Εἰς τὸ ὄρος Ὀζέου

To μικρό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας της Καρυάς, με την αιωνόβια καρυδιά στα δεξιά του, όπως σωζόταν το 1908 (φωτογραφία από το έργο του Δ. Αιγινήτη, Το κλίμα της Αττικής).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Το 1796, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως απέλυσε ένα σιγίλλιο με το οποίο ρύθμιζε υποθέσεις μονών της Αθήνας. Μεταξύ άλλων, το έγγραφο επικύρωνε την προσάρτηση «τοῦ ἱεροῦ μοναστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος κειμένου εἰς τὸ ὄρος Ὀζέου μετὰ τοῦ μετοχίου αὐτῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου», στην κραταιά τότε μονή των Ασωμάτων Πετράκη. Το Όζεον όρος —ή Οζιά, Νοζέα και Καρά-Οζ, σε άλλες εκδοχές— δεν ήταν άλλο από την Πάρνηθα, το αρχαίο όνομα της οποίας γνώριζαν ελάχιστοι λόγιοι και οι ξένοι περιηγητές που συνέρρεαν στην Αθήνα, αναζητώντας το αρχαίο κλέος της. Όσο για την αναφερόμενη στο σιγίλλιο μονή, ήταν η λεγόμενη Αγία Τριάδα της Καρυάς, κτισμένη στην πλευρά του βουνού που έβλεπε στο λεκανοπέδιο, μέσα στα ελατοδάση και υπό τον ίσκιο, ως τις αρχές του περασμένου αιώνα, μίας πελώριας καρυδιάς.

Η Πάρνηθα, η οποία προστατεύει το αθηναϊκό πεδίο από τον βοριά όπως ένα στιβαρό τείχος, παρουσίαζε τότε μία εικόνα κάπως διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα, ιδιαίτερα μετά τις πυρκαγιές των τελευταίων ετών. Μία από τις πιο άρτιες περιγραφές της οφείλουμε στον Άγγλο λοχαγό Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, που ανέβηκε στο βουνό στις αρχές του 1806, μαζί με τον ηγούμενο του μικρού μοναστηριού της Αγίας Τριάδας. Αντίθετα με ό,τι θα φανταζόταν κανείς, η ανάβαση ήταν αρκετά εύκολη, χάρις στις διαδρομές που βρίσκονταν σε χρήση για τη μεταφορά αγαθών από διάφορες τοποθεσίες του όρους.

Πυκνή βλάστηση σκέπαζε σχεδόν όλες τις πλαγιές και τις περισσότερες κορυφές της Πάρνηθας. «Το κάτω μέρος του βουνού καλύπτεται με πεύκα· καθώς ανεβαίνουμε, αναμειγνύονται δρύες και έλατα, και σε μεγάλο βαθμό, προς την κορυφή, το δάσος αποτελείται αποκλειστικά από τέτοια δέντρα», γράφει ο Ληκ στο έργο του Travels to the Νorthern Greece.

«Ανάμεσα στα έλατα υπάρχουν πυκνά ρυάκια και πράσινα φαράγγια, και εδώ και κει μικρές εκτάσεις είναι σπαρμένες με σιτάρι. Με αυτές τις εξαιρέσεις, το βουνό καλύπτεται ολοκληρωτικά με δάση και περιέχει ένα ανεξάντλητο απόθεμα ξυλείας για τους Αθηναίους».

Η πανίδα του βουνού ήταν πλούσια: «Η Πάρνηθα εξακολουθεί να φιλοξενεί αγριογούρουνα, όπως στην εποχή του Παυσανία», σημειώνει ο περιηγητής, «αλλά πολύ σπάνια θα δει κανείς αρκούδες — αν δει ποτέ. Είναι επίσης γεμάτη λύκους, λαγούς και πέρδικες». Τα οικεία στους σημερινούς επισκέπτες ελάφια ήρθαν πολύ αργότερα, από την Ευρώπη, στο βασιλικό κτήμα του Τατοΐου. Αντίθετα προς τα ηγεμονικά ήθη του 19ου αιώνα, ο βασιλιάς Γεώργιος δεν κυνηγούσε, ούτε ενθάρρυνε το κυνήγι μέσα στο κτήμα του, με αποτέλεσμα οι κερασφόροι έποικοι να πολλαπλασιαστούν και να εξαπλωθούν στο βουνό.

Οι πυρκαγιές δεν ήταν άγνωστες στην προεπαναστατική Πάρνηθα: το 1803 μια μεγάλη φωτιά κατέκαψε μεγάλο μέρος των δασών της. «Πριν από τρία χρόνια», συνεχίζει o Leake,

«άρπαξε μια τυχαία φωτιά στο ελατοδάσος και κατέστρεψε τα τρία τέταρτά του — τόσο τουλάχιστον το υπολογίζει ο σύντροφός μου ο ηγούμενος, αλλά το ένα τέταρτο ίσως θα ήταν πιο κοντά στην αλήθεια. Είπε ότι η φωτιά έκαιγε τέσσερις μέρες, αλλά το πιο πολύ κακό έγινε μέσα σε λίγες ώρες. ∆εν έχει καταστραφεί μεγάλο μέρος του δάσους, αλλά οι νεκροί και γυμνοί από φύλλα κορμοί δίνουν μια εικόνα ερήμωσης στο τοπίο, που πριν από το συμβάν αυτό πρέπει να ήταν όμορφο, ακόμα και σε τούτη την εποχή του χρόνου».

Το βουνό ήταν πηγή ζωής για τους αρβανίτες χωρικούς που κατοικούσαν κοντά του ή στους πρόποδές του, σε χωριά όπως το Μενίδι και η Χασιά, και σε ιδιωτικά τσιφλίκια όπως του Βαρυμπόπη, το Τατόι, το Μπάφι κ.ά. Τα δάση παρείχαν άφθονη ξυλεία για οικοδομικές και άλλες ανάγκες — ο Ληκ αναφέρει ότι εδώ κόβονταν σανίδες. Οι Μενιδιάτες και οι Χασιώτες πρωταγωνιστούσαν στην παραγωγή ξυλοκάρβουνου, που το διέθεταν στην Αθήνα. Οι ξένοι περιηγητές ενθουσιάζονταν με αυτή τη δραστηριότητα, διότι οι αρχαίοι Αχαρνείς —οι «πρόγονοι» των Μενιδιατών— έκαναν ακριβώς την ίδια δουλειά, για την οποία τους διακωμωδεί ο Αριστοφάνης στο ομώνυμο έργο του. Όπως δε στην αρχαιότητα οι Αθηναίοι λοιδορούσαν τους ἀνθρακεῖς των Αχαρνών, έτσι και οι επίγονοί τους αντιμετώπιζαν τους Μενιδιάτες του καιρού τους ως βρώμικους και αγροίκους καρβουνιάρηδες.

Η βλάστηση της Πάρνηθας παρείχε και άλλα αγαθά. Οι Χασιώτες μάζευαν το πρινοκόκκι, που χρησιμοποιούνταν στις βαφές υφασμάτων. Παρόμοια χρήση είχε και το χρυσόξυλο, το οποίο συλλεγόταν σε όλα τα βουνά της Αττικής. Αλλά το πιο παράξενο προϊόν που μεταφερόταν από την Πάρνηθα στην Αθήνα, ήταν το παγωμένο χιόνι, το οποίο διατηρούνταν σε χιονόλακκους στα ψηλά του βουνού, σχεδόν μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού. Το υλικό αυτό αυτό χρησιμοποιούνταν εν είδει πάγου, για τη διατήρηση τροφίμων. Οι χιονάδες, όπως τους αναφέρει ο αθηναιογράφος Δημήτριος Καμπούρογλου, ανέβαιναν με άλογα ως τους χιονόλακκους, οι οποίοι ήταν επίτηδες καλυμμένοι με κλαριά.

Η Αγία Τριάδα της Καρυάς ήταν το ψηλότερο ως προς τη θέση του μοναστήρι της Αττικής. Ο χρόνος της ίδρυσής του είναι άγνωστος· βάσει της αρχιτεκτονικής της, η μικρή εκκλησία του φαίνεται ότι κτίστηκε μετά την κατάκτηση της Αττικής από τους σταυροφόρους, κάπου μέσα στον 13ο αιώνα, και ίσως εκεί να βρίσκονται οι απαρχές του. Ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα έγγραφα που αφορούν στην ιστορία της μονής, είναι η άδεια επισκευής που χορήγησαν οι οθωμανικές αρχές της Αθήνας το 1761. Λίγο αργότερα φιλοτεχνήθηκαν οι διατηρούμενες σήμερα τοιχογραφίες του ναού. Οι τελευταίοι μοναχοί της Αγίας Τριάδας αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν το 1833. Την ερήμωσή της διέκοπτε έκτοτε το ζωηρό ετήσιο πανηγύρι, στην αρχή του καλοκαιριού. Σήμερα τη φερώνυμη εκκλησία φροντίζει η μονή Πετράκη, η οποία κατέχει και τη γη του παλαιού μοναστηριού. Η μεγάλη καρυδιά κόπηκε το 1931 χάριν της διάνοιξης του αμαξιτού δρόμου· η ύπαρξή της έχει πλέον λησμονηθεί, όπως και το όνομα του Οζέου όρους.

*

Απόσπασμα χάρτη της Αττικής σχεδιασμένου από τον περιηγητή Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, με την Πάρνηθα και τους κοντινούς της οικισμούς κατά τις αρχές του 19ου αιώνα.

*

*