στόχο: Ένα εισιτήριο για την παράσταση του Μάρκου Σεφερλή Νotis – η Επιστροφή.

Δεν πρόσεξα αν ήταν εκεί και η Τροχαία, που συνήθως εμφανίζεται όταν ο Σεφερλής επισκέπτεται την πόλη. Αυτό που πρόσεξα ήταν ο ενθουσιασμός. Ένα είδος ανυπομονησίας, σχεδόν παιδικής. Και σκέφτομαι: Τι είναι αυτό που φέρνει τόσο κόσμο στο ταμείο κάθε φορά; Τι είναι αυτό που κάνει τον ίδιο καλλιτέχνη να γεμίζει θέατρα χιλίων θέσεων ξανά και ξανά, παρά τα συχνά επικριτικά και απαξιωτικά σχόλια που δέχεται; Μήπως τελικά έχουμε να κάνουμε με ένα φαινόμενο όχι μόνο καλλιτεχνικό, αλλά και κοινωνιολογικό, ένα γεγονός που αποκαλύπτει πολλά για την ίδια την κοινωνία και τις προτιμήσεις της; Μήπως η ταύτισή του με το λεγόμενο λαϊκό θέαμα είναι αυτή που έχει συμβάλει στη συνεχιζόμενη δημοφιλία του; Και τι είναι «λαϊκό θέαμα»; Μήπως αυτό που προσεγγίζει, που συγκινεί μήπως το ευρύ κοινό, που μιλά στην καθημερινή εμπειρία των θεατών με τρόπο άμεσο και κατανοητό και γίνεται μέρος της συλλογικής κουλτούρας; Και αν όντως αυτό είναι «λαϊκό», ποιοι αλήθεια το ορίζουν; Μήπως όλα αρχίζουν από πάνω προς τα κάτω ή από κάτω προς τα πάνω;

Γιατί, όπως όλες οι μορφές τέχνης, έτσι και το θέατρο δεν υπάρχει στο κενό. Διαμορφώνεται από τους δημιουργούς του, ναι, αλλά εξίσου και από το κοινό του (και όχι μόνο). Το τι ανεβαίνει στη σκηνή, ποιο είδος επικρατεί, ποιοι καλλιτέχνες ξεχωρίζουν, δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της «προσφοράς» (και της διακίνησής της), αλλά και της ζήτησης. Και αυτή η ζήτηση έχει πρόσωπο: (περισσότερα…)

Yποτροπίασα!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Υποτροπίασα!

Σ’ ένα μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ διαδραματίζεται μια πολύ σπιρτόζικη σκηνή. Ένας ζωγράφος ψάχνει κάποιον συγγραφέα που του έχει υποσχεθεί ένα κειμενάκι για το έντυπο της προσεχούς του εκθέσεως. Μάταια όμως, γιατί ενώ ο καιρός περνά ο συγγραφέας είναι εξαφανισμένος και δεν ανταποκρίνεται σε κανένα από τα αγωνιώδη μηνύματα που θυμίζουν την υποχρέωσή του. Όταν τελικά ο ζωγράφος αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα του αντικρύζει ένα αλλόκοτο θέαμα. Ο συγγραφέας είναι, άλουστος αξύριστος με μια βρώμικη ρόμπα, εμφανώς παραμελημένος ενώ το σπίτι δεν βρίσκεται σε διόλου καλύτερη κατάσταση. Σ’ ένα τραπέζι βρίσκονται αραδιασμένα όλων των ειδών τα ζαμπονικά και μια μεγάλη ποικιλία σαλαμιών. Στο ερωτηματικό βλέμμα του επισκέπτη ο συγγραφέας απολογείται με σκυμμένο κεφάλι: Ε, ναι λοιπόν! Υποτροπίασα! Ξανάπεσα στα αλλαντικά!

Θυμήθηκα τη σκηνή γιατί αυτή τη βδομάδα υποτροπίασα με τη σειρά μου. Ξανάπεσα στα αστυνομικά! Πήρα από μια φίλη δυό σακούλες από δαύτα και ξημεροβραδιάζομαι μαζί τους. Αλλά μη φανταστείτε αστυνομική λογοτεχνία ποιότητος, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ρέημοντ Τσάντλερ ή τίποτε ανάλογο σε καλαίσθητες εκδόσεις. Μιλάμε γι’ αυτά τα προχειρογραμμένα, μαζικής παραγωγής αστυνομικά, με την υποτυπώδη πλοκή και τους χοντροκομμένους χαρακτήρες, κακοτυπωμένα συνήθως, μεταφρασμένα στο πόδι και με τόσες περικοπές ώστε να χωρέσουν σ’ ένα βιβλιαράκι τσέπης. Παλιότερα είν’ αλήθεια με τον Δημήτρη Αρμάο συνηθίζαμε, μια-δυό φορές τον χρόνο, να κάνουμε νυχτερινές επιδρομές στην Ομόνοια. Αγοράζαμε κατόπιν προσεκτικής επιλογής ό,τι χειρότερο βρίσκαμε στον πάτο του βαρελιού: κόμικς της κακιάς ώρας, ιστορίες βλακώδους φαντασίας ή διαστημικά σκουπίδια. Ύστερα τα βάζαμε στο πάτωμα με συνοδεία ένα μπουκάλι ουίσκυ, καθόμαστε ανακούρκουδα και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια διαβάζοντας εκ περιτροπής λίγες αράδες απ’ το καθένα. Όταν χάθηκε ο Δημήτρης έκοψα αυτή την αλγεινά διασκεδαστική συνήθεια — έλα όμως που όπως γίνεται σε κάτι θριλεράκια της συμφοράς, τα φαντάσματα κάποτε ξυπνούν και διεκδικούν τα απνευμάτιστα δικαιώματά τους!

Υ.Γ. Και μη με ρωτήσετε για τους συγγραφείς αυτών των φτηνιάρικων αστυνομικών: (περισσότερα…)

Eκδοχές της θηλυκότητας

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Άννα Δερέκα,
Αιμάσσων,
Κέδρος, 2019
Άννα Δερέκα,
Πάντα κινδύνευα από τις λέξεις,
Κέδρος, 2023

Το έργο της ποιήτριας Άννας Δερέκα θα μπορούσε να τοποθετηθεί ευρύτερα στην ποιητική της χειραφέτησης. Από το 1977 μέχρι σήμερα αφηγείται τις εμπειρίες των γυναικών, τα πάθη και τους αγώνες τους να κινηθούν έξω από περιοριστικές κατηγοριοποιήσεις. Το έργο της Δερέκα συνδέει αυτή την εμπειρία με διαφορετικούς τόπους και ιστορικές στιγμές, προσανατολίζοντας στις συζεύξεις του προσωπικού με τις ιστορίες των γυναικών στον μύθο και το πραγματικό. Η Δερέκα «πολιτογραφείται» επίσης ως αναγνωρισμένη περίπτωση διανοούμενης και ποιήτριας που με συνέπεια ανέδειξε ποικιλοτρόπως τα ηπειρωτικά τοπία, τα παραδοσιακά ηχοχρώματα και τις λογοτεχνικές εξελικτικές διαδράσεις της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Σε μια εποχή όπου «ποτάμια λύκους κατέβασε ο καιρός»[1] η ποιητική της κατευθύνεται σε πολλαπλές συνομιλίες με το γυναικείο φύλο μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο διαφορετικών συμβάντων και συναισθηματικών διακυμάνσεων (σ. 103) που λειτουργούν θραυσματικά και όχι ενοποιητικά, κινητοποιώντας διαφορετικούς χρόνους, συνθήκες και στιγμές. Τα ποιήματά της δεν περιορίζονται λοιπόν σε μια γραμμική «εγχώρια» ιστορική καταγραφή που οριστικοποιείται σε συγκεκριμένη παράδοση: τοπική, αισθητική, δομική ή όποια άλλη.

Παρόλο που χρησιμοποιεί τον λυρισμό, η Δερέκα μπορεί να συνθέσει διαφορετικές ποιητικές παραδόσεις και φόρμες. Είτε μιλάμε για τις ζυμώσεις που επιτελέστηκαν στις συνομιλίες της με ομότεχνούς της, είτε για την εξέλιξη της ποιητικής εργογραφίας της (η οποία μετρά μέχρι σήμερα πάνω από είκοσι βιβλία) η Δερέκα παραμένει κατά τη γνώμη μου αποδημητική. Κριτικά αφομοιώνει και οικειοποιείται ως αναγνώστρια και ποιήτρια την ελληνική με την παγκόσμια ποίηση, προβαίνοντας και συνθέτοντας παράλληλα τις διάφορες σχολές και ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι επικλήσεις της αλλάζουν διαρκώς, το ίδιο και οι επιδράσεις της με αποτέλεσμα να κατασκευάζει δημιουργικά ένα εν εξελίξει ψηφιδωτό δημιουργών και συμβάντων το οποίο κινείται σε μια διαχρονία με διαφορετικά σημεία εκκίνησης. Τα αναδιατασσόμενα σημεία/στίγματα τής δίνουν την επιλογή να αναθεωρεί την έννοια της ασφάλειας, της οικειότητας και τελικά της μετοίκησης.

Βρήκα στέγη
όχι σπίτι.
Σαν τ’ αποδημητικά.[2] (περισσότερα…)

Charles Beaudelaire, «Θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν…»

*

Τοπίο

Αυθεντικά ειδύλλια θα ήθελα να πλάσω
και, σε όνειρο θαρρείς, με τα καμπαναριά κοντά μου,
ύμνους ιερούς καθώς ο αέρας φέρνει ώς τα αυτιά μου,
σαν αστρολόγος πλάι στον ουρανό να ξαποστάσω.
Τα χέρια στο πηγούνι μου, ψηλά από τη σοφίτα
θα δω το εργαστήριο όλο τραγούδι και φλυαρία,
καμπαναριά, φουγάρα, λες της πόλης τα ιστία,
και τους βαθιούς τους ουρανούς, αιώνιοι σαν να ήταν.

Είναι όμορφο, μες από τις ομίχλες να γεννιέται
το άστρο του γλαυκού, στο παραθύρι η λάμπα πλάι,
ποτάμι από κάρβουνο που στα ουράνια πάει,
και της σελήνης η αχνή σαγήνη να σκορπιέται.
Φθινόπωρα θα αντικρίσω, ανοίξεις, καλοκαίρια
κι όταν της χειμωνιάς χιόνια μονότονα απαντήσω,
παντού πόρτες, παράθυρα θα πρέπει να σφαλίσω
στη νύχτα τα παλάτια για να χτίσω τα αιθέρια.
Τότε θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν, (περισσότερα…)

Ένας ασήμαντος άνθρωπος

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Είμαι ένας τυχαίος άνθρωπος, ένας ασήμαντος άνθρωπος, εσωτερικά εξαντλημένος, πληγωμένος από πίκρες που έχουν σημασία μόνο για μένα, μετέωρος ανάμεσα στον κυνισμό και τη συμπόνια, επιρρεπής αλλά όχι παραδομένος στη μνησικακία, κουρασμένος απ’ το παιχνίδι των προσδοκιών και της υποκρισίας, εθισμένος σε ορισμένες ιδεοληψίες: να ζήσω την προσωπική μου ιστορία χωρίς διαμαρτυρίες, χωρίς ξεφωνητά, να μην γίνω γελοίος, να κατακτήσω την διαύγεια που μου είναι απαραίτητη για να φτάσω μέχρι το τέλος χωρίς να προδώσω τον εαυτό μου, να διαχειριστώ ψύχραιμα την προοπτική του θανάτου μου, την τελική αποτυχία της επίγειας ύπαρξής μου.

Υπάρχω αυθαίρετα, ανεξήγητα. Δεν ξέρω τι είμαι και γιατί υπάρχω. Δεν ζήτησα να υπάρξω. Ξένες αποφάσεις καθόρισαν την είσοδό μου στη ζωή. Άγνωστες δυνάμεις θα καθορίσουν και την έξοδο μου. Η πορεία καθορισμένη αμετάκλητα, τα μεγάλα ερωτήματα αναπάντητα. Αιχμάλωτος στην ύπαρξη έχω να υποστώ ένα πεπρωμένο, μια σειρά από συμπτώματα και αγωνίες, μια ζωή και έναν θάνατο, χωρίς να ξέρω τι υπερασπίζομαι, αποφασισμένος ωστόσο να βρω ένα νόημα και να εξαντλήσω τα πάντα μέχρι τέλους, συλλογιζόμενος κάθε τόσο ότι όλα αυτά ίσως να μην έχουν τελικά καμιά σημασία, κανένα νόημα, καταδικασμένα όλα σε έναν αθεράπευτο παραλογισμό και σε μια ολοκληρωτική εκμηδένιση.

Κάποτε (μόλις χθες) ήμουν παιδί – τα χρόνια εξαϋλώθηκαν λες και δεν υπήρξαν. Κληρονόμησα μια ορισμένη κατάσταση, αυτό που αφαιρετικά ονομάζουμε «φτώχεια», με καθόρισε, με έκανε αυτό που είμαι. (Θυμάμαι ένα παγωμένο αποχωρητήριο στην άκρη μιας αυλής, θυμάμαι ένα παγωμένο σπίτι, θυμάμαι έναν άντρα που πρέπει να ήταν ο πατέρας μου – δεν έμαθα ποιος ήταν, δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Θυμάμαι την απουσία άλλων, τις σπάνιες επισκέψεις κάποιων. Κάπως έτσι μεγάλωσα. Κάπως έτσι διαμόρφωσα τη ντροπή και την περηφάνια μου).

Υπό άλλες συνθήκες θα γινόμουν κάποιος άλλος; Δεν ξέρω. Ίσως ναι, ίσως όχι. (περισσότερα…)

Συντροφεύγοντας τόν ἑαυτό: Συγκαιρινές ἱστορίες

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~

Μέρος Β΄: Συγκαιρινές ἱστορίες

1.   Δέχτηκα ξαφνικά τά ἐξ οἰκείων βέλη νικηφόρων ἐγωισμῶν. Ἔτσι κι ἐγώ, οἰκεία βουλήσει, προσῆλθα στά γραφεῖα τῶν προϊσταμένων. Δηλαδή ξεκίνησα τήν ἀγόρευση μέσα σ’ ἕνα κουτί. Ε λοιπόν, ὅλη ἡ πιατέλα ἦταν μπροστά μου καί τσίμπαγα ὅποια λέξη ἤθελα. Ὄχι μόνο δέν ὑπῆρχε ἔλλειψη, ἀλλά τέτοια πληθώρα, πού ἔκανα κι ἐπιλογή. Ἄλλες τίς ἄφηνα, ἄλλες τίς ἔπιανα, σάν καλοτηγανισμένες πατάτες. Ὅλα ἦταν σέ θαυμαστή ἁρμονία· τά ρήματα, καθώς καί ἡ κίνηση τοῦ σώματος, στίς ἄκρες τοῦ ὁποίου κουβαλήθηκε μέ θάρρος τό θιγμένο μέσα μου, ἔδεναν μεταξύ τους σέ μιά καλοστημένη παράσταση διαμαρτυρίας χωρίς νά ξεφεύγω ἀπό τήν κομψοπρέπεια. Ἀντίθετα, ὅταν εἶναι νά μιλήσω τήν ἀλήθεια μου σέ ἀγαπημένο πρόσωπο, οἱ λέξεις ξεμακραίνουν. Τό ποτήρι γεμίζει σταγόνα σταγόνα. Τά ψέματα δέν καταστρατηγούν τήν ἀλήθεια μέ σκοπό νά βλάψουν οὔτε τή φυλάσσουν, βέβαια, ὡς πολύτιμη. Ἔμπροσθεν τοῦ προϊσταμένου, τά ψέματα καί ἡ ἀλήθεια ἦταν ἕνα πρᾶγμα μέσα στό ἐπιμελημένο γαυρίαμα. Δέν ὑπῆρχε πρόβλημα, ἤμουν ἐγώ ἔξω. Ὅταν σέ στριμώξουν μέσα εἶναι τό πρόβλημα. Ὅταν σοῦ ζητᾶ τήν ἀλήθεια ἡ ἀγαπημένη, δέν εἶναι εὔκολο νά ζευγαρώσεις τή φιλοπρωτεία μέσα στό συναίσθημα μέ τήν ἐκλογή τῆς ἀλήθειας. Τί νά πεῖς; Κι αὐτά πού λές δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια, εἶναι τά λόγια τοῦ μόχθου σου μέσα στούς ρόλους μιᾶς πολύωρης ζωῆς. Ποιός εἶπε ποτέ γιά τόν ἑαυτό του ξεμέθυστες ἀλήθειες; Ὑπάρχουν τέτοιες; Ὑπάρχουν, καί τίς λέμε κι αὐτές, σά νά σπρώχνεις τόν ἄλλο μακριά. Οἱ λέξεις δέν εἶναι καμωμένες γιά τήν ἀλήθεια, μόνο οἱ πράξεις ἀληθεύουν, ἐπειδή ξεπετάγονται ἔξω ἀποκλεισμένες ἀπό τόν δημιουργό τους και δεν ἐξουδετερώνονται. Ποτέ μου δέν φιλοξένησα ἄνθρωπο! Δόλιος, προδοτικός, τά λέω καί πρῶτος ἐγώ τά πιστεύω, τήν ὥρα πού πίσω μου σπαρταροῦν ἐθελόκακα πράξεις χθεσινές πού δεν λένε να χηρεύσουν ἀπό μένα.

2.   Παίζοντας στή ρουλέτα, διαλέγοντας τά νούμερα, εἶναι στιγμές, σπάνιες εἶναι ἀλήθεια, πού ἀντιλαμβάνεσαι πόσο πρωτότυπος ἤσουν! Ἐκπλήσσεσαι ἀπό τό γεγονός ὅτι τούς ἀριθμούς πού τελικά ξεχώρισες δέν θά μποροῦσες νά τούς εἶχες σκεφτεῖ. Σάν νά σέ προτίμησαν αὐτοί. Σάν νά ξέκριναν μόνοι τους καί νά σοῦ παρουσιάστηκαν ἀκάλεστα. Δέν φανταζόσουν ποτέ ὅτι θά μποροῦσες νά διαλέξεις αὐτούς ἀκριβῶς τούς ἀριθμούς. Ἀριθμοί πού συχνά κερδίζουν. Τέτοιους βρίσκει ὁ ἀρχάριος. Ἐξ οὗ καί ἡ λεγόμενη τύχη του. Ὁ καινούργιος παίκτης εἶναι ἀνοιχτός, ἀδούλωτος σέ ὅλες τίς συλλογές ἀριθμῶν. Χαρούμενος, δηλαδή, χωρίς ἄσχημες ἀκόμα ἀναμνήσεις, καί τωρινός στή δράση, ἁπλώνεται ἰσότιμα καί ἀμερόληπτα σέ ὅλους τούς ἀριθμούς. Καί διαλέγει σωστά. Πράγματι στήν τύχη. Καί τήν τύχη τή συναντᾶ. Ὁ παλιός παίκτης ἀντίθετα ἐπιμένει. Ἐπιμένει στό ἑαυτό του. Ἡ μνήμη του εἶναι βαριά. Κολλημένος στά νούμερά του ὅπως ὁ μεσήλικας στίς ἀτάκες του. Καί ἡ τύχη νά μήν εἶναι ποτέ ἀδιάφορη ἀλλά κάθε φορά νά περνάει σύρριζα. Βλέπεις τά νούμερά σου νά κερδίζουν συνεχῶς στό διπλανό τραπέζι. Ἡ τύχη νά βηματίζει πίσω ἤ μπροστά σου. Ἀφήνεις τά νούμερά σου γιά μιά ριξιά καί αὐτά βγαίνουν. Ἐπιστρέφεις καί βγαίνουν ἐκεῖνα πού διάλεξες ὅταν ἄφησες τά δικά σου. Δέν ξέρεις ποῦ νά πᾶς καί ποῦ νά σταθείς. Κρῖμα πού δέν ἐπέμενες! Ἡ μπίλια νά χώνεται ἐπίτηδες στη μόνη τρῦπα πού σκόπιμα ἄφησες ἀπό μιά μεγάλη συλλογή ἀριθμῶν, μόνο καί μόνο γιά νά δεῖς ἄν θά μπεῖ ἐκεῖ κοροϊδευτικά. Καί μπαίνει! Στό τέλος ἀντιλαμβάνεσαι πώς δέν ὑπάρχουν ἀριθμοί πού θά μποροῦσες νά διαλέξεις. Ὅλοι οἱ ἀριθμοί χάνουν. Συνεχίζεις νά παίζεις γιά νά σιγουρευτεῖς. Γιά νά ἐπιμείνεις. Καί ἐσύ ἐπιμένεις στόν χρόνιο ἑαυτό σου, στά νούμερά σου, ἀρχίζεις νά συχνάζεις ἐκεῖ σάν φτωχοκόριτσο πού θέλει νά φτουρήσει. Τό πουλί πέταξε καί ἐσύ ἀλησμόνητη παλιά καραμπίνα πού ἐμμένει στίς ἀτάκες πού χάνουν. Ἀναθυμητική στήλη πού πίνει οὐίσκι καί καπνίζει. Στό τέλος, ἔρχεται καί ὁ Πασκάλ: «μεγάλο πρᾶγμα ἡ ποιότητα, αὐτή πού σέ κάνει ἕτοιμο στά εἴκοσί σου χρόνια. Ὅταν οἱ ἄλλοι καταφθάνουν στά πενῆντα τους, ἐσύ ἔχεις κερδίσει ἄκοπα 30 χρόνια».

(περισσότερα…)

Ἀκτινογραφία φανατικοῦ

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Δὲν πάει καιρὸς ἀπ’ ὅταν ἄνοιξε στὴν ἀρένα τῶν κοινωνικῶν δικτύων μὲ ἀφορμὴ τὴ δολοφονία τοῦ Τσάρλυ Κὲρκ μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ καὶ τὰ θλιβερά του ἀποτελέσματα. Καὶ πράγματι, ἂν τὸ σκεφτεῖ κανεὶς ψύχραιμα καὶ ἐξ ἀποστάσεως δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ καταλήξει στὸ ἴδιο συμπέρασμα. Ὁ φανατικὸς δρᾶ παρωπιδικά, σὰν τὸ γαϊδούρι ποὺ ξέρει ἕνα μονοπάτι καὶ δὲν τὸ ἀλλάζει εἴτε ἔχει κατολίσθηση, εἴτε ἔχει ρίξει ἕνα μέτρο χιόνι, εἴτε ἂν προκύψει ἕνας νέος ὁμαλότερος δρόμος ποὺ θὰ διασφαλίσει τὴ σωματική του ἀκεραιότητα. Ναί, εἶναι κάπως ἔτσι. Παρὰ ταῦτα, ἡ ὀπτικὴ αὐτὴ πέρα ἀπὸ ἐξίσου θυμικὴ μὲ τὸν θυμικὸ ἀγώνα τοῦ φανατικοῦ εἶναι κάπως ἀνάλατη, γλυκερή, ἴσως εὐχετική, σὰν τὶς ἐκθέσεις ποὺ γράφαμε στὸ σχολεῖο, τῶν ὁποίων ἂν ἀκολουθούσαμε τὰ προτάγματα ποὺ ὑποστηρίζαμε γιὰ νὰ πάρουμε καλὸ βαθμὸ στὴ μετέπειτα ἐνήλικη ζωή, θὰ φτάναμε νὰ καταφέρουμε τὶς αὐτονομιστικὲς εὐτοπίες (τελικὰ δυστοπίες) τοῦ Καστοριάδη καὶ ἄλλων χαρούμενων στοχαστῶν τοῦ γραφείου.

Προφανῶς, τὰ πράγματα δὲν κινοῦνται πάντοτε στὸ ἀσπρόμαυρο δίπολο, ὡστόσο μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ («Ποὺ θἄπρεπε νἆναι μόνο στὰ γήπεδα», ὅπως μοῦ ΄λεγε πρόσφατα νηφάλια πλὴν ἐμπύρως ὁ Πατίλης) δὲν γίνεται νὰ περιοριστεῖ σὲ εὐχολόγια καὶ δυνητικότητες· κι’ αὐτὸ ἀφ’ ἑνὸς ἐπειδὴ ἡ νηφαλιότητα εἶναι κατακτημένη κατάσταση κι’ ὄχι φυσική, βιολογικὴ προϋπόθεση, ἀφ’ ἑτέρου ἐπειδὴ τὸν ἀντιμετωπίζουμε καθημερινὰ μένοντας στὸν φαινότυπο καὶ ἀποσιωπῶντας τὸν γονότυπο.

Τὸ γονιδίωμα τοῦ φανατισμοῦ εἶναι ἑλικοειδὲς καὶ κινεῖται σὲ δύο παράλληλους ἄξονες ποὺ ἅπτονται πολλῶν ἐπικρατειῶν. Στὸν πρῶτο ἕλικα/ἄξονα ὑπάρχει ὁ ὀρθολογικοποιημένος φανατισμὸς ποὺ προκύπτει κατόπιν σκέψης, ἐπιλογῶν, συνθηκῶν καὶ ἀποκλεισμῶν ἕτερων φανατισμῶν, ἐνῶ στὸν ἄλλον βρίσκεται αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται κοινῶς «τυφλὸς φανατισμός», ποὺ ὅμως δὲν διαφέρει καθόλου ἀπ’ ὅ,τι καθημερινὰ ὀνομάζουμε «πίστη». Ὁ ἕνας ἕλικας εἶναι προϋπόθεση τοῦ ἄλλου· ὁ πρῶτος ὡριμάζοντας μετατρέπεται στὸν δεύτερο, καὶ κάθε νέα πληροφορία, κάθε νέο ἐρέθισμα, κάθε ἐξωγενὴς παράσταση ἐπανατροφοδοτεῖ τὸν πρῶτο. Ἡ πίστη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πίστη, ἂν δὲν εἶναι «τυφλή». Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα (ἔλεγχος, αἰτιολόγηση, ὀρθολογικοποίηση, ἀξιολογικὲς παράμετροι) ἐδῶ ἀπάδουν.

Ὁ φανατικὸς νιώθει παράλληλα ὅτι ἔχει ἐπιλέξει νὰ στηρίζει κάτι, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ αὐτὸ τὸ «κάτι» τοῦ φαίνεται ὡς προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ του, κάτι ποὺ βαστᾶ ἀπὸ τὴ γέννα καὶ δὲν θὰ μποροῦσε ἐπουδενὶ λόγῳ νὰ εἶναι ἀλλιῶς. Εἶναι ὡς νὰ ὁρίστηκε ἀπὸ κάποιον ἢ κάτι στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς σκοποῦ ποὺ ἐνῶ πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλὴ πίστη τείνει νὰ γίνεται ἕνα ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους συνεκτικὸ modus vivendi et operandi. Οἱ ὅποιες ἀποκλίσεις προκύπτουν περιστασιακὰ ἢ ἀναγκαστικά, γρήγορα γίνονται φύση τοῦ κυρίως κορμοῦ σὲ βαθμὸ ποὺ πλέον δὲν λογίζονται ὡς τέτοιες, παρὰ μόνον ὡς ἐξελιγμένες ἐκδοχὲς τοῦ ἀρχικοῦ πλάνου. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ πάντα βγάζουν νόημα στὸν κόσμο τοῦ φανατικοῦ, καθὼς ἡ βαθιὰ πεποίθηση ὕπαρξης ἑνὸς κόσμου ποὺ μπορεῖ νὰ ἰδωθεῖ μὲ ἴσιο κρέας μόνο μέσα ἀπὸ τὰ μάτια του ἢ τὰ μάτια τῶν ὁμοϊδεατῶν του, πλημμυρίζει τελικὰ τὸ πράττειν του σὲ μιὰν ὁρῶσα [γιὰ τὸν ἴδιον] τύφλωση [γιὰ τοὺς ἄλλους]. (περισσότερα…)