*
του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ
~.~
Σ’ εκείνη τη διάσημη πρότασή του ο Έγελος γράφει πως η γλαύκα της Αθηνάς ξεκινά το πέταγμά της μόνο κατά το σούρουπο. Τώρα, ο ίδιος ο Έγελος εννοούσε κάτι είτε πολύ συγκεκριμένο είτε το εξαιρετικά ασαφές, όμως ούτως ή άλλως εμένα οπωσδήποτε μου διαφεύγει το καθαρό νόημα της σκέψης του στα ορθά της συμφραζόμενα. Υποπτεύομαι πως δεν είμαι ο μόνος. Την πρόταση του τη σκέφτομαι όλο και συχνότερα –έρχεται και μου καρφώνεται στον νου, σαν να θέλει κανείς να μου υπενθυμίσει πως την όποια σοφία διαθέτω την κατέκτησα πολύ αργά, έτσι που μόνο στην κατανόηση του παρελθόντος με ωφελεί, δίχως να με προφυλάσσει από τις κακοτοπιές που μέλλονται να φανούν εμπρός μου. Σε αυτό μου το παρελθόν ωστόσο πολύ θα μου ήταν χρήσιμη λίγη σύνεση παραπάνω, αφού τα όσα θα περιγράψω ακολούθως θα μπορούσαν ευκόλως να αποφευχθούν από κάποιον λίγο πιο πονηρό ή συνετό ή ταπεινό ή, τέλος πάντων, από εκείνον που αντί της ανέμελης υπερηφάνειας του –συνοδευόμενη συνήθως αυτή από μια ανάλαφρη αδιαφορία για τα αισθήματα των γύρω– θα πρόκρινε μια προσεκτικότερη στάση απέναντι τους. Την ελαφρομυαλιά μου την πλήρωσα εν τούτοις σε νόμισμα σκληρό, μάλιστα, έτσι που ο νους μου βάρυνε έκτοτε απότομα και κατέληξα να τον σέρνω αδρανή εδώ κι εκεί, ίδιο κουφάρι δυσκίνητο και άχθος καθαρό.
Κάποτε ζούσα δίχως φορτία: Πέρασα χρόνια παιδικά αμέριμνα, με παιχνίδι, γέλιο και ένα κορμί πάντα ζεστό, ανίδεο έστω και της πλέον ήπιας ασθενείας. Σαν κουραζόμουν απ’ τις τρεχάλες στους δρόμους και στην εξοχή, γυρνούσα πίσω κι ύστερα απ’ το δροσερό μου μπάνιο έπιανα το βιβλίο. Κανείς από τους δικούς μου δεν ήτανε άνθρωπος των γραμμάτων, μα τα βιβλία μού τα πρόσφεραν τόσο απλά όσο τους τα ζητούσα –κι ούτε ποτέ κανείς με πίεσε για να διαβάσω κάτι ή το αντίθετο. Η ελευθερία μου ήταν πλήρης –το ίδιο και η ευδαιμονία μου.
Στον κύκλο μου γίνανε όλοι μηχανικοί ή ακολούθησαν σπουδές διοίκησης και, σε κάθε περίπτωση, οι περισσότεροι κατέληξαν στη φιλόξενη αγκαλιά της μεγάλης οικογενειακής επιχείρησης ή του καλά θεμελιωμένου γραφείου του πατρός τους. Μόνη εξαίρεση ο Δ. που πέρασε μαζί μου στη Φιλοσοφική Σχολή –σε άλλο τμήμα– από τους τελευταίους της κατάταξης εκείνης της χρονιάς. Τον Δ. τον γνώριζα στα πεταχτά, μιας και υπήρξαμε συμμαθητές μόνο κατά τον τελευταίο χρόνο, στο τμήμα της κατεύθυνσης, και ποτέ δεν αναπτύξαμε κάποια σχέση κάπως στενότερη. Η εισαγωγή του στη Σχολή θεωρήθηκε από τους καθηγητές μας μεγάλη του επιτυχία, μιας και ο ίδιος είχε φτάσει μόλις στα μέσα της δευτέρας τάξης στο πρότυπο λύκειό μας, εμφανιζόμενος, αλήθεια, σαν κομήτης –με τη διακριτική του μα σίγουρα ευκρινή προφορά– από κάποιο χωριό με όνομα σκληρό, που φώλιαζε ανάμεσα σε βουνά άνυδρα, στο τέρμα ενός κακοτράχαλου δρόμου ο οποίος διέσχιζε φιδογυριστός την πίσω μεριά μιας απομακρυσμένης επαρχίας. Το γιατί είχε εγκαταλείψει το χωριό του και παρέμενε υπό καθεστώς μακράς φιλοξενίας στους θείους του παρέμενε μυστήριο.
Μία μέρα στο λεωφορείο για το πανεπιστήμιο τον χαιρέτησα, από αίσθηση καθήκοντος περισσότερο πάρα από οτιδήποτε άλλο, και την επόμενη μού ανταπέδωσε. Τελικά φτάσαμε να κάνουμε παρέα στενή, ώσπου σύντομα καταλήξαμε να δίνουμε όρκους αιώνιας και βαθιάς φιλίας πάνω απ΄ τα άδεια κρασοπότηρά μας και δίπλα σ’ ετοιμόρροπες στοίβες βιβλίων. Να τον χαρακτηρίσω άνθρωπο περίεργο θα ήταν χοντροκομμένη προσέγγιση εκ μέρους μου –όχι επειδή δεν ήταν τέτοιος, μα επειδή υπήρξε τόσα περισσότερα πέραν αυτού. Για εμένα τότε η ζωή ήτανε μια απλή, γραμμική ακολουθία από λιγότερο ή περισσότερο ενδιαφέροντα περιστατικά, κι οι όποιες εκπλήξεις μπορεί να ήταν ευχάριστες ή, το χειρότερο, ήπια δυσάρεστες, όπως ας πούμε μια ουρανοκατέβατη κουτσουλιά στον καλυμμένο από ένα νέο τζιν σακάκι ώμο μου· όλο το δράμα που χρειαζόταν η ιδιοσυγκρασία μου, το αντλούσα απ’ τη μυθοπλασία. Εκείνος έδειχνε σαν να ‘χε από μικρός διέλθει των συμπληγάδων κάποιας τρομερής μα απροσδιόριστης ιστορίας και ο αεικίνητος νους του δεν του επέτρεπε μονάχα τη δημιουργική πνοή, μα και τη χαμαιλεοντική του εναρμόνιση με ό,τι επέλεγε ως στόχο: Σαν κάποτε μού διάβαζε αποσπάσματα απ’ το Υπόγειο, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ δεν ήταν πως εκείνος, σαν ακατέργαστος μα γνήσιος υποκριτής, προσαρμοζόταν ιδιοφυώς στο κείμενο του Ντοστογιέφσκι, μα πως ο ίδιος ο μεγάλος Ρώσος δεν έγραψε το βιβλίο του παρά έχοντας στον τετραπέρατο νου του αποκλειστικά τον Δ. με σάρκα και οστά.
Τ’ ότι πριν τα εικοστά του τρία γενέθλια εξέδωσε ιδίοις αναλώμασι ένα μικρό πεζό, με κάπως αφρόντιστο εξώφυλλο και λεπτοδουλεμένο εσωτερικό, με εξέπληξε εν πρώτοις, μα λίγο αργότερα έλεγα στον εαυτό μου πως ήτανε το μόνο πράγμα για το οποίο μου έμοιαζε ο Δ. ικανός. Έκανε φιλότιμες προσπάθειες να το διακινήσει με κάποια έστω επιτυχία. Όμως λίγο τ’ όνομά του που ‘τανε δυσπρόφερτο και ανήκουστο μαζί, λίγο τα κάπα και τα γάμα του που πέριξ κι εντός των Εξαρχείων ηχούσαν εκκωφαντικά, λίγο η ανωνυμία τού μικρού εκδοτικού και το ίδιο του το προσωπικό στιλ που τον ακολουθούσε παντού σαν αύρα άχρωμη –ως και το ύφος του έδειχνε στραβοφορεμένο και αφύσικο, δίχως τη συμπαγή βεβαιότητα ενός λυγισμένου πάνω στο δεξί του κατωσάγονο καρπού… Κάθε του προσπάθεια έπεσε σε δυσπρόσιτο κενό σαν καταδικασμένη από τα πριν να αποτύχει. Δεν ανέφερα βεβαίως –και σκόπιμα, γιατί χρήζει αυτοτελούς αναφοράς– το περιεχόμενο του εν λόγω πονήματος του Δ., που δεν ήταν παρά μια κεκαλυμμένη ειρωνεία προς καθετί το υπάρχον· κοσμοπολιτισμό και επαρχιωτισμό, μεταμοντέρνο και προνεωτερικό, προοδευτισμό και παραδοσιοκρατία –με όλα καταπιάστηκε σ’ εκείνο το αχαρακτήριστο υβρίδιο νουβέλας και δοκιμίου, όλα τα έπιασε στα χέρια σαν για να καλοακονίσει με αυτά τα δόντια του κι ύστερα, τροχισμένα και στεγνά, να τ’ αφήσει πίσω απ’ όπου τα πήρε.
Λίγους μήνες αργότερα εξέδωσε ποιητική συλλογή, η οποία αγνοήθηκε πανηγυρικά και διαβάστηκε από πραγματικά ελάχιστους· στους αναγνώστες της δεν συγκαταλεγόμασταν παρά εγώ, η μητέρα του στο χωριό, και πέντε άνθρωποι του χώρου του βιβλίου που τον διατηρούσαν ως συνομιλητή και έδειχναν ένα ελάχιστο ενδιαφέρον για το άτομό του. Όταν ένας απ’ όλους χαρακτήρισε το ποιητικό του έργο «καλό αλλά πέρα για πέρα ψεύτικο», ο Δ. πάνιασε και έπαψε ολωσδιόλου να μιλά. Την επόμενη κιόλας ημέρα έστειλε στο Μ.Ρ. κείμενο εν είδει επιφυλλίδας όπου επιτίθετο με σφοδρότητα, και με τη σειρά, στην εξομολογητική φύση του καλλιτεχνικού έργου θεωρούμενη ως αρετή, την αυτομυθοπλασία, την κατεδάφιση του προσωπικού στιλ, την ηγεμονία της προφορικότητας στον γραπτό λόγο και, τελικά, σε όλους όσους –κατά την άποψή του απελπιστικά μικρόνοες– αναζητούσαν σε κάτι το παντελώς τεχνητό, όπως ένα ποίημα, μια φεγγοβολούσα κι άσβηστη ειλικρίνεια. Η δημοσίευση του εν λόγω δεν έκανε πάντως καμία αίσθηση, με μοναδικό της απτό αποτέλεσμα να είναι η μείωση των προερχόμενων εκ του χώρου συνομιλητών του Δ. κατά έναν, αφού εκείνος ο πέμπτος τού έκοψε έπειτα και την καλημέρα. Το τελικό χτύπημα δόθηκε όταν ο Δ., παρά την αδυναμία του να εντοπίσει έστω και έναν ομιλητή, προχώρησε στην προγραμματιζόμενη παρουσίαση της συλλογής του σ’ ένα όμορφο βιβλιοπωλείο του κέντρου, όπου και τελικά δεν εμφανίστηκε κανείς πέρα από εμένα και τον ίδιο τον βιβλιοπώλη, με τον οποίο πάντως είχαμε οι τρεις μας μια ενδιαφέρουσα συζήτηση πάνω στην κατάσταση της νεοελληνικής ποίησης, έτσι που λίγο άφησε να φανεί η βεβαία απογοήτευσή του για τις περιορισμένες, έστω, πωλήσεις που δεν έγιναν.
Ύστερα κι απ’ αυτό, ο Δ. κατά τα φαινόμενα σίγησε. Αν όμως έως τώρα περιέγραψα μια πραγματικότητα λίγο πολύ γνωστή –και αν όχι γνωστή, τότε σίγουρα ευκόλως επαληθεύσιμη– τώρα θα προχωρήσω στην ακριβέστατη καταγραφή του πώς ήρθαν έπειτα πράγματα τα οποία στάθηκαν πολύ λιγότερο φωτισμένα, ώστε να διαλύσω κάθε αμφιβολία και να απομακρύνω κάθε σκιά από εκείνες που με περιέπλεξαν σε ένα παιχνίδι άσχημο, στο οποίο δεν είχα λόγο, και που μου δημιούργησε τόσα προβλήματα, χαλώντας ανεπανόρθωτα τον δρόμο που είχα ανοίξει στον εαυτό μου με τόσο κόπο και προσωπική εργασία, σαν να πέρασε μια βαριά νταλίκα πάνω από μονοπατάκι δομημένο από λεπτά, πολύχρωμα βότσαλα τοποθετημένα εκεί ένα ένα με το χέρι. Ταυτόχρονα όμως οφείλω να είμαι διπλά προσεκτικός στις διατυπώσεις και τις αναφορές μου στους ποιητές, τους πεζογράφους, τους επιφυλλιδογράφους, τους φεστιβαλιστές, τους εκδότες, τους περιοδικάρχες και τους πάσης φύσεως λογοτεχνίζοντες και λογοτέχνες, αφού γνωρίζω πολύ καλά πως το είδος αυτό είναι ευερέθιστο, μεγαλομανές και νάρκισσο όσο είναι εκδικητικό, και δεν το ‘χει σε τίποτα, πέρα από όσα μου ‘χει ήδη καταφέρει, να επιτείνει τη δημόσια λοιδορία μου και, έπειτα, να προχωρήσει ίσως και στον ποινικό μου διωγμό· σε εμένα, που δεν είμαι παρά ένας ταπεινός καταγραφέας της αλήθειας –ή μιας, έστω, αλήθειας.
Το ποια η αλλαγή που είχε συντελεστεί εντός του Δ. δεν το είχα αντιληφθεί, ούτε και την έκτασή της, μέχρι που κοινοποίησε μιαν ημέρα, άνευ σχολίου, σύνδεσμο φιλοξενούντα ανάρτηση σε δημοφιλέστατο βιβλιοφιλικό ιστότοπο σχετικά με την πρόσφατη και επιτυχημένη παρουσίαση ποιητικής συλλογής του φέρελπι ποιητή και υποψηφίου διδάκτορα Φιλοσοφίας στη Γλασκώβη Μ.Ζ. Το όνομα του γράφοντος (Κ.Κ.) ηχούσε άγνωστο. Αλλά ο ενθουσιασμός του για το παρουσιασθέν έργο και τον δημιουργό του βοούσε: «Ο Ζ. καταβυθίζεται στις ατραπούς της συλλογικής μας μοίρας με ακρίβεια γεωμέτρη και δεξιοτεχνία ανατόμου», «η συγκλονιστική απαγγελία των ακριβών στίχων από την ηθοποιό Κ.Θ. …», «η παράδοσή μας στην ποθούμενη μυσταγωγία…», «μετουσιωτής του τραύματος της μνήμης», «φιλόσοφος της σιωπής», «πυρπολητής των αιθέρων», «καβοδέτης της σαγήνης», «ζωγράφος των μέσα μας ουρανών»… Στον επόμενο σύνδεσμο του ο Δ. με οδηγούσε στην ανάρτηση του ίδιου του Μ.Ζ., όπου με συγκίνηση ευχαριστούσε τον φιλόξενο ιστότοπο (ο αρχισυντάκτης του οποίου άλλωστε, όπως μου υπογράμμιζε ο Δ. σε υστερόγραφο σημείωμά του, ήταν στενότατος φίλος του εκδότη του) αλλά και τον άγνωστό του Κ.Κ. για το οξύτατο βλέμμα που έριξε πάνω στην ποίησή του.
Στις ερωτήσεις που έκανα στον Δ. σχετικά με τη φύση του επίμαχου κειμένου δεν λάβαινα απάντηση, όμως σύντομα –σαν χάριν εξηγήσεως– μου κοινοποίησε νέο σύνδεσμο, με διήγημα αυτή τη φορά του (καταφανώς πια ψευδώνυμου) Κ.Κ., όπου και έβαζε τον επίδοξο συγγραφέα ήρωά του να λογοκρίνεται επανειλημμένως και αναιτιολόγητα από τον επιμελητή και εκδότη του στο παρακάτω τμήμα της υπό έκδοση νουβέλας του:
«Κύριε Ο.!» φώναξε μια εύσωμη γυναίκα με βλέμμα ζωηρό. «Ξεχάσατε τους ιεροφάντες των γραμμάτων και των τεχνών που αλληλοχαϊδεύονται στα δίκτυα:
—Πόσο σπουδαίο το βιβλίο σου, Γ. μου!
—Ναι, αλλά όχι σπουδαιότερο απ’ τις μεταφράσεις σου, Β. μου,
και τα λοιπά. Μην μου πείτε πως δεν τους χαίρεστε!».
«Α, μα δεν μας βρίσκεται πάντα χρόνος για τα ιλαρά κυρία μου! Κι ύστερα, γραφιάδες είναι, όχι κορόιδα. Τι είδους σκεπτόμενος άνθρωπος είναι αυτός που δεν γνωρίζει απ’ έξω αλλά, κυρίως!, κι από μέσα τη μικρότητα της εποχής;»
Όσο λοιπόν ο επιμελητής το αφαιρεί μετά από κάθε χτένισμα του κειμένου τόσο ο δημιουργός το ξαναπροσθέτει –γράφοντας το κάθε φορά πλουσιότερο, με περίσσιες αναφορές και μεγαλύτερο πάθος, μετατρέποντάς το σε χειμαρρώδη παρωδία της λογοτεχνικής ματαιοδοξίας υπό μορφήν αυτόνομης αφηγήσεως ώσπου, τέλος, αποφασίζει να ακυρώσει τη συνεργασία του με τον προσεκτικό εκδότη, να αγνοήσει πλήρως το υπόλοιπο σώμα της νουβέλας του και, πλήρης οίστρου και μιας ακατάβλητης αυτοπεποίθησης, να δημοσιεύσει αυτούσιο το πολυσέλιδο πια διήγημα του –γνωρίζοντας βεβαίως την απόλυτη απαξίωση από κοινό και δημιουργούς εξίσου.
Από εκεί και πέρα πήρα τις αποστάσεις μου από τον Δ., αφού πια μπορούσα πολύ καλά να καταλάβω τον δρόμο που είχε πάρει όσο και να προβλέψω την κατάληξή του –κάτι που άλλωστε είχε κάνει και ο ίδιος στο τέλος του παραπάνω διηγήματος. Για μένα ωστόσο υπήρχε λόγος πολύ σοβαρός ώστε να θέλω να προστατευτώ έναντι της οπωσδήποτε βλαβερής συνέπειας του συγχρωτισμού μου με τον Δ., αφού, όπως έλεγα στον εαυτό με πάσα ειλικρίνεια, φίλοι στο κάτω κάτω με τη στενή έννοια –υπό το τρίτο, κατά Αριστοτέλη, είδος της φιλίας– δεν υπήρξαμε ποτέ: Από καιρό είχα ξεκινήσει να γράφω κάποια σύντομα ποιήματα τα οποία κρατούσα στο συρτάρι μου, όμως τους τελευταίους εκείνους μήνες είχα αισθανθεί την ανάγκη να τα μετουσιώσω σε κάτι παραπάνω, να τα δέσω αρμονικά σε κάτι περισσότερο, να δώσω στέγη στις σκέψεις και τις λέξεις μου, και προς αυτό προχωρούσα προσεκτικά σε διερεύνηση του εκδοτικού τοπίου. Σαν πρώτο βήμα είχα αποστείλει μερικές εκτυπωμένες σελίδες μέρους των χειρογράφων μου σε γνωστούς και φίλους και είχα καταφέρει μάλιστα να δημοσιεύσω μερικά ολιγόστιχα ποιήματα σε περιοδικό εξαιρετικά δημοφιλές στους ποιητές και τις ποιήτριες της χώρας. Αποτραβήχτηκα λοιπόν από κοντά του διακριτικά, δίχως όμως να καταφέρω να κόψω παντελώς κάθε μου επαφή μαζί του, κάτι που πολύ θα το ήθελα, λόγω μιας καταραμένης αίσθησης ενοχής απέναντί του, αλλά κυρίαρχα λόγω του ότι ο ίδιος φαινόταν σαν να μ’ είχε χρίσει αποκλειστικό και προνομιούχο αποδέκτη της κωμικοτραγικής του σταυροφορίας ενάντια στον λογοτεχνικό χώρο. Το πρώτο μου μεγάλο λάθος στάθηκε η αναποφασιστικότητα μου στο να αποκοπώ οριστικά απ’ αυτόν και, επειδή ενός κακού μύρια έπονται, το δεύτερο ήρθε σαν του επέτρεψα να χρησιμοποιήσει έναν παλαιό μου λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δημιουργημένο την εποχή ακόμα που ήμασταν συμμαθητές και για χρόνια, νόμιζα, αχρησιμοποίητο, βοηθώντας τον απρόθυμα στην προσπάθειά του να διατηρήσει την ανωνυμία του –αφού κάθε κείμενο που εκτόξευε δεξιά και αριστερά το έστελνε πια και από άλλη διεύθυνση, και με περισσότερα του ενός ψευδώνυμα, αφού τον Κ.Κ. τον διαδέχθηκαν ο Ν.Ν., ο Μ.Μ. και εσχάτως, τότε, ο Ξ.Ξ. Το να του επιτρέψω να χρησιμοποιήσει όμως τη διεύθυνσή μου εκείνη προς επιτέλεση της αχαρακτήριστης φάρσας για την οποία θα μιλήσω παρακάτω παραήταν αποκοτιά εκ μέρους μου, αφού ξεκάθαρα θα έπρεπε να του δηλώσω πως δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με τις ενέργειές του· αλλά υπέκυψα σ’ εκείνην την ενοχλητική αίσθηση ενοχής για την οποία έκανα λόγο όσο και σε μια χαυνωτική ιδέα ασφάλειας πως η διεύθυνση η ίδια δεν πρόδιδε σε κανένα της σημείο την ταυτότητά μου, αφού είχε δημιουργηθεί και αυτή ψευδώνυμα κάποια στιγμή της ύστερης εφηβικής μου ηλικίας και έκτοτε έμενε, νόμιζα, αδρανής.
Το δήθεν δελτίο τύπου εμφανίστηκε ταυτόχρονα σε πλείστους ιστότοπους:
«Οι εκδόσεις Β. και ο Ω.Ψ. παρουσιάζουν συγκεντρωτικό τόμο με το σύνολο της ποίησής του.
Θα μιλήσουν οι:
Γ.Γ., συγγραφέας, φιλόλογος (MA in Linguistics, UCL),
Ρ.Ρ., ποιητής, ψυχίατρος,
και ο ποιητής.
Θα ακολουθήσουν παρεμβάσεις του Επίκουρου Καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας Χ.Κ., του ποιητή, κριτικού και υποψήφιου διδάκτορα Ευρωπαϊκής Φιλοσοφίας Β.Ε., και του διδάκτορα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών και ποιητή Υ.Ρ.
Τη βραδιά θα κλείσουν με απαγγελίες ποιημάτων η ποιήτρια Λ.Β. (MA in South European Studies, Γλασκώβη), και ο σκηνοθέτης, ηθοποιός και διηγηματογράφος Ε.Ζ.»
Στο όνομα του πασίγνωστου εκδοτικού εισέβαλλε μονάχα μια ελάχιστη, ασήμαντη ανωμαλία, έτσι που στον ούτως ή αλλιώς εξαιρετικά απίθανο εντοπισμό της να μπορούσε να συνηγορήσει η σοβαρή πιθανότητα τυπογραφικής αστοχίας. Μόλις μια ημέρα πριν την υποτιθέμενη βιβλιοπαρουσίαση (μιας και το δήθεν δελτίο τύπου βγήκε τάχα μου σχεδόν την τελευταία στιγμή) και πριν ο υπεύθυνος των εκδόσεων Β. προλάβει να δημοσιεύσει ανακοίνωση του οίκου πως ουδεμία σχέση είχε με την εν λόγω εκδήλωση και πως δεν διέθετε μήτε γνώση περί της ύπαρξης τού εν λόγω συγκεντρωτικού τόμου, πολλώ δε μάλλον της έκδοσής του υπό το όνομά του· και αφού είχε δημιουργηθεί μια πλήρης σύγχυση στον λογοτεχνικό μικρόκοσμο, με πολλούς να ρωτούν ο ένας τον άλλον εάν θα παρευρίσκονταν στην πολυαναμενόμενη παρουσίαση, ή για το ποιος ήταν τελικά ο περίφημος Ω.Ψ. (σκηνοθέτης, διαβιών εν Παρισίοις με δώδεκα ποιητικές συλλογές υπό το όνομά του, όλες από γνωστό πάλαι ποτέ εκδοτικό αλλά προ πολλού εκτός εμπορίου, και ήδη δύο εκδοθείσες ανθολογίες της ποίησής του, η μία που κάλυπτε τα πρώτο τέταρτο του αιώνος της ζωής του και η δεύτερη που έσκυπτε στο δεύτερο, και μάλιστα πάλαι ποτέ τιμηθείς με υποψηφιότητα για το βραβείο Σεζάρ όσο και το βραβείο ποίησης από πασίγνωστό περιοδικό της χώρας) μιας και κανείς τους δεν τον είχε ακούσει και όλοι έδειχναν να αγνοούν την πολύτιμη ύπαρξη του, ο Ξ.Ξ. έβγαλε νέα ανακοίνωση με την οποία πληροφορούσε το αξιότιμο κοινό πως η παρουσίαση αναβαλλόταν επ’ αόριστον λόγω «νέας, μυστηριώδους προελεύσεως, ίωσης που πέρασε στα μέλη της εκδήλωσης και το ευρύτερο περιβάλλον τους ως οι στρατιές του Δράμαλη νοτίως της Κορίνθου», πράγμα που οφειλόταν, κατά τον ίδιο, «σε συγχρωτισμό οφειλόμενο σε πρωθύστερη διαδικτυακή σύναξη στην οποία προέβησαν την προπαραμονή της εκδηλώσεως, ανταλλάσσοντας αντιδράσεις, αναφωνήσεις θαυμασμού και πλείστες άλλες φιλοφρονήσεις». Εν συνεχεία προειδοποιούσε «κατά της επανάληψης παρόμοιων συμφορών», οι οποίες κατά την άποψη του ήταν κυρίως «συμφορές ουχί ιδιωτικές αλλά εκδήλως πλήττουσες την πνευματική ζωή του τόπου μας». Κατόπιν τούτου, συμβούλευε τις λογοτεχνικές παρέες «να απέχουν πλήρως και αυστηρώς από κάθε διάδραση παραλογοτεχνικής φύσης, και ιδιαιτέρως από την ανταλλαγή κολακευτικών σχολίων, μεταφορών αγάπης, παρομοιώσεων λατρείας, και συναφών περιπαθών δημόσιων εναγκαλισμών», καθότι, όπως ισχυρίζονταν τρεις τουλάχιστον ειδικοί στις ασθένειες κορμιού και ψυχής, αυτός ακριβώς ήταν ο καλύτερος τρόπος μετάδοσης της προκείμενης ασθενείας. Έκλεινε δε με την ευχή η εκδήλωση να λάμβανε κάποτε χώρα και να είχε την επιτυχία που της άξιζε, πετυχαίνοντας τον στόχο της που ήταν, το δίχως άλλο, «η άρση της μυσταγωγίας» σε ύψη ως τα τότε «πρωτόφαντα». Το πώς υποδέχτηκε βεβαίως την άνω ανακοίνωση η πολυάριθμη ομάδα στην οποία στόχευε, θα ήταν περιττό να το αναφέρω.
Ο Δ. με τον καιρό μετατράπηκε σε πραγματικό υπονομευτή της λογοτεχνικής παρέας, σε έναν μοναχικό μαχητή τής άνευ όρων ελευθερίας του λόγου, έναν βιτζιλάντε που φαινόταν να έχει κάνει σκοπό της ζωής του την υπόσκαψη κάθε κανονικότητας του καλλιτεχνικού κόσμου. Οι «παρεμβάσεις» του, όπως τις αποκαλούσε σαν βρισκόμασταν (σπανιότατα πια) με ένα μειδίαμα απλωμένο σαν σε όλο το χλωμό του πρόσωπο, γίνονταν ολοένα και πιο παράτολμες, αναδίδοντας τον κυνισμό που είχε αναγάγει σε σημαία του. Για τη δειλή ακόμη πορεία μου στην ποίηση δεν είχαμε μιλήσει ούτε στο ελάχιστο, παρόλο που είχα φτάσει να δημοσιεύω πλέον ακόμη και σε μεγάλα, εγνωσμένης αξίας, περιοδικά. Άραγε δεν είχε εντοπίσει τα ποιήματά μου ή απλώς τα έβρισκε άνευ σημασίας; Η σιωπή του πάντως και η αδιαφορία του μού αποκάλυπτε τον απόλυτο εγωκεντρισμό που κατηύθυνε τη στάση του –και βάθυνε ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ μας.
Ένα πρωί μου κοινοποίησε, πάλι άνευ σχολίου, μια συνέντευξη πασίγνωστου συγγραφέα σε μεγάλη εφημερίδα της χώρας, την οποία διάβασα με απρόθυμη, ομολογώ, περιέργεια θέλοντας να εντοπίσω ποιο θα ήταν ετούτη τη φορά το σημείο εστίασής του. Απέτυχα, αλλά πριν περάσει πολύς καιρός, η οθόνη μου στα ΜΚΔ κατακλύστηκε από την ίδια εικόνα, συνοδευόμενη κάθε φορά από ένα περισσότερο ή λιγότερο παθιασμένο σχόλιο ή –εξαιρετικά σπάνια– από κάποια σαρκαστική λεζάντα: Έξω από πλείστα γνωστά βιβλιοφιλικά στέκια και βιβλιοπωλεία της πόλης είχε εμφανιστεί το ίδιο ακριβώς χυδαίο στιχούργημα, βαμμένο σε τοίχους και πόρτες με στένσιλ και μαύρη μπογιά, και από το οποίο δεν τολμώ αφενός ν’ αποκαλύψω το όνομα του **ίδη, σπουδαιότατου συγγραφέα και πνευματικού ανθρώπου εγνωσμένου διαμετρήματος, κι αφετέρου αναγκάζομαι να προσπεράσω την ακαλαίσθητη και υβριστική ρίμα που επιστράτευσε ο Δ. για να κλείσει τον τρίτο στίχο –αφού, μάλιστα, ο κάθε αναγνώστης θα μπορέσει ευκόλως ίσως να τη μαντέψει:
«“Σάλιντζερ, Ρουσσώ και ** ίδη”–
και έργα τέτοιων άλλων κλασσικών·
(…)
πόζες πιθηκίζει αυλικών»
Μία από τις επιγραφές είχε μάλιστα χαραχτεί έξω από την έδρα του Ο., επί μακρόν εκδότη του **ίδη, κάτω ακριβώς από το γιγαντώδες λογότυπό του που κοσμούσε την πρόσοψη του ακαλαίσθητου κτιρίου, σαν να το υπογραμμίζει –με το τμήμα του των δημοσίων σχέσεων να βγάζει την ίδιαν ημέρα πύρινη ανακοίνωση, διακηρύσσοντας πως οι επιθέσεις ευρύτερα στον πολιτισμό και η επαπειλούμενη φίμωση του **ίδη, αλλά και του ίδιου του οίκου, είναι καταδικασμένες να πέσουν στον κενό, αφού οι εκδόσεις Ο. δεν είχαν ποτέ στην ταραγμένη πορεία τους υποκύψει σε οποιαδήποτε απειλή, προχωρώντας επί δεκαετίες και ακατάβλητα στο αναγνωρισμένο από κάθε πλευρά της ελληνικής κοινωνίας έργο τους. Η ανακοίνωση κοινοποιήθηκε στα μέσα από αναρίθμητους άλλους εκδοτικούς και άτομα του χώρου –και από όλους τους συγγραφείς του οίκου, μηδενός εξαιρουμένου– συνοδευόμενη από στάση αγέρωχη και σχόλια μιας πολεμικής υπερηφάνειας, έτσι που για λίγο πίστευε κανείς πως σύσσωμος ο χώρος του βιβλίου δεχόταν επίθεση από δυνάμεις σκοτεινές και υποχθόνιες, έχουσες ως στόχο την ιστορία, την κουλτούρα μας, και, τελικά, τον ίδιο τον πυρήνα της –την υπερτρισχιλιετούς ιστορίας ελληνική μας γλώσσα. Ως κι ο ίδιος ο υπουργός Πολιτισμού, ένας τσαρλατάνος και ακόλαστος πλέιμποϊ που μέρα παρά μέρα ξημερωνόταν στις μπουζουκερί της παραλιακής, ένας άθλιος αγροίκος που έκανε πολιτική καριέρα παριστάνοντας τον γόη και απαιτώντας, απροκάλυπτα σχεδόν, τον διορισμό του στον οποιοδήποτε υπουργικό θώκο με αντάλλαγμα τη συνέχιση της πολιτικής του στήριξης στο κόμμα –η οποία στήριξη δεν εδραζόταν, με τη σειρά της, παρά στις στέρεες βάσεις τής θλιβερά στερημένης ζωής της μέσης νοικοκυράς αλλά και των πλείστων αρρένων υποστηρικτών του– αυτή η ντροπιαστική έκφραση της συλλογικής μας παρακμής, το κινητό μαγάρισμα της πολιτικής ζωής του άλλοτε ζηλευτού μας τόπου… Ως κι ο υπουργός λοιπόν καταφέρθηκε με σφοδρότητα κατά του δράστη, ευχόμενος ταχεία διαλεύκανση της υπόθεσης και απλώνοντας μανδύα προστασίας επί των ώμων του **ίδη, δημοσιεύοντας μάλιστα, την επομένη κιόλας της αηθούς επιθέσεως εναντίον του, κοινή τους φωτογραφία τραβηγμένη στο γραφείο του, και στην οποία έδειχναν και οι δύο τόσο σοβαροί όσο και ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους.
Οι κάμερες που επιστρατεύτηκαν άμα τη εμφανίσει του αισχρού υπομνήματος, πάντως, δεν αποκάλυψαν παρά την ίδια αδύνατη φιγούρα, καλυμμένη από κάτω ως πάνω με πάσης φύσεως υφάσματα, να βαστά το επίμαχο στένσιλ μαζί μ’ ένα μπουκάλι σπρέι και, μετά την επίμαχη κάθε φορά πράξη, να περπατά επιδεικτικά στον δρόμο, σαν με το σουλάτσο της να ζητούσε να κοροϊδέψει τ’ αόρατα μάτια που την παρακολουθούσαν.
Το γεγονός αυτό στάθηκε και η θρυαλλίδα για όσα ακολούθησαν, τα οποία ξετυλίχθηκαν σχεδόν ακαριαία. Γιατί αυτή του η παράτολμη απόφαση να κλιμακώσει τη λοιδορία του του χώρου, δεν τον τοποθέτησε τώρα απέναντι σε έναν μόνο οίκο, μια λογοτεχνική παρέα, ένα περιοδικό, μερικούς κολακεύοντες ποιητές ή κολακευόμενους πεζογράφους, αλλά εναρμόνισε τις αντιδράσεις όλου του βιβλιοχώρου εναντίον του, μετατρέποντας τον εαυτό του σε πρωταρχικό στόχο. Τώρα κάθε γραφιάς, επιμελητής, μεγαλοβιβλιοπώλης, κριτικός, κάθε μέλος μιας οποιαδήποτε λέσχης βιβλίου από κάθε γωνιά της όμορφης πατρίδας μας αναζητούσε μανιωδώς τον Δ. και την πραγματική του ταυτότητα, είτε θέλοντας απλώς να ικανοποιήσει την οξυμμένη σε σημείο έκρηξης περιέργειά του είτε ζητώντας να τον ξεσκεπάσει μια για πάντα, σβήνοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο που εκείνος αποτελούσε για το ελληνικό βιβλίο και τον πολιτισμό. Η καταζήτηση του Δ. πήρε σύντομα διαστάσεις γενικευμένης ψύχωσης και το άτομό του αποτέλεσε για μήνες αποκλειστικό θέμα συζητήσεων στα άλλοτε ανέμελα λογοτεχνικά πηγαδάκια –εκεί που κάποτε ανέλυαν το βάθος του συγγραφικού κόσμου του Α.Λ. ή της Λ.Γ. και διασταύρωναν τα ξίφη τους πάνω στις προβλέψεις για τον επόμενο αποδέκτη του βραβείου της Ακαδημίας (Σουηδικής και Αθηνών) με πάθος τέτοιο που θα έλεγε κανείς πως η τάδε ή η δείνα επιλογή θα είχε κάποιον αντίκτυπο σοβαρό στη ζωή των συζητητών, επηρεάζοντάς με τρόπο αναμφίβολο, έτσι όπως, για παράδειγμα, μόνο η πολιτική μπορεί να επενεργεί πάνω στην κάθε τους μέρα. Τώρα οι λέσχες βιβλίου άφηναν στην άκρη την ανάγνωση του επί αυστηρού οχταμήνου εμφανιζόμενου νέου πεζογραφήματος των σπουδαιότερων Ελλήνων δημιουργών και ανακοίνωναν κύκλο συζητήσεων με θέματα όπως: «Υπόθεση Ξ.Ξ.: Το μίσος για τη λογοτεχνία ως ψυχοπαθολογικό φαινόμενο» με προσκεκλημένους ψυχολόγους, ψυχιάτρους, νευρολόγους και συμβούλους ψυχικής υγείας ή διαβίωσης, οι οποίοι αναδείχθηκαν στους απόλυτους γκουρού του χώρου, καλούμενοι σε συνέδρια, συνάξεις, παρουσιάσεις και εκπομπές για να ρίξουν το φως της επιστήμης τους πάνω στο ανακύψαν ζήτημα.
Τότε ήταν που αναγκάστηκα να απομακρυνθώ από τον παλιό μου φίλο δίχως καθόλου περιστροφές, καθότι γνώριζα πως η οποιαδήποτε σχέση μου μαζί του, έστω και η παραμικρή νύξη της, αρκούσε για να μου εξασφαλίσει την αφάνεια και το θάψιμο του ποιητικού μου έργου σε δέκα οργιές βάθος της συλλογικής λήθης. Για τον Δ. μπορώ να φανταστώ πως αυτή η μετατόπιση του κοινού αισθήματος απέναντί του υπήρξε περίπου ηδονική, και ίσως μέσα στην ηδύτητα που τον καταλάμβανε σαν έβλεπε τον έναν μετά τον άλλον συγγραφέα να δηλώνει πως υποκείμενα σαν και τον δράστη θα αξίζαν μονάχα την περιφρόνησή τους αν δεν ήταν τόσο επιζήμια για την ιστορική πορεία της λογοτεχνίας, να πίστευε πως τα μέτρα που είχε λάβει για να προστατευτεί θα στέκονταν αρκετά. Αν ήταν πράγματι έτσι, έκανε λάθος: Οι παλιοί του, τότε, συνομιλητές και φίλοι στα Εξάρχεια τον είχαν ίσως από καιρό υποπτευθεί, μα τώρα πια είχαν κάθε λόγο να εκφράσουν τις υποψίες τους για την ταυτότητα του παρία σ’ όσο το δυνατόν πλατύτερο ακροατήριο. Δεν αρκούσε έπειτα για τους επίδοξους Κλουζώ της κοινότητας παρά να ενώσουν τις τελείες, να διασταυρώσουν τα στοιχεία τους και, δίχως ιδιαίτερες αμφιβολίες πια, να υποδείξουν τον Δ. ως τον ένοχο. Την τελική επιβεβαίωση δεν γνωρίζω ποιο στοιχείο την έδωσε, όμως τότε ήταν που ξεκίνησαν τα προβλήματα και για μένα. Γιατί, απ’ όλες τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις και τους ψεύτικους λογαριασμούς που είχε χρησιμοποιήσει για να διαπράττει τις παλαβομάρες του, ήταν μία που ξεχώρισε, υπό την έννοια ότι δεν ήταν πρωτότυπη και αχρησιμοποίητη όπως όλες οι άλλες, αλλά εντοπίστηκε στα ηλεκτρονικά κιτάπια ενός βιβλιοπωλείου μεγάλου που συντηρούσε και ανεξάρτητο εκδοτικό: Φαινόταν πως υπήρχε κάποιος που, προ σχεδόν δεκαετίας, είχε εγγραφεί στο νιουζλέτερ τους με ακριβώς εκείνη τη διεύθυνση, συμπληρώνοντας μάλιστα, με τη μικρόνοια που χαρακτηρίζει τους ουτιδανούς, και τα στοιχεία του. Εκείνος ο αφελής, φυσικά, δεν ήταν παρά ο νεαρός εγώ, που είχα βέβαια ολωσδιόλου λησμονήσει εκείνη μου την εγγραφή σαν επέτρεπα στον Δ. να οικειοποιηθεί τη διεύθυνσή μου.
Εκείνος εν τω μεταξύ είχε εξαφανιστεί. Στην αρχή θεώρησα πως θα είχε πάρει τα βουνά απ’ την ντροπή του και τον άφησα ήσυχο –δεν ήθελα ούτε να τον σκέφτομαι. Όταν όμως ξανασηκώθηκε ο κουρνιαχτός, και στους ψιθύρους που απλώθηκαν άκουσα να προφέρουν τ’ όνομά μου, μ’ έπιασε τρόμος. Έτρεξα στο σπίτι του, αφού το κινητό δεν απαντούσε, μόνο να αντιμετωπίσω το χειρότερο δυνατό ενδεχόμενο: Ο Δ., μου είπαν, είχε ήδη από δύο μέρες πεθάνει· τον βρήκαν στο σαλόνι του αφού κλήθηκε η αστυνομία όταν οι γείτονες κατήγγειλαν τον θόρυβο από το ραδιόφωνό του που είχε μείνει ένα μερόνυχτο ανοιχτό στη διαπασών. Η μάνα του που ήρθε να τον πάρει για το χωριό τους, και η οποία μου συμπεριφερόταν σαν να ήμουν ο καλύτερος και ίσως ο μοναδικός του φίλος, μου αποκάλυψε πως υπέφερε για χρόνια από πάθηση της καρδιάς που ήτανε γνωστό ότι θα μπορούσε κάποτε και να τον σκοτώσει, και πως ο ίδιος έδειχνε σε όλους να ‘χει αποδεχτεί τη μοίρα του με θάρρος σπάνιο. Πάντως, μου είπε με δάκρυα στα μάτια, τον Δ. τον βρήκαν ξαπλωμένο στο καναπέ με χαμόγελο καθαρό στα χείλη. «Θα μπορούσε δηλαδή να πει κανείς», της είπα μ’ ένα δυσάρεστο αίσθημα, σαν να μ’ είχε καταλάβει μια οργισμένη απελπισία, «πως πέθανε και από την ευχαρίστηση ή από τη χαρά του;». Αυτό δεν το είχε ξανακούσει, είπε, αλλά την παρηγορούσε, τέλοσπαντων, που ο γιος της έφυγε ευτυχής, όπως του άξιζε.
Διαβλέποντας τον κίνδυνο οι εντυπώσεις να γίνουν πολύ γρήγορα βεβαιότητες, έγραψα μια επιστολή την οποία και κοινοποίησα σε κάθε μέσο, σε περιοδικά, εφημερίδες, εταιρείες συγγραφέων κ.λπ., όπου δήλωνα παντελώς αθώος των πράξεων που μου καταλόγιζαν και ζητούσα αυστηρώς να μην γίνεται καμία σύνδεση του ονόματός μου με τη δυσάρεστη και γνωστή σε όλους ιστορία, αφού η δήθεν κατηγορία εναντίον μου ήτανε παντελώς αστήρικτη και ελλιπής ουσιωδών στοιχείων που θα μπορούσαν να με ενοχοποιήσουν, παρά μόνο στηριζόταν σε φήμες και σκιές παράλογων συγκυριών οι οποίες δεν δύναντο να στοιχειοθετήσουν την παραμικρή έστω ένδειξη ενοχής. Όπως όμως μού υπενθύμισε ο μοναδικός εκείνος που εδέησε να απαντήσει από τους παραλήπτες, υπήρχε εκείνο το προηγούμενο που λειτουργούσε εις βάρος μου, δηλαδή ότι είχε, τουλάχιστον μία φορά, σταλεί ένα τέτοιο κείμενο από ηλεκτρονική διεύθυνση που μου άνηκε, και πως αυτό δεν χωρούσε καμία παρερμηνεία, αν μάλιστα λάβαινε κανείς υπόψιν και ό,τι είχε γίνει πια σε όλους γνωστό –ότι εγώ και ο Δ., δηλαδή, υπήρξαμε στενότατοι φίλοι και πως για μια περίοδο εθεώμεθα παντού μαζί. Κατάλαβα τότε πως η αυστηρότητα ή το λόγιο ύφος δεν θα ωφελούσαν και πως μόνο μια γλαφυρή αφήγηση των πραγμάτων όπως έγιναν, οσοδήποτε περιληπτική πλην όμως συναισθηματικά φορτισμένη, θα μπορούσε ίσως να με σώσει από την καταστροφή. Έτσι κι έγινε. Η αποκάλυψή μου ωστόσο της αλήθειας έμεινε εν πολλοίς αναπάντητη, σαν να μην υπήρχε κανένα ενδιαφέρον για αυτήν, ενώ μάλιστα είδα πολύ σύντομα ακόμη και τα αναρτημένα ποιήματά μου στα διάφορα περιοδικά να κατεβαίνουν μυστηριωδώς και δίχως εξήγηση, με το όνομά μου να διαγράφεται από κάθε στήλη, σαν κανείς από τον χώρο να μην ήθελε την οποιαδήποτε σύνδεση του ατόμου μου με τον ίδιο. Κάποιοι μάλιστα έφτασαν να ισχυριστούν πως το γεγονός της ομολογίας μου ότι είχα απόλυτη γνώση του κακοήθους και συκοφαντικού έργου του Δ. ήταν αφ’ εαυτού ενοχοποιητικό, σε σημείο μάλιστα ν’ αναρωτηθούν δημοσίως μην ήμουν εγώ ο εγκέφαλος της όλης ιστορίας και ο Δ. απλώς ο αφελής μου συνεργάτης ή βοηθός, διαστρέφοντας την αλήθεια –όπως θ’ αναγνωρίζει ο αναγνώστης– με τρόπο πραγματικά τερατώδη.
Άλλοι, συγκινημένοι από τον πρόωρο θάνατο του Δ., ο οποίος μαθεύτηκε αστραπιαία, έβγαλαν το αβίαστο συμπέρασμα πως εγώ υπήρξα ο αποκλειστικός δράστης, ενώ εκείνος είχε απλώς την ατυχία να μπλέξει μαζί μου, χαλώντας το όνομα και την υστεροφημία του. Η άποψη εκείνη εκφράστηκε εν χορώ στα ΜΚΔ και σύντομα εδραιώθηκε ως η επικρατούσα. Το να μηνύσω εκείνον που πρώτος την εξέφρασε, όπως το είχα σκεφτεί, μου φάνηκε τώρα μάταιο και ίσως και καταστροφικό, μιας και το μίσος τους θα κατάφερνα μονάχα να το μετατρέψω σε μένος –κι ούτε που μπορούσα να προβλέψω πώς θα κατέληγε η ιστορία εκείνη. Συντετριμμένος, αποφάσισα να περιμένω να περάσει ο καιρός και, με ηπιότερες τις αντιδράσεις και καταλαγιασμένα τα αισθήματα, να προσπαθήσω κάποτε να κάνω μια νέα αρχή. Δύο μήνες μετά τον θάνατο του Δ. όμως, κατέφτασε διά του ταχυδρομείου στο περιοδικό Μ.Ρ. φάκελος περιέχων δακτυλογραφημένο λίβελο υπογεγραμμένο από κάποιον Ω.Ω. και στρέφοντα τα φαρμακερά βέλη του ενάντια σε προ λίγου καιρού εκδεδομένη ανθολογία μοντέρνας λατινοαμερικάνικης ποίησης, από μεταφραστή και επίτιμο διδάκτορα πανεπιστημίου που έχαιρε καθολικού σεβασμού –και από μεγαλύτερο ακόμα εκδοτικό. Για κακή μου τύχη, η σύνταξη του Μ.Ρ. προχώρησε –ενθουσιωδώς φαντάζομαι– στη δημοσίευση του κειμένου, τονίζοντας στον ασυνήθιστα μακροσκελή της πρόλογο ότι η απόφασή της να προβεί στη δημοσιοποίηση τέτοιας ρυπαρογραφίας πάρθηκε μόνο ώστε να καταδείξει το πού μπορεί να οδηγήσει η μικρότητα κάποιων και ο φθόνος τους για όσους και όσα οι ίδιοι δεν δύνανται να φτάσουν, και με σκοπό να θωρακίσει έτσι έτι περαιτέρω τον ελληνικό πολιτισμό από όσους τον επιβουλεύονται. Η στοχοποίησή μου ύστερα απ’ αυτό έλαβε διαστάσεις πανδημικές, και ούτε που προσπάθησα να αντικρούσω τις πανταχόθεν αιτιάσεις εις βάρος μου παρά βυθίστηκα στη σιωπή και την ιδιώτευση, αφού ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι, κατά διαβολική σύμπτωση, το δέμα που ο Δ. είχε ταχυδρομήσει προ του θανάτου του είχε χαθεί στις δαιδαλώδεις διαδρομές των ελληνικών ταχυδρομείων –ριγμένο από τον έναν ακατάστατο σωρό στον άλλον ώσπου να καταλήξει με καθυστέρηση πενήντα και πλέον ημερών, και με όλο το βάρος μιας ολοσχερώς καταστραφείσας ζωής (της δικής μου), στη σκιερή είσοδο του Μ.Ρ.;
***
Πλέον ζω απομονωμένος από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών και ούτε που με δέχονται σε κανένα από τα βιβλιοπωλεία του κέντρου, από τα πλέον συμβατικά έως τα πιο εναλλακτικά· εκεί που, συνοδευτικά ως προς το βιβλίο σου, μπορείς να απολαύσεις και ένα χορταστικό πλατό τυριών με ντιπ αβοκάντο στη μέση ή κάποιο τσιζκέικ σύκο, ευφραίνοντας έτσι ενδεχομένως μόνο το πνεύμα αλλά εξάπαντος τη γαστέρα σου. Αναγκάζομαι λοιπόν να προμηθεύομαι τα βιβλία μου από τα μεγάλα διαδικτυακά βιβλιοπωλεία των Αθηνών και να περιμένω τον εκάστοτε διανομέα να μου παραδώσει το βαρύ χαρτόνι με μεγάλη καθυστέρηση, παρακολουθώντας τον αβοήθητος να μου το πετάει σχεδόν στα χέρια ως να ‘ταν δέμα περιέχον πλαστικά μπιχλιμπίδια άνευ χρηματικής και αισθητικής αξίας προερχόμενο εξ Ανατολής, όπως εκείνα που είναι συνηθισμένος να παραδίδει σε κάθε γωνιά της πόλης. Στο ένα μάλιστα εκ των μεγάλων βιβλιοπωλείων, που είναι και το πλέον βιβλιοφιλικό θεωρούμενο, έχουν κάνει τρεις φορές λάθος στην επιλογή των τίτλων και με τρόπο τέτοιο που οι όποιες μου αρχικές αμφιβολίες για την τυχαιότητα του πράγματος έχουν παραμεριστεί: Γιατί σ’ εκείνη την παραγγελία μου που εστίαζε σε τίτλους θεάτρου μού τοποθέτησαν βιβλία με συνταγές μαγειρικής και έναν καζαμία της προπέρσινης χρονιάς, ενώ την επόμενη φορά, αντί των επιλεχθέντων βιβλίων που αφορούσαν τον ρωσικό μοντερνισμό, μού πρόσθεσαν ογκώδεις οδηγούς για γιόγκα και παρόμοιες τεχνικές –ίσης, πάντα, χρηματικής αξίας.
Αναμφίβολα, θα είναι κάποιος από τους περίφημους βιβλιογνώστες υπαλλήλους του που έχει αναγνωρίσει το όνομα μου και σαμποτάρει με κάθε δυνατό τρόπο ολόκληρη την ύπαρξή μου· κάποιος μεγάλος λάτρης ενός εκ των πλείστων θιγόμενων προσώπων αυτής της ιστορίας, κάποιος μέγας θαυμαστής του τάδε ποιητή και συγγραφέα ή των δείνα εκδόσεων, ένας σχεδόν ζηλωτής μιας λογοτεχνικής καθαρότητας, ενός αλλόκοτου, σαν μεταφυσικού, βιβλιοφιλικού πουριτανισμού, που θα έχει οπωσδήποτε ένα ράφι της βιβλιοθήκης του αφιερωμένο αποκλειστικά σε κάποιες συγκεκριμένες εκδόσεις ως φόρο τιμής λιγότερο στο περιεχόμενο των βιβλίων τους –που κάνει ό,τι μπορεί για να κολακεύσει τις βεβαιότητες της κοσμοθεωρίας του– και περισσότερο στα δήθεν τους καλαίσθητα εξώφυλλα· αφού ο κατά τ’ άλλα παμπόνηρος δημιουργός των εκδόσεων Ψ κατάλαβε κάποτε ότι για να πιάσει την καλή δεν αρκεί να βγάλει απλά κάποια βιβλία και να προσπαθήσει να τα πουλήσει, αλλά, κυρίαρχα, το ότι οι προσπάθειές του δεν θα είχαν την παραμικρή επιτυχία παρεκτός κι αν κατάφερνε να δημιουργήσει και παντοιοτρόπως να μεταδώσει σαν ιό, σε αναγνώστες και δημιουργούς, την αίσθηση του ανήκειν σε μια είδους ομάδα, όπως ακριβώς το έχουνε ανάγκη όλοι –ανεξάρτητα αν είναι αυτή ποδοσφαιρική, πολιτική, εγκληματική ή εκδοτική– και, συνεπώς, να δώσει τη δυνατότητα στον εκάστοτε προβατόμυαλο να μπορεί να αναφωνεί στα ΜΚΔ κάτι σαν: «Λατρεύω τις εκδόσεις Ψ και ιδιαίτερα τα εξώφυλλά τους, έχουν μια παντελώς μοναδική αισθητική!», ενώ παράλληλα, και –οποία επιτυχία!– δίχως καμία προσπάθεια επιβολής, ο άρτι εκδιδόμενος υπό τον οίκο φέρελπις ποιητής δεν θα καταλαμβάνεται από κανέναν δισταγμό όταν, προ του όποιου φεστιβάλ σύγχρονης ποιήσεως, θα ανακοινώνει στους φίλους του πως «Παρέα με συμΨίτες και συμΨίτισσες θα διαβάσουμε ποιήματά μας για την εμπειρία τάδε και δείνα»…
Όσο για τον Δ. και ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν στον κόσμο τούτο; Α, τα πηγαίνει περίφημα. Το έργο του εκείνο το ποιητικό εξαντλήθηκε και προχώρησε τώρα σε νέα έκδοση, προσεκτικά επιμελημένη και με εκτενή όσο και συγκινητικό πρόλογο από τον τότε φίλο του στα Εξάρχεια (εκείνον που κάποτε του είχε κόψει και την καλημέρα) –και λαμβάνοντας διθυραμβικά σχόλια για το ώριμο της γραφής, την οξύνοια του γράφοντος, τη διεισδυτικότητα του βλέμματος, την καρυωτακική ειρωνεία (δείγμα αυτή τής ποιητικής του σκευής και των πλείστων αντηχήσεων που εντοπίζονται στο έργο του από την πλούσιά μας παράδοση) και άλλες συναφείς αρετές τις οποίες όλοι τους οι επαΐοντες, δίχως καμία αμφιβολία, έχουνε τώρα εντοπίσει… Όμως εγώ; Το ερώτημα με κατατρώει: Τίνος έπεσα θύμα; Του Δ., του εαυτού μου, του περιβάλλοντος, της εποχής; Ωστόσο θαρρώ (και τούτο με καθησυχάζει περισσότερο παρά με απελπίζει) πως κάτι τέτοιες ερωτήσεις είναι που δεν επιδέχονται καμίας απάντησης.
*
*
*
