Ἀκτινογραφία φανατικοῦ

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Δὲν πάει καιρὸς ἀπ’ ὅταν ἄνοιξε στὴν ἀρένα τῶν κοινωνικῶν δικτύων μὲ ἀφορμὴ τὴ δολοφονία τοῦ Τσάρλυ Κὲρκ μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ καὶ τὰ θλιβερά του ἀποτελέσματα. Καὶ πράγματι, ἂν τὸ σκεφτεῖ κανεὶς ψύχραιμα καὶ ἐξ ἀποστάσεως δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ καταλήξει στὸ ἴδιο συμπέρασμα. Ὁ φανατικὸς δρᾶ παρωπιδικά, σὰν τὸ γαϊδούρι ποὺ ξέρει ἕνα μονοπάτι καὶ δὲν τὸ ἀλλάζει εἴτε ἔχει κατολίσθηση, εἴτε ἔχει ρίξει ἕνα μέτρο χιόνι, εἴτε ἂν προκύψει ἕνας νέος ὁμαλότερος δρόμος ποὺ θὰ διασφαλίσει τὴ σωματική του ἀκεραιότητα. Ναί, εἶναι κάπως ἔτσι. Παρὰ ταῦτα, ἡ ὀπτικὴ αὐτὴ πέρα ἀπὸ ἐξίσου θυμικὴ μὲ τὸν θυμικὸ ἀγώνα τοῦ φανατικοῦ εἶναι κάπως ἀνάλατη, γλυκερή, ἴσως εὐχετική, σὰν τὶς ἐκθέσεις ποὺ γράφαμε στὸ σχολεῖο, τῶν ὁποίων ἂν ἀκολουθούσαμε τὰ προτάγματα ποὺ ὑποστηρίζαμε γιὰ νὰ πάρουμε καλὸ βαθμὸ στὴ μετέπειτα ἐνήλικη ζωή, θὰ φτάναμε νὰ καταφέρουμε τὶς αὐτονομιστικὲς εὐτοπίες (τελικὰ δυστοπίες) τοῦ Καστοριάδη καὶ ἄλλων χαρούμενων στοχαστῶν τοῦ γραφείου.

Προφανῶς, τὰ πράγματα δὲν κινοῦνται πάντοτε στὸ ἀσπρόμαυρο δίπολο, ὡστόσο μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ («Ποὺ θἄπρεπε νἆναι μόνο στὰ γήπεδα», ὅπως μοῦ ΄λεγε πρόσφατα νηφάλια πλὴν ἐμπύρως ὁ Πατίλης) δὲν γίνεται νὰ περιοριστεῖ σὲ εὐχολόγια καὶ δυνητικότητες· κι’ αὐτὸ ἀφ’ ἑνὸς ἐπειδὴ ἡ νηφαλιότητα εἶναι κατακτημένη κατάσταση κι’ ὄχι φυσική, βιολογικὴ προϋπόθεση, ἀφ’ ἑτέρου ἐπειδὴ τὸν ἀντιμετωπίζουμε καθημερινὰ μένοντας στὸν φαινότυπο καὶ ἀποσιωπῶντας τὸν γονότυπο.

Τὸ γονιδίωμα τοῦ φανατισμοῦ εἶναι ἑλικοειδὲς καὶ κινεῖται σὲ δύο παράλληλους ἄξονες ποὺ ἅπτονται πολλῶν ἐπικρατειῶν. Στὸν πρῶτο ἕλικα/ἄξονα ὑπάρχει ὁ ὀρθολογικοποιημένος φανατισμὸς ποὺ προκύπτει κατόπιν σκέψης, ἐπιλογῶν, συνθηκῶν καὶ ἀποκλεισμῶν ἕτερων φανατισμῶν, ἐνῶ στὸν ἄλλον βρίσκεται αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται κοινῶς «τυφλὸς φανατισμός», ποὺ ὅμως δὲν διαφέρει καθόλου ἀπ’ ὅ,τι καθημερινὰ ὀνομάζουμε «πίστη». Ὁ ἕνας ἕλικας εἶναι προϋπόθεση τοῦ ἄλλου· ὁ πρῶτος ὡριμάζοντας μετατρέπεται στὸν δεύτερο, καὶ κάθε νέα πληροφορία, κάθε νέο ἐρέθισμα, κάθε ἐξωγενὴς παράσταση ἐπανατροφοδοτεῖ τὸν πρῶτο. Ἡ πίστη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πίστη, ἂν δὲν εἶναι «τυφλή». Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα (ἔλεγχος, αἰτιολόγηση, ὀρθολογικοποίηση, ἀξιολογικὲς παράμετροι) ἐδῶ ἀπάδουν.

Ὁ φανατικὸς νιώθει παράλληλα ὅτι ἔχει ἐπιλέξει νὰ στηρίζει κάτι, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ αὐτὸ τὸ «κάτι» τοῦ φαίνεται ὡς προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ του, κάτι ποὺ βαστᾶ ἀπὸ τὴ γέννα καὶ δὲν θὰ μποροῦσε ἐπουδενὶ λόγῳ νὰ εἶναι ἀλλιῶς. Εἶναι ὡς νὰ ὁρίστηκε ἀπὸ κάποιον ἢ κάτι στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς σκοποῦ ποὺ ἐνῶ πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλὴ πίστη τείνει νὰ γίνεται ἕνα ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους συνεκτικὸ modus vivendi et operandi. Οἱ ὅποιες ἀποκλίσεις προκύπτουν περιστασιακὰ ἢ ἀναγκαστικά, γρήγορα γίνονται φύση τοῦ κυρίως κορμοῦ σὲ βαθμὸ ποὺ πλέον δὲν λογίζονται ὡς τέτοιες, παρὰ μόνον ὡς ἐξελιγμένες ἐκδοχὲς τοῦ ἀρχικοῦ πλάνου. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ πάντα βγάζουν νόημα στὸν κόσμο τοῦ φανατικοῦ, καθὼς ἡ βαθιὰ πεποίθηση ὕπαρξης ἑνὸς κόσμου ποὺ μπορεῖ νὰ ἰδωθεῖ μὲ ἴσιο κρέας μόνο μέσα ἀπὸ τὰ μάτια του ἢ τὰ μάτια τῶν ὁμοϊδεατῶν του, πλημμυρίζει τελικὰ τὸ πράττειν του σὲ μιὰν ὁρῶσα [γιὰ τὸν ἴδιον] τύφλωση [γιὰ τοὺς ἄλλους].

Ἡ ζωὴ τοῦ φανατικοῦ, φαινομενικὰ ἁπλουστευμένη κι’ εὔκολη, φέρει ὅλες τὶς πιθανὲς δυστυχίες. Ἡ ἄτεγκτη γραμμὴ τῆς ὀρθοδοξίας του δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ δοκιμάζεται καθημερινὰ ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς ἐνδεχόμενες εὐκολίες τῶν νηφάλιων ‒ αὐτῶν δηλαδὴ ποὺ δίχως κόστος στρέφουν τὰ πυρά τους ἐναντίον του διεκδικῶντας μιὰν ἠθικὴ ἀνωτερότητα καὶ τὴν εἰρηνοποιὸ δάφνη. Ἐπιπλέον, ἡ ἀξιολόγηση τῶν ἐνεργειῶν του τίθεται πάντοτε στὸ μικροσκόπιο τῶν κριτῶν του, μιᾶς καὶ γνωρίζει ὅτι ἄλλοτε αὐτὲς θὰ κατακεραυνώνονται ὡς μικροὶ ἢ μεγάλοι ἐξτρεμισμοί, ἐνῶ ἄλλοτε θὰ εἶναι κοσμοσειστικὲς ἐπαναστάσεις γιὰ τὶς ὁποῖες ὅμως δὲν θὰ λάβει ποτὲ τὸ μερίδιο τῆς νίκης ποὺ τοῦ ἀναλογεῖ καθὼς μπορεῖ μὲν ὁ σκοπὸς ν’ ἁγιάζει τὰ μέσα, τὰ δὲ λάφυρα ὅμως ἀνήκουν στοὺς ἀβρόχοις ποσίν παρατηρητές. Ἔτσι, ὁ φανατικὸς ἀριστεριστὴς ποὺ ἐπιδιώκει τὴν ἀνατροπὴ τῆς καθεστηκυίας τάξης εἶναι τρομοκράτης, ἐνῶ ὁ φανατικὸς μὲ τὴν ἐλευθερία Μάρκος Μπότσαρης εἶναι ἥρωας. Τὸ ρίσκο τῆς συγκυρίας στὴν ὁποία ὁ φανατικὸς θὰ βρεθεῖ εἶναι πάντοτε τὸ ἐπισφαλὲς σημεῖο τῆς δραστηριότητάς του.

Πάνω ἀπ’ ὅλα, ὡστόσο, βρίσκεται ἡ ὀρθοδοξία τοῦ φανατικοῦ. Ἡ ἐθιστικὴ σὰν ναρκωτικὸ πεποίθησή του ὅτι βρίσκεται στὸν σωστὸ δρόμο, ἀκόμα κι’ ἂν δὲν βρίσκεται. Αὐτὴ εἶναι ποὺ τὸν κινεῖ νὰ δράσει ἀκόμα κι’ ἂν τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι δυσοίωνο γιὰ τὸν ἴδιο ἢ γιὰ τὸ σύνολο. Πρόκειται γιὰ μιὰ προνεωτερικὴ στοίχιση μὲ μιὰν εὐθεία ὁδὸ ποὺ σήμερα ὁλοένα κι’ ἐκλείπει. Καὶ ἐκλείπει, ἐπειδὴ ὁ δυτικὸς κόσμος ἀπομακρύνεται ὁλοένα καὶ περισσότερο ἀπὸ τὴ φυσικὴ κατάσταση τῆς ὕπαρξης.

Δὲν πάει καιρὸς ἀπὸ τὰ πράσινα καὶ τὰ μπλὲ καφενεῖα στὴν ἑλληνικὴ ἐπαρχία ‒ οἱ κόκκινοι συνήθιζαν νὰ πίνουν τὸν καφὲ σπίτι τους. Ἡ στενότερη κοινωνικὴ συναναστροφὴ καὶ τὸ κατοικεῖν σὲ μικρὲς οἰκογενειακὲς μονάδες ἦταν ἕνα εὐεπίφορο πεδίο ἀνάπτυξης φανατισμῶν καὶ πίστεων. Οἱ λίγοι περισπασμοί, οἱ κατὰ τόπους μεγάλες ἀνισότητες καὶ ἡ ἀπουσία πολυειδίας ἐντὸς τοῦ ἐτήσιου κύκλου ὁδηγοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους στὸ ἕνα ἢ στὸ ἄλλο μονοπάτι. Εἴτε σωστὸ εἴτε λάθος, πάντως σίγουρα ὅλοι καὶ ὅλες διέθεταν μιὰ γνώμη, μιὰν ἀποστολὴ καὶ ἕναν στόχο, καθὼς θεωροῦσαν ὅτι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ ἀγωνίζονταν θὰ ἐπηρέαζε τὶς ζωές τους, μιᾶς καὶ οἱ τελευταῖες δὲν διέθεταν δεκάδες, ἑκατοντάδες παραφερνάλια καὶ δεσμεύσεις, ἄρα ἡ παραμικρὴ μεταβολὴ θὰ πυροδοτοῦσε μιὰ συστηματικὴ ἀλλαγὴ στὸν βίο τους. Οἱ διωγμοὶ καὶ οἱ συμφιλιώσεις ἦταν ἁπλῶς ἄλλη μία κατάσταση τοῦ κοινωνεῖν, κι’ ὄχι μιὰ ἀγχογόνα καὶ καταπιεστικὴ συνθήκη, ἀκόμα κι’ ὅταν οἱ ἔνοπλες καταστάσεις καραδοκοῦσαν. Φυσικά, δὲν ἦταν τὰ πάντα ρόδινα, ὅμως ἡ μὴ ὕπαρξη ἐναλλακτικῆς δὲν ἄφηνε περιθώρια δράσης ἐκτὸς τοῦ κύκλου ἐργασιῶν τῆς καθημερινῆς ἐνίοτε αἱματοχυσίας. Καὶ τελικά, ἡ ζωὴ εἶχε περισσότερο νόημα.

Ἡ ἰσότητα τῆς ἀστικῆς πολυκατοικίας δημιουργεῖ ἀνέσεις καὶ ἕνα αἴσθημα κολακευτικὸ γιὰ τὴν ὅμοια ἀντιμετώπιση σὲ ἐπίπεδο συμβουλίου καὶ κανονισμοῦ τῆς φοιτήτριας τοῦ ἰσογείου καὶ τοῦ μεγαλοδικηγόρου τοῦ ρετιρέ. Ἀμφότεροι τίθενται ἐντὸς ἑνὸς πλαισίου καλῆς γειτονίας, τὸ ὁποῖο ἐὰν διαταραχθεῖ γίνεται cassus belli ποὺ ὁδηγεῖ ἕως καὶ τὴ μετοικεσία, τὶς δικαστικὲς αἴθουσες κ.ο.κ. Ὡστόσο, ἡ by default συνθήκη προϋποθέτει τὴν ἐξομάλυνση κάθε πίστεως, κάθε φανατισμού, κάθε ἐξτρέμ, διότι ἡ μαζικὴ κοινωνικὴ ζωὴ ἔχει ρυθμιστεῖ μὲ τέτοιον τρόπο ὥστε ἡ φυσικὴ κατάσταση τῆς σύγκρουσης νὰ ναρκοθετεῖ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη τοῦ συγκρουσιακοῦ ὑποκειμένου ἐντὸς τῆς πόλεως.

Κάπως ἔτσι, λοιπόν, τὸ ἡσύχως κατοικεῖν γίνεται ἡ νόρμα τοῦ εὐρύτερα πολιτικοῦ βίου. Ἡ πόρτα κλείνει, καὶ ἔξω ἀπὸ τὴ φωλιὰ τῆς ἑστίας μένουν οἱ ταραχοποιοὶ ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ διαταράξουν τὴν τάξη τῆς νηφάλιας σκέψης, τῆς νηφάλιας ἀπόφασης, τῆς νηφάλιας βιοτῆς. Ἡ ἀλλαγὴ μένει ἕνα ὄνειρο μεταξὺ τυροῦ καὶ ἀχλαδιοῦ· οἱ ἰδέες καταντοῦν ἰδεολογίες, ἡ δράση καταστέλλεται προτοῦ κὰν σχεδιασθεῖ, καὶ τελικὰ τὰ πράγματα μένουν ὅπως ἀκριβῶς (δὲν) θέλουν οἱ κατὰ φαντασίαν εἰρηνοποιοί. Καὶ εἶναι «κατὰ φαντασίαν», διότι ἐνῶ φαινομενικὰ ὅλα βαίνουν πρὸς ἀποσόβηση τοῦ κινδύνου, τὸ πύρινο φλέμα τῆς μάζας ἁπλῶς καταπιέζεται σὲ μιὰ χύτρα ταχύτητος ποὺ λίγο προτοῦ σκάσει παίρνει ἕνα ἀντικαταθλιπτικὸ/ἠρεμιστικὸ νέας γενιᾶς, δίχως κόκκινες γραμμές, ἄρα δίχως ἀνάγκη συνταγογράφησης, καὶ τὸ τσουκάλι συνεχίζει νὰ βράζει στὸ ρελαντί. Σὲ κάποιες, λίγες, περιπτωσεις, ἡ χύτρα σκάει καὶ τότε ἔχουμε «διαταραχὴ τοῦ ὁμαλοῦ κοινωνικοῦ βίου».

Σὲ κάθε περίπτωση, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ βγαίνουν ὅλοι ἀπὸ τὴν ἴδια μήτρα. Ὑπάρχουν διαφορετικὲς καταβολές, διαφορετικὰ περιβάλλοντα, ἐξατομικευμένες ἀντιδράσεις καὶ ἄνωθεν καθορισμένοι πολιτικοὶ πολιτισμοί. Ἐντούτοις, ἀκόμα κι’ αὐτοί, σὲ μεγάλο βαθμό, μποροῦν —ἔστω ἀπέχοντας— νὰ παρακολουθοῦν μακρόθεν τὴ δράση τῶν φανατικῶν ποὺ διασαλεύουν τὴν τάξη, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ κάνουν τὴ βρώμικη δουλειὰ γι’ αὐτούς. Διότι εἶναι προφανέστατα κατανοητὸ ὅτι ἡ ὀρθοστασία τῆς φανατικῆς ζωῆς εἶναι σχεδὸν πάντα ζημιογόνα γιὰ τὸν ἑκάστοτε σταυροφόρο. Ἀκόμα κι’ ἔτσι ὅμως, ἂν πράγματι θέλουμε κάτι νὰ κινηθεῖ κατὰ ἕνα χιλιοστὸ πρὸς ὁποιαδήποτε κατεύθυνση, θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμαστε μικρόνοες ἂν θεωροῦμε ὅτι αὐτὸ θὰ γίνει γράφοντας κείμενα —τὸ ἴδιο ἰσχύει ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ παρόντα γραφόμενα—, συζητῶντας πολιτισμένα καὶ ἀποδιώχνοντας κάθε ἀξίωση ἐπιβολῆς. Ἄλλωστε, ἡ ἴδια ἡ ἄρθρωση λόγου συνιστᾶ ἀπόπειρα ἄσκησης ἐλέγχου ἢ ἐξουσίας, ἀκόμα κι’ ἂν πρόκειται γιὰ μιὰν ἁπλὴ «καλημερα»…

~.~

Περνῶντας κάποτε ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀετὸς τοῦ Ξηρομέρου Ἀκαρνανίας παρατήρησα τὴν ὕπαρξη δύο κοιμητηρίων. Θεώρησα ἀδύνατο νὰ γἐμισε τὸ πρῶτο καὶ νὰ κατασκευάστηκε δεύτερο, καθότι ὁ Ἀετὸς εἶναι ἕνα μικρὸ χωριό, μὲ λίγο σχετικὰ κόσμο· ὅλο καὶ κάποιον θὰ ξεχώνουν ἐπειδὴ εἶναι ξεχασμένος ἀπὸ τὴν ξεκληρισμένη του οἰκογένεια ἢ τὰ φευγάτα στὴν Ἀθήνα ἢ τὸ ἐξωτερικὸ παιδιά του. Ρωτῶντας τοὺς γηραιότερους πληροφορήθηκα ὅτι ἡ ὕπαρξή τους χρονολογεῖται ἀπὸ τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’40. Στὸ μὲν ἕνα θάβονταν οἱ δεξιοί, στὸ ἄλλο οἱ ἀριστεροί. Παρὰ τὴν κάπως κωμικὴ αὐτὴ εἰκόνα —ἀναλόγως τοῦ πῶς τὸ βλέπει κανείς—, ἡ συνθήκη αὐτὴ λειτούργησε κοσμοσειστικά. Ἀκόμα κι’ ἂν πρόκειται γιὰ λάθος· ἀκόμα κι’ ἂν «αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ξαναγίνουν», κι’ ἄλλα παρόμοια, ἡ ὕπαρξη δύο κόσμων ἐντὸς τοῦ ἑνὸς φαινομενικοῦ, ὑπαρκτοῦ, βιωμένου, δηλώνει μὲ ἐνάργεια τὸ σθένος —γιὰ κάποιους ἄλλους τὴν ἀνοησία— τοῦ νὰ ζεῖ κανεὶς φανατικά, νὰ πεθαίνει ἔτσι, καὶ νὰ μὴν ἀντέχει τὸν ἀντίπαλό του οὔτε κὰν ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος…

*

*

*