*
του ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΡΩΣΣΗ
Άγγελος Καλογερόπουλος, Κήρυξις αφανείας:
Μικρή μελέτη θανάτου για μια καλύτερη ζωή,
Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών, 2025
Έναυσμα να ασχοληθώ με το τελευταίο βιβλίο του Άγγελου Καλογερόπουλου μου έδωσε ο τίτλος και ο υπότιτλός του καθώς και η υπέροχη εικόνα του ζωγράφου Χρίστου Παπαδάκη («Μετουσίωσις») όπου σε μαύρο φόντο βλέπουμε μια σταγόνα φως να αιωρείται πάνω από ένα ψηλό ποτήρι μισογεμάτο με κόκκινο κρασί και πλάι του μια φραντζόλα ψωμί. Η σιωπηλή αυτή φύση (υιοθετώ τον όρο του ντε Κίρικο αντί για νεκρή φύση) όχι μόνο κοσμεί το εξώφυλλο αλλά και εικονογραφεί το νόημα του έργου.
Oμολογώ ότι η ανάγνωση με αιφνιδίασε. Επειδή η μικρή αυτή μελέτη θανάτου δεν πραγματεύεται με τρόπο αυστηρό, δογματικό το μεταφυσικό, υπαρξιακό πρόβλημα του ανθρώπου αναπαράγοντας θεολογικά στερεότυπα, όπως ενδεχομένως θα περίμενε κανείς από έναν ποιητή όπως ο Άγγελος Καλογερόπουλος τόσο κοντά στην Εκκλησία, αλλά με τρόπο ανοιχτό, συμπεριληπτικό όπου έχει θέση το χιούμορ ή η νοσταλγία για μορφές όπως ο Κροπότκιν, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Μαγιακόφσκι, ο Καμίλο Τόρρες και ο Τσε Γκεβάρα πλάϊ σε άλλες εγγύτερες προς την πνευματική, μεταφυσική διάσταση του ανθρώπου συνειδήσεις: Παπαδιαμάντης, Ντοστογιέφσκι, Μπερντιάγιεφ, Σαραντάρης «και πιο πολύ απ’ όλους οι ψαράδες της Τιβεριάδας πού ην αυτοίς άπαντα κοινά» όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Καλογερόπουλος.
Με αυτόν τον τρόπο η παραμυθία, η πίστη στον Θεό και τη μέλλουσα ζωή δεν επιβάλλεται αλλά επιλέγεται παρά τις ενστάσεις της λογικής. Λέει σχετικά ο Αφηγητής (ένα από τα πρόσωπα του έργου):
«Η πίκρα του για τον θάνατο ήτανε πιο βαθιά απ’ την ελπίδα του για την Ανάσταση. Αλλά δεν ήθελε καθόλου να συμφιλιωθεί με μια τέτοια παραδοχή. Διότι καταλάβαινε ότι μια τέτοια πίστη ήταν πράγματι σωτήρια. Και παραμύθι νά ’ναι, μονολογούσε, δεν έχω ακούσει καλύτερο».
Η πίστη στην Ανάσταση εδώ δεν αναδύεται από μια δογματική βεβαιότητα αλλά από έναν εσώτερο χώρο (χώρο αντίστασης, θα ’λεγα) όπου αμφιβολία και βεβαιότητα μας αφηγούνται το ωραιότερο παραμύθι που έχουμε ακούσει – παιχνίδισμα ελπίδας πάνω στην αποτρόπαιη παραδοχή της κήρυξης αφανείας πού είναι ο θάνατος. Ποίηση και πίστη συμπορεύονται αρμονικά χωρίς η μία να κάνει παραχωρήσεις στην άλλη.
Το πόνημα του Άγγελου Καλογερόπουλου είναι ένα έργο συνθετικό και πολυπρόσωπο με θεατρική δομή όπου ο πεζός λόγος εναλλάσσεται με τον ποιητικό είτε σε έμμετρη είτε ελεύθερη στιχοποιία και η βυζαντινή παρασημαντική με το σύγχρονο πεντάγραμμο. Ο εκκλησιαστικός λόγος (ιδιόμελα) συνηχεί αβίαστα με τον απλό λαϊκό λόγο και τις ντοπιολαλιές (έξοχο παράδειγμα «Η γριά Βασίλω») εξασφαλίζοντας στο έργο, μαζί με την εναλλαγή του σκηνικού χώρου απ’ όπου κάθε φορά μας ομιλούν τα πρόσωπα, μια πολυφωνικότητα με γρήγορη ροή. Το χιούμορ επίσης όπως αποτυπώνεται στη σελ. 52 με τρεις σύντομες ιστορίες πού επιγράφονται «ΑΣΘΕΝΗΣ ΧΩΡΙΚΟΣ», «Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ» και «ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ», ιλαρύνει τη θεματική του βιβλίου υπονομεύοντας ταυτόχρονα με την αυθορμησία τους τη μόρσιμη ατμόσφαιρα.
Εδώ θα ήθελα να σταθώ στο πεζό κείμενο πού επιγράφεται «ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ». Σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα πρόκειται για συνταγή που βλέπουμε να εκτελείται σε μια οθόνη. Μια μεγαλύτερη σέ ηλικία γυναίκα η Ρίτα απευθύνεται σέ μια νεότερη, την Αιμιλία, εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει η δεύτερη να παρασκευάζει τα κόλλυβα ή να ζυμώνει το προζύμι ώστε να είναι έτοιμο το πρόσφορο για ψήσιμο. Όταν διάβασα το συγκεκριμένο κείμενο η απλότητα της γλώσσας μέσω της προφορικότητάς της και η αγνότητα των υλικών της συνταγής μ’ έφεραν πίσω στον όμορφο κόσμο των αγροτικών παραδόσεων και της λαογραφίας. Το κείμενο αναδίδει πνευματικότητα ακριβώς χάρις στην υλικότητα του. Εκπέμπει μια καθαρότητα όπως το πρόσωπο μιας νεαρής μοναχής που η λευκότητά του με αποσβόλωσε κάποτε στην οδό Ακαδημίας, στο κέντρο της Αθήνας. Δεν είναι πλέον απλή συνταγή αλλά μια τελετουργία ανάλογη με εκείνη του τσαγιού στη μακρινή χώρα των χρυσανθέμων. Τα υλικά που κατονομάζονται (το ρόδι, το αμύγδαλο, η μαύρη σταφίδα, η κανέλλα, ο μαϊντανός, το γαρύφαλλο) αποβάλλουν την υλική τους διάσταση και γίνονται ουσίες πνευματικές. Κάτι ανάλογο με τα μπαχαρικά στο φιλμ Πολίτικη κουζίνα όπου κάθε καρύκευμα είναι οντότητα, κόσμος μοναδικός γεμάτος μυστήριο και ομορφιά πού αποκαλύπτεται μόνο σε μυημένους. Παραθέτω ένα απόσπασμα:
«Μουσκεύουμε αποβραδίς το στάρι. Την άλλη μέρα βράζουμε για μισή ώρα, ε, με το μάτι μέχρι να έχει βράσει και να ’χει φουσκώσει. Το σουρώνουμε και το απλώνουμε πάνω σε μια πετσέτα να στεγνώσει κανα δυο-τρεις ώρες. Το βάζουμε μετά σ’ ένα μπωλάκι και βάνουμε τη φρυγανιά, τη ζάχαρη, το αμύγδαλο, το ρόδι, άμα έχεις, και τον μαϊντανό. Τ’ ανακατώνουμε. Βάνουμε και μαύρη σταφίδα, ρόδι, κανέλλα και γαρίφαλο άμα θέλουμε. Και μετά πασπαλίζουμε την άχνη. Να τα γλυκάνουμε…»
Τα «ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ» είναι ακριβώς αυτή η υπερούσια άχνη με την οποία πασπαλίζουμε την απώλεια, την κήρυξη αφανείας, τον θάνατο για να τον γλυκάνουμε.
Έρχομαι τώρα στην αυτοσχέδια προσευχή του Αναστάση (ενός ακόμη προσώπου του πολυφωνικού αυτού έργου). Διαβάζοντάς την ένιωσα κυριολεκτικά αναστατωμένος. Τη μονολόγιστη αυτή προσευχή απαρτίζουν όλες κι όλες έξι λέξεις. Ωστόσο, στην περίπτωσή μου, η αναστάτωση πού μου προκάλεσε ήταν μεγάλη. Ας αφήσουμε πρώτα τον Αναστάση να μας μιλήσει για την αυτοσχέδια προσευχή του. Μας λέει λοιπόν:
«Κάθε φορά που ήθελα να κάνω ό,τι βαθιά επιθυμούσα φοβόμουν ότι θα με βρει ένας αιφνίδιος θάνατος. Είχα διαβάσει κάποτε στην εφημερίδα ότι ένας στρατιώτης κάηκε ζωντανός σ’ ένα μπουρδέλο πού πήρε φωτιά. Τότε έκανα μια αυτοσχέδια προσευχή: Θεέ μου, φύλαγέ μας όταν γαμιόμαστε.»
Τα λόγια αυτά του Αναστάση αποτυπώθηκαν έντονα μέσα μου, εντείνοντας την έκπληξη, τον αρχικό αιφνιδιασμό μου από την ανάγνωση του βιβλίου του Άγγελου Καλογερόπουλου. Τι ήταν αυτό πού με τάραξε; Μήπως το ότι ο Θεός έγινε ξαφνικά τόσο ανθρώπινος που θα μπορούσε να εισακούσει μια τέτοια προσευχή; Μήπως η ανθρώπινη ανάγκη για θεϊκή αρωγή ακόμη και την ώρα της σαρκικής ηδονής; Θυμήθηκα τον στίχο του μυστικού ποιητή Ισμαήλ Εμρέ: «Απ’ τη βλαστήμια μέσα είδα». Ναι, και η βλασφημία, είπα, είναι τρόπος συνδιαλλαγής με τον Θεό. Τρόπος να γνωρίσουμε, να δούμε. Ακόμη και να παλέψουμε με τον άγγελο ή να εκστομίσουμε, όπως ο Λούθηρος, το δικό μας Votum ενάντια στον Θεό.
Όμως στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ, η βλασφημία δεν έχει κανένα βάρος γιατί είναι προϊόν σύγχυσης, παιδί της οποίας είναι και ο προσευχόμενος Αναστάσης. Μπαίνουμε σε επικίνδυνα μονοπάτια. Ο Αναστάσης δεν ζητά συγχώρεση απ’ τον Θεό για τη λαγνεία του αλλά την προστασία, τη θεϊκή σύναρση την ώρα της λαγνουργείας. Η αφέλεια της επίκλησής του είναι αφοπλιστική τόσο που με κάνει να σκέφτομαι πώς ο Θεός κι ο Διάβολος θα χαμογελούσαν μαζί την ώρα που την άκουαν. Ο Αναστάσης αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο της θολής εποχής μας. Στον μικρόκοσμό του Θεός και Διάβολος συγχέονται έτσι που η προσευχή του ενώ απευθύνεται στον Θεό ικετεύει ανεπίγνωστα τον Διάβολο.
Τι είναι τελικά το βιβλίο του Άγγελου Καλογερόπουλου; Ένας οδηγός για καλύτερη ζωή υπό την σκιάν του θανάτου, τόσο του φυσικού όσο και του άλλου που απεργάζεται η «παρδαλή ομήγυρις» των απομαγευμένων καιρών μας. Ο φυσικός θάνατος νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Εδώ το memento mori λειτουργεί αφυπνιστικά, μας κρατά σε πνευματικήν εγρήγορση, αντιμάχεται τον άλλον θάνατο πού μας επιβάλλουν και στον οποίο τόσο εύκολα ενδίδουμε.
Όσον αφορά εμένα, νομίζω πώς πέτυχε τον στόχο του. Είναι παρήγορο σέ τέτοιους αυχμηρούς καιρούς να υπάρχει ένα τέτοιο βιβλίο, ακόμη και όταν πολλοί ενδεχομένως να διαφωνούν με τη θρησκευτική χριστιανική οπτική του συγγραφέα του. Αλλά το θέμα της πίστης, της αγάπης, της αντίστασης σέ εξουσίες και απαγορεύσεις πού περιστέλλουν το ανθρώπινο πρόσωπο, η αγωνία μπροστά στην επέλευση των ρομπότ και της τεχνολογικής ύβρεως, όλα αυτά μπορούμε άραγε να τα αντιπεράσουμε χαρακτηρίζοντάς τα χριστιανική οπτική;
Δεν ενστερνίζομαι τον εξαγγελτικό, προφητικό τόνο του ποιήματος «ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ», ποίημα με το οποίο κλείνει τη συλλογή του ο Άγγελος Καλογερόπουλος. Κατά τη γνώμη μου το ποίημα αυτό θα μπορούσε και να απαλειφθεί. Γι’ αυτό ας μου επιτραπεί να κλείσω και το δικό μου κείμενο με τους τελευταίους στίχους από τον «ΝΕΟΝ ΟΙΚΙΣΤΗ», προτελευταίο ποίημα του βιβλίου, γιατί η αγγελία εδώ δεν υπερχειλίζει, ακούγεται χαμηλόφωνα, σιγαλά σαν στοχασμός. Παραθέτω τούς στίχους:
Σε τούτο το τραπέζι με το ψωμί και το κρασί
εκτείνεται η δική σου καινή πολιτεία
προτού να φύγεις ξανά μες απ’ τούς τοίχους
να θεμελιώσεις τον επόμενο ναό.
*
*
