Yποτροπίασα!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Υποτροπίασα!

Σ’ ένα μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ διαδραματίζεται μια πολύ σπιρτόζικη σκηνή. Ένας ζωγράφος ψάχνει κάποιον συγγραφέα που του έχει υποσχεθεί ένα κειμενάκι για το έντυπο της προσεχούς του εκθέσεως. Μάταια όμως, γιατί ενώ ο καιρός περνά ο συγγραφέας είναι εξαφανισμένος και δεν ανταποκρίνεται σε κανένα από τα αγωνιώδη μηνύματα που θυμίζουν την υποχρέωσή του. Όταν τελικά ο ζωγράφος αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα του αντικρύζει ένα αλλόκοτο θέαμα. Ο συγγραφέας είναι, άλουστος αξύριστος με μια βρώμικη ρόμπα, εμφανώς παραμελημένος ενώ το σπίτι δεν βρίσκεται σε διόλου καλύτερη κατάσταση. Σ’ ένα τραπέζι βρίσκονται αραδιασμένα όλων των ειδών τα ζαμπονικά και μια μεγάλη ποικιλία σαλαμιών. Στο ερωτηματικό βλέμμα του επισκέπτη ο συγγραφέας απολογείται με σκυμμένο κεφάλι: Ε, ναι λοιπόν! Υποτροπίασα! Ξανάπεσα στα αλλαντικά!

Θυμήθηκα τη σκηνή γιατί αυτή τη βδομάδα υποτροπίασα με τη σειρά μου. Ξανάπεσα στα αστυνομικά! Πήρα από μια φίλη δυό σακούλες από δαύτα και ξημεροβραδιάζομαι μαζί τους. Αλλά μη φανταστείτε αστυνομική λογοτεχνία ποιότητος, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ρέημοντ Τσάντλερ ή τίποτε ανάλογο σε καλαίσθητες εκδόσεις. Μιλάμε γι’ αυτά τα προχειρογραμμένα, μαζικής παραγωγής αστυνομικά, με την υποτυπώδη πλοκή και τους χοντροκομμένους χαρακτήρες, κακοτυπωμένα συνήθως, μεταφρασμένα στο πόδι και με τόσες περικοπές ώστε να χωρέσουν σ’ ένα βιβλιαράκι τσέπης. Παλιότερα είν’ αλήθεια με τον Δημήτρη Αρμάο συνηθίζαμε, μια-δυό φορές τον χρόνο, να κάνουμε νυχτερινές επιδρομές στην Ομόνοια. Αγοράζαμε κατόπιν προσεκτικής επιλογής ό,τι χειρότερο βρίσκαμε στον πάτο του βαρελιού: κόμικς της κακιάς ώρας, ιστορίες βλακώδους φαντασίας ή διαστημικά σκουπίδια. Ύστερα τα βάζαμε στο πάτωμα με συνοδεία ένα μπουκάλι ουίσκυ, καθόμαστε ανακούρκουδα και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια διαβάζοντας εκ περιτροπής λίγες αράδες απ’ το καθένα. Όταν χάθηκε ο Δημήτρης έκοψα αυτή την αλγεινά διασκεδαστική συνήθεια — έλα όμως που όπως γίνεται σε κάτι θριλεράκια της συμφοράς, τα φαντάσματα κάποτε ξυπνούν και διεκδικούν τα απνευμάτιστα δικαιώματά τους!

Υ.Γ. Και μη με ρωτήσετε για τους συγγραφείς αυτών των φτηνιάρικων αστυνομικών: Ονόματα δεν λέμε και υπολήψεις δεν θίγουμε!

///

Και ο χορός καλά κρατεί!

Έχει ειπωθεί πολλές φορές και με πολλούς τρόπους ότι δίκαιοι πόλεμοι μπορεί να υπάρχουν, δίκαιοι στρατοί όχι. Η διαπίστωση αυτή είναι αδιάψευστη και απέκτησε μέσα στον ιστορικό χρόνο αξιωματικό χαρακτήρα αφού κάθε καινούργια σύγκρουση την επιβεβαιώνει μονότονα και θλιβερά. Πολλοί βέβαια εξακολουθούν να ισχυρίζονται πως η επιδίωξη του σκοπού καθιστά όλα τα μέσα δικαιολογημένα. Η κρίση τους όμως, συσκοτισμένη από το πρωτείο της προσωρινής αποτελεσματικότητας, παραβλέπει πως ο σκοπός που επικαλείται ο καθένας είναι το κέλυφος ενώ τα μέσα που χρησιμοποιεί για την επίτευξή του αποκαλύπτουν το αληθινό του περιεχόμενο. Είναι τα μέσα ακριβώς που καθορίζουν την εναξίωση ή την απαξίωση του σκοπού, ανάλογα με τη δομή, τη λειτουργία και το ύφος τους. Εάν λοιπόν η επιλογή τους είναι αλόγιστη και η χρήση τους χυδαία, όχι μόνο δεν αγιάζουν τον σκοπό αλλά τον αμαυρώνουν οικτρά προσδίδοντάς του την όψη ελεεινής καρικατούρας. Όσοι βέβαια συμψηφίζουν πρόχειρα την κτηνωδία της μίας πλευράς με τη φρίκη της άλλης, δεν αντιλαμβάνονται πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ήττα από το να προσομοιωθείς με τον εχθρό αντιγράφοντας δουλικά όλα τα απεχθή χαρακτηριστικά του. Κατά συνέπεια διερωτώνται ανοήτως, γιατί να μη το κάνουμε κι εμείς αφού το έκαναν οι άλλοι; ενώ η απάντηση είναι απλή: γιατί τότε δεν θα παραμείνετε εσείς αλλά θα γίνετε οι άλλοι — σαν τα μούτρα τους και μάλιστα στον πιο απαίσιο μορφασμό τους!

Υ. Γ. Το πιο αξιομίσητο στο μίσος είναι η μιμητική του διάχυση. Ο Ρενέ Ζιράρ στα Κεκρυμμένα από Καταβολής περιγράφει εξαιρετικά τη διαμάχη των ομοιοτύπων: την αμοιβαία έκπτωση των εχθρών που καταντούν ό ένας προβολικό είδωλο του άλλου.

///

Πολιτική της επαιτείας

Η αρπαγή της ωραίας Ελένης είναι το εναρκτήριο λάκτισμα της Ιλιάδας και ο Τρωικός πόλεμος είναι μια εκστρατεία για την ομορφιά. Δεν περιμένει φυσικά κανείς από τους σύγχρονους πολιτικούς της αρπαχτής να σηκώσουν πόλεμο για την αρπαγή της ομορφιάς. Οι άνθρωποι του αναστήματός τους δεν είναι επικοί ήρωες, δεν πιστεύουν σε μύθους ούτε κυνηγούν χίμαιρες. Προσγειωμένοι και συνετοί, έχουν τα μάτια χαμηλά και δεν τα σηκώνουν προς το θάμβος, μπας και ψηλώσει ανεπίτρεπτα ο νους τους. Γι’ αυτούς, υπεύθυνη στάση σημαίνει να στέκονται υπάκουα στη γωνία με το ένα πόδι σηκωμένο – κι όταν το κατεβάζουν προσέχουν που πατάνε. Διαπραγματεύονται σοβαρά και ελίσσονται με το υποδεκάμετρο. Δεν συγχωρούν αποκοτιές ούτε παρασύρονται σε λωλάδες. Είναι πραγματιστές και απεχθάνονται τα ταραγμένα νερά. Θέλουν να κάνουν την Ελλάδα «μία γλυκειά και μεσημβρινή Ελβετία», τον εφιάλτη δηλαδή του Θεοτοκά στο Ελεύθερο Πνεύμα. Μία μακρά παράδοση στην πολιτική της επαιτείας κάνει και τα ελάχιστα σκιρτήματα προς μία στρατηγική άμεσων απαιτήσεων να μοιάζουν αδέξια και αχαμνά. Η γραμματική τους άλλωστε είναι για κλάματα, μπερδεύουν τα ρήματα και θεωρούν ότι το γλείφω με το γλύφω, επειδή είναι ομόηχα είναι και συνώνυμα. Δεν ξεχωρίζουν επομένως το γλείψιμο των ισχυρών της ημέρας από τη γλυφή του αιώνιου και πανίσχυρου κάλλους. Έτσι γονατίζουν μπροστά στη ζυγαριά του νομικισμού, μετρούν τις πιθανότητες και βρίσκουν τις δυνατότητες ελλιποβαρείς. Κινούνται στα όρια του εφικτού χωρίς να υποπτεύονται, οι φουκαράδες, ότι μονάχα το άλμα στο ανέφικτο μπορεί να φέρει εφικτά αποτελέσματα. Και οι γραικύλοι τους ακολουθούν. Υποψιθυρίζουν πως τα μάρμαρα δεν τρώγονται και μ’ αυτή την τόσο πρωτότυπη διαπίστωση για μαξιλάρι, κοιμούνται ήσυχοι.

Έλα όμως που υπάρχουν και οι φεγγαριασμένοι, οι σαλοί και οι απροσάρμοστοι. Όσοι ελπίζουν στη νικητήρια ιαχή της ομορφιάς. Όσοι λογιάζουν πως είναι καλύτερα τα μάρμαρα να μείνουν φυλακισμένα στο ξένο μαυσωλείο παρά να γυρίσουν με την καταβολή λύτρων ή την ομηρία άλλων αγαλμάτων. Όσοι παραφρονούν και ουρλιάζουν πως κάθε διαπραγμάτευση με τους άρπαγες πρέπει να διακοπεί οριστικά και η πρεσβεία της Τροίας στην Αθήνα να κλείσει δια παντός

///

Αντί στεφάνου

Στο Τάβλι του Δημήτρη Κεχαΐδη δυό φουκαράδες, ο Νώντας και ο Κόλλιας, ρίχνουν τα ζάρια των Ζωντανών Ψυχών* καθώς φαντασιώνονται τη μεγάλη κομπίνα: να φέρουν από τη Μπιάφρα μια καραβιά πεινασμένων και να τους μισθώνουν ως εποχιακούς εργάτες στα χτήματα. Μισό αιώνα μετά την πρώτη του παράσταση αυτό το προφητικό έργο βρίσκεται σε δραματική επικαιρότητα περισσότερο παρά ποτέ. Η κλίμακα των μεγεθών έχει αλλάξει φυσικά. Η Μπιάφρα έχει επεκταθεί στο μεγαλύτερο μέρος του τρίτου κόσμου και η Μανωλάδα απλώνεται παντού. Οι πεινασμένοι που εξωθούνται στα παράλια της Αφρικής και της Τουρκίας αφθονούν και η δουλεμπορική βιοτεχνία των λιπόσαρκων έχει γίνει ακμάζουσα και τροφαντή βιομηχανία. Οι κακόμοιροι ήρωες του Κεχαΐδη είναι τσαπατσούληδες και κομμάτι ιδεαλιστές: θέλουν να φορτώσουν τζάμπα το ψυχομέτρι χωρίς να σκέφτονται καν πως το καράβι τους μπορεί να βουλιάξει. Απεναντίας οι σύγχρονοι έμποροι της απελπισίας είναι προβλεπτικοί. Εισπράττουν προκαταβολικά υπέρογκα ναύλα για το ευρωπαϊκό όνειρο και εγκαταλείπουν το σκάφος που μπάζει νερά, ώστε η επιχείρησή τους να παραμείνει αδιάβροχη όσο η Μεσόγειος εξακολουθεί ν’ ανθίζει νεκρούς.

*  Στις Νεκρές Ψυχές του Γκόγκολ ο απατεωνίσκος Τσιτσικώφ ψάχνει ν’ αγοράσει πεθαμένους δουλοπάροικους που δεν έχουν ακόμα διαγραφεί από το περιουσιολόγιο των γαιοκτημόνων, ως εγγύηση δανείου για ν’ αποκτήσει δικό του κτήμα.

*

*

*