Eκδοχές της θηλυκότητας

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Άννα Δερέκα,
Αιμάσσων,
Κέδρος, 2019
Άννα Δερέκα,
Πάντα κινδύνευα από τις λέξεις,
Κέδρος, 2023

Το έργο της ποιήτριας Άννας Δερέκα θα μπορούσε να τοποθετηθεί ευρύτερα στην ποιητική της χειραφέτησης. Από το 1977 μέχρι σήμερα αφηγείται τις εμπειρίες των γυναικών, τα πάθη και τους αγώνες τους να κινηθούν έξω από περιοριστικές κατηγοριοποιήσεις. Το έργο της Δερέκα συνδέει αυτή την εμπειρία με διαφορετικούς τόπους και ιστορικές στιγμές, προσανατολίζοντας στις συζεύξεις του προσωπικού με τις ιστορίες των γυναικών στον μύθο και το πραγματικό. Η Δερέκα «πολιτογραφείται» επίσης ως αναγνωρισμένη περίπτωση διανοούμενης και ποιήτριας που με συνέπεια ανέδειξε ποικιλοτρόπως τα ηπειρωτικά τοπία, τα παραδοσιακά ηχοχρώματα και τις λογοτεχνικές εξελικτικές διαδράσεις της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Σε μια εποχή όπου «ποτάμια λύκους κατέβασε ο καιρός»[1] η ποιητική της κατευθύνεται σε πολλαπλές συνομιλίες με το γυναικείο φύλο μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο διαφορετικών συμβάντων και συναισθηματικών διακυμάνσεων (σ. 103) που λειτουργούν θραυσματικά και όχι ενοποιητικά, κινητοποιώντας διαφορετικούς χρόνους, συνθήκες και στιγμές. Τα ποιήματά της δεν περιορίζονται λοιπόν σε μια γραμμική «εγχώρια» ιστορική καταγραφή που οριστικοποιείται σε συγκεκριμένη παράδοση: τοπική, αισθητική, δομική ή όποια άλλη.

Παρόλο που χρησιμοποιεί τον λυρισμό, η Δερέκα μπορεί να συνθέσει διαφορετικές ποιητικές παραδόσεις και φόρμες. Είτε μιλάμε για τις ζυμώσεις που επιτελέστηκαν στις συνομιλίες της με ομότεχνούς της, είτε για την εξέλιξη της ποιητικής εργογραφίας της (η οποία μετρά μέχρι σήμερα πάνω από είκοσι βιβλία) η Δερέκα παραμένει κατά τη γνώμη μου αποδημητική. Κριτικά αφομοιώνει και οικειοποιείται ως αναγνώστρια και ποιήτρια την ελληνική με την παγκόσμια ποίηση, προβαίνοντας και συνθέτοντας παράλληλα τις διάφορες σχολές και ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι επικλήσεις της αλλάζουν διαρκώς, το ίδιο και οι επιδράσεις της με αποτέλεσμα να κατασκευάζει δημιουργικά ένα εν εξελίξει ψηφιδωτό δημιουργών και συμβάντων το οποίο κινείται σε μια διαχρονία με διαφορετικά σημεία εκκίνησης. Τα αναδιατασσόμενα σημεία/στίγματα τής δίνουν την επιλογή να αναθεωρεί την έννοια της ασφάλειας, της οικειότητας και τελικά της μετοίκησης.

Βρήκα στέγη
όχι σπίτι.
Σαν τ’ αποδημητικά.[2]

Η ποιητική περιπλάνηση της ποιήτριας στις οικειοποιήσεις του βίου βρίσκονται εν εξελίξει. Έτσι η έννοια του σπιτιού ως σταθερού αμετακίνητου σημείου γίνεται αντικείμενο αποποίησης και τα αποδημητικά πουλιά λειτουργούν ως κινητήρια δύναμη διαρκών μετασχηματισμών. Οι διπλές αναγνώσεις ανάμεσα στο προβλεπόμενο και το πρωτότυπο συνεχίζουν και σε άλλες πλευρές των ποιητικών επιλογών της. Κι αν διαπιστώνει πως: 

Πάει καιρός τώρα
Που οι άνθρωποι
Κοιτούνε μόνο
Και δεν βλέπουνε[3]

οι γραφές της διαφοροποιούνται και ορίζουν ταυτίσεις και διαφοροποιήσεις. Με εξομολογητική διάθεση και ενεργά μοτίβα όπου ο ρεαλισμός συνομιλεί με τον υπερρεαλισμό ο έρωτας, η επιθυμία, ο θάνατος, τα κενά και οι ελλείψεις των ανθρώπινων σχέσεων αποτελούν επαναλαμβανόμενα μοτίβα στο έργο της χωρίς όμως διακοσμητική λειτουργία.

Στην ποιητική συλλογή Αιμάσσων, όλα αυτά που διαρκώς αιμορραγούν και κάνουν τις φωνές της Δερέκα να διατηρούν στοιχεία θρήνου και μοιρολογιού μεταμορφώνονται σε ιστορίες και αφηγήματα στα όρια του μύθου. Το έμφυλο στοιχείο, η επίμονη ανάγκη της ποιήτριας να αφηγηθεί διαφορετικές εκδοχές γυναικών και συγκρουσιακά στοιχεία στις επαφές με το άλλο φύλο αλλά και ευρύτερα των τρόπων με τις οποίες προσλαμβάνονται οι διαφορετικές εικόνες και εμπειρίες τους, σηματοδοτεί τον τίτλο. Το επίθετο «αιμάσσων» ως ιδιότητα της Δερέκα παραμένει έντονα ανοιχτό, πολυποίκιλο και δεν αποκτά μόνο ταυτοτικά χαρακτηριστικά. Γίνεται κατά τη γνώμη μου η ίδια η ζωή που σπαταλιέται στις μεγάλες της αλλαγές και μετατοπίσεις. Η ποίηση είναι μαρτυρία που εγγράφεται ανάμεσα στα όρια του πραγματικού και της φαντασίας. Συγκροτεί όμως παράλληλα την επίμονη επιλογή της αφήγησης στην οποία το ποιητικό βλέμμα δεν περιορίζεται στις προσωπικές ιστορίες αλλά κατασκευάζει πολλά και διαφορετικά ψηφιδωτά αφηγήσεων. Η ταύτιση της ποιήτριας με όλα όσα χάνονται στις διαδρομές των γυναικών δεν είναι μελοδραματική αλλά συγκροτεί χώρους διεκδικήσεων, πολλαπλούς και διαφορετικής ποιότητας φεμινισμούς οι οποίοι εκτυλίσσονται μέσα από ένα γλωσσοπλαστικό σύμπαν που δεν περιορίζεται σε μια εκδοχή του πραγματικού και εμπλέκει στοιχεία από τους μύθους και τις διάφορες έμφυλες υποκειμενικότητες.

Απέναντι σε μια τέτοια οπτική το 2023 η Δερέκα διαπιστώνει στον τίτλο της ποιητικής της συλλογής: Πάντα κινδύνευα από τις λέξεις. Η ποιητική γραφή πέρα από επιλογή της ίδιας να σχολιάζει όσα παρατηρεί, βιώνει και σκέφτεται εγγράφεται ως ρίσκο και διαρκής κίνδυνος. Η ποίηση λοιπόν ως ριψοκίνδυνη πράξη θίγει και ζητήματα ευθύνης.

Μια γυναίκα του είδους σου
Ποδοπατημένη και παγωμένη
Πεθαίνει κάθε πρωί με τη γλώσσα έξω.[4]

Διαχρονικά, τη Δερέκα την απασχολούν οι άνισες έμφυλες σχέσεις εξουσίας και στις ποιητικές της αφηγήσεις καταθέτει διαφορετικές φωνές γυναικών, δηλώνοντας πως συχνά η βία δεν είναι μόνο ψυχολογική αλλά οδηγεί στον θάνατο κάθε φορά που κρίνεται πως μια γυναίκα δεν ανταποκρίνεται σε μια ουσιοκρατική αντίληψη θηλυκότητας. Στο έργο της και μέχρι σήμερα η Δερέκα στέκεται συναισθηματικά, πολιτικά και κοινωνικά δίπλα στο εύρος της γυναικείας εμπειρίας, επιλέγοντας τις λέξεις για να μιλήσει για τις σκοτεινές πλευρές της επιθυμίας ή την κοινωνική απομόνωση που χαρακτηρίζει τις ζωές των γυναικών. Στις ποιητικές της συλλογές, όπως αυτές οι δύο που ενδεικτικά παρουσιάζονται σε αυτό το κείμενο, οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από σύγκρουση, έλεγχο και χειραγώγηση.

Δεν την πήρε ποτέ
Για έναν περίπατο στο νεκροταφείο.
Ε, είσαι πολύ όμορφη, έλεγε
Κι οι πεθαμένοι
Θα σου τραβήξουν τη φούστα[5].

Στους παραπάνω στίχους ο άντρας ζηλεύει ακόμα και τους πεθαμένους που μπορεί να παρενοχλήσουν την αγαπημένη του, τραβώντας τη φούστα της. Αντιτιθέμενη σε μια τέτοια εξουσία η ποιήτρια επικαλείται την Αμφιλύκη και τη Μήδεια ως πρόσωπα αντίστασης, ενώ η «ύβρις» κρίνεται απαραίτητη και γίνεται αντικείμενο μνήμης για τις ποιήτριες που αυτοκτόνησαν:

Αμφιλύκη, στα μάτια των αυτοκτόνων ποιητριών
Μήδεια που δίδαξες ξανά
Την ύβρη[6].

Σε μια άλλη ενδιαφέρουσα αντιστροφή στερεοτύπου είναι ο άντρας που αντιστέκεται στη σύνθετη πολυπλοκότητα και το βάθος της γυναίκας που τον αγαπάει, ενώ το βίωμα του έρωτα ως πολιορκία κινητοποιείται με την αναφορά στην Τροία:

Μέσα στα απώτατα βάθη μου
Ταραγμένος και άπελπις
Αμύνεσαι
Λες και είσαι Τροία. [7]

Έρωτας και επιθυμία διατηρούν τον δυναμικό τους χαρακτήρα και οι γυναικείες φωνές με διαφορετική εκκίνηση η κάθε μία και σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές παρατάσσονται εναντιωματικά σε μονοδιάστατες προσπάθειες ελέγχου, παλεύοντας για την αυτονομία τους:

Και μην περνιέσαι για κατακτητής
Βρίσκοντας εσένα
Βρήκα ένα στάδιο να αγωνίζομαι. [8]

Η ερωτική σχέση αναστρέφει εκδοχές της θηλυκότητας στις οποίες η γυναίκα είναι το παθητικό αντικείμενο του πόθου. Αγωνίζονται χωρίς να αποποιούνται τη συναισθηματικότητά τους και τολμώντας να αγαπήσουν παράφορα, προκειμένου να ακουστεί το εύρος των διαφορετικών φωνών τους και να συνομιλήσουν όλες μεταξύ τους.

Η Δερέκα με σταθερότητα αναζητά επίσης τη διατήρηση της τρυφερότητας ακόμα και εκεί που δεν είναι δεδομένη και σχολιάζει, προσκαλώντας να μοιραστούμε τις δικές μας οικειοποιήσεις πως τίποτα δεν είναι δεδομένο στο ποιητικό ή το ανθρώπινο τοπίο:

Υπάρχουν πράγματα
Που δεν υποπτευόμαστε
Και επιζούν
Των αλαφροΐσκιωτων ποιητών
Διαθήκες
Είναι οι ενδιαφέρουσες περιπλοκές
Της τρυφερότητας.[9]

///
[1] Πάντα κινδύνευα από τις λέξεις, «Ποτάμια λύκους κατέβασε ο καιρός», σ. 103.
[2] Αιμάσσων, «Αύρα ελευθερίας», σ. 28.
[3] Πάντα κινδύνευα από τις λέξεις, «Το φως διακινδυνεύει αισθητικάς επιψαύσεις εις το γυμνόν σώμα της», σ. 38.
[4] Ό.π., «Μια γυναίκα του είδους σου, είπα», σ. 9.
[5] Ό.π., «Ήσπαιρεν ηδονικώς υπό το μέθυ του επέκεινα», σ. 37.
[6] Ό.π., «Με αρχαίο απειλώντας θυμό», σ. 19.
[7] Ό.π., «Αμύνεσαι, λες και είσαι Τροία», σ. 13.
[8] Ό.π., «Στάδιον εκπαίδευσης», σ. 66.
[9] Ό.π., «Να ευλαβείσαι τα ανθρώπινα», σ. 52.

*

*

*