*
του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ
~.~
Η Αθήνα πεινούσε και πάγωνε. Έξι βαθμούς υπό το μηδέν η θερμοκρασία. Δύο εβδομάδες κράτησε το χιόνι. Στο Πεδίον του Άρεως έφτασε στο ένα μέτρο. Ογδόντα χρόνια είχε να κάνει τέτοιο ψοφόκρυο στην Αττική. 700.000 άνθρωποι πέθαναν απ’ την πείνα και τα λοιμώδη νοσήματα τον χειμώνα του 1941-1942. Οι νεκροί έφταναν καθημερινά τους τετρακόσιους. Το δεύτερο εξάμηνο του 1941 οι γεννήσεις στην Αθήνα ήταν 5.400 και οι θάνατοι 20.300. Πέθαναν 15.000 περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους γεννήθηκαν. Το πρώτο εξάμηνο του 1942 η διαφορά εκτινάχθηκε στους 22.500 περισσότερους νεκρούς. Οι θάνατοι δεν αναφέρονταν σκοπίμως επίσημα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα κουπόνια σίτισης των αποθανόντων απ’ τους συγγενείς τους.
Δημοσιεύονταν στις εφημερίδες οι συνταγές της πείνας: «Σέσκουλα πουρέ, χορτόσουπα με χθεσινά αποφάγια, κρεμμυδόσουπα, λαχανόσουπα, σούπα με ελιές, βλιτοκεφτέδες, ζελέ από χόρτα, πλιγουροκεφτέδες, λάχανο με κάστανα, μελιτζάνες με πουρέ πατάτας, κολοκύθια με βλίτα στον φούρνο, κολοκύθια γεμιστά με τραχανά και πατατοτηγανίτες». Η περαιτέρω ευρηματικότητα των συνδυασμών επαφίονταν στην οξύνοια του ατόμου που λιμοκτονούσε.
Ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον, γράφει:
«Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονταν με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλάκεια. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλον. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί».
*
Χιονισμένη άσφαλτος, παγωμένα τσιμέντα και σκουριασμένα σίδερα κυριαρχούσαν στην πόλη. Σαρακοφαγωμένα πορτόφυλλα, σαν ορθογώνια φέρετρα καρφωμένα με σφαίρες, έστεκαν ακόμα όρθια σε ετοιμόρροπα σπίτια. Τα περίπολα των Γερμανών χτένιζαν νυχθημερόν τους δρόμους, λειώνοντας την νεκρική σιγή κάτω από τις μπότες τους.
Σε μια χαμοκέλα στο Μεταξουργείο έμενε η Ζωή με τα δύο ανήλικα παιδιά της, τον Ορφέα και την Τυχερή, πέντε κι εφτά χρονών αντίστοιχα. Ο άντρας της σκοτώθηκε στον πόλεμο, δάσκαλος απ’ τους λίγους και παλληκάρι διαλεχτό. Τον χώσανε στο χιόνι της Χειμάρρας. Αν δεν τον ξέθαψαν οι λύκοι, ακόμα εκεί θα κείτεται παγωμένος, μαζί με την καρδιά της Ζωής, που από τότε την έθαψε μαζί του. Μια χούφτα χιόνι είχε στο στήθος η κοπέλα. Μέσα της, γύρω της, παντού παγωνιά. Ο κόσμος ολόκληρος σακατεύτηκε, σαν στρατιώτης με κομμένα πόδια απ’ τα κρυοπαγήματα.
Πόλεμος, Κατοχή, πείνα. Όσοι γνωστοί, χαθήκανε. Άλλοι πέθαναν. Άλλοι στο φριχτό κολαστήριο της οδού Κοραή τράβηξαν του Χριστού τα Πάθη: χλευάστηκαν, ανακρίθηκαν, βασανίστηκαν – να παίρνει ο βούρδουλας φωτιά! Σε όλη την έκταση των τοίχων του δευτέρου και σ’ ένα τμήμα του πρώτου υπογείου, οι κρατούμενοι έγραφαν ή χάραζαν μηνύματα, ονόματα, χρονολογίες και σχέδια: ανθρώπινες φιγούρες, καράβια, τραμ, αυτοκίνητα, τραίνα. Οι Γερμανοί έβαφαν επανειλημμένα τους τοίχους, που ξαναγέμιζαν οι κρατούμενοι με μηνύματα προς το άδηλο ακόμα μέλλον – όπως ένας συγγραφέας αφήνει το μελάνι του στο χαρτί, κατόπιν φρικτών βασανιστηρίων απ’ την Γκεστάπο που λέγεται έμπνευση, προσδοκώντας δικαίωση απ’ τον μελλούμενο κόσμο, που θα ’ρθει χωρίς αυτόν, και που μάλλον θα τον ξεχάσει, όπως το κτήριο της οδού Κοραή, που ερειπώνεται και σιγά-σιγά βουλιάζει στην λήθη, πλάι σε φωτεινές ρεκλάμες, κορναρίσματα και φωνές.
Η Ζωή πούλησε ό,τι είχε και δεν είχε στους μαυραγορίτες: έπιπλα, σκεύη, κειμήλια, ρούχα γιορτινά, που πια δεν θα φορούσε, και τα κουστούμια του άντρα της – καθένα και μια ανάμνηση θαμμένη στον χρόνο, όπως εκείνος τώρα στο χιόνι.
Πούλησε και το κρεβάτι. Το στρώμα όχι! Αυτό, κράτησε το σχήμα των κορμιών τους όταν ζευγάρωσαν για πρώτη φορά, εκείνη και ο μαρμαρωμένος βασιλιάς της στο χιόνι της Αλβανίας, που ποτέ, ούτε με χρόνια ούτε με καιρούς, δεν θα ξεμαρμαρώσει για χάρη της, μα θα μένει για πάντα εκεί, στην «Πύλη του Ρωμανού», ντυμένος με στολή απλού στρατιώτη, να χαμογελάει στην Ζωή, την γυναίκα του, γιατί άλλη ζωή χωρίς αυτήν δεν υπάρχει.
Ήρθε κι η ώρα που αποχωρίστηκε τα βιβλία του μακαρίτη. Τόμοι δερματόδετοι με χρυσά γράμματα – κοψοχρονιά! «Ποιος διαβάζει πια;» της είπε ο παλαιοπώλης δίνοντάς της, λες και ξερίζωνε την καρδιά του, μισό σακούλι αλεύρι. Ποιος νοιάστηκε που ξερίζωσε και την δική της καρδιά για να δώσει αυτά τα βιβλία;
Τελευταία «σκότωσε» την βέρα της, που ανέγραφε τ’ όνομα του, «Ηλίας»: ο προφήτης που ανήλθε στους ουρανούς μέσα σε χρυσό φλεγόμενο άρμα. Άρμα λέγεται και το τανκ, που τον κατέβασαν μισοκαμένο, καθώς φλέγονταν σαν να ’ταν από χρυσό.
Είχαν τρεις μέρες να φάνε τώρα. Κλαψούριζαν τα παιδιά σαν λιμασμένα γατσούλια. Τα κοίμιζε νωρίς για να μην πεινάνε. Έβλεπαν καρβέλια στον ύπνο τους και φώναζαν «ψωμί, ψωμάκι!» Άλλοτε δεν έκλειναν μάτι, απ’ τις βαριές μπότες των Γερμανών που περιπολούσαν στους δρόμους, απ’ τα τραχιά παραγγέλματα και το παρατεταμένο τερέτισμα των πολυβόλων, απ’ τις φωνές κάποιου μεθυσμένου αξιωματικού κι απ’ τα γέλια μιας αρτίστας ξετσίπωτης.
Την τέταρτη μέρα έκανε το σταυρό της και κατέβασε το καντήλι απ’ τα εικονίσματα. Φώναξε τον Ορφέα και την Τυχερή κοντά της. Κατόπιν, ξετύλιξε προσεκτικά ένα βυσσινί μαντήλι από καιρούς αμνημόνευτους. «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», είπε. «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς», ψιθύρισε. Και τους μοίρασε στα δύο το ξεραμένο –αλλά όχι μουχλιασμένο– αντίδωρο που κρύβονταν στο μαντήλι, προτρέποντάς τα να το βουτήξουν στο ελάχιστο λάδι που επέπλεε πάνω απ’ το νερό του καντηλιού. Τα παιδιά βάφτισαν το ψωμάκι σαν μωρό στην ιδιότυπη αυτή κολυμπήθρα και, μόλις μαλάκωσε κάπως, το μασούλησαν με άφατη ευχαρίστηση και μισόκλειστα μάτια. Μόλις κατάπιαν την μπουκιά τους, εκείνη τα φίλησε και τα δύο, γευόμενη τα ίχνη του ψωμιού και του λαδιού απ’ τις άκρες των χειλιών τους.
Το βράδυ ο μικρός δεν ήταν καλά. Είχε πυρετό και παραμιλούσε. Τα μεσάνυχτα τον έπιασαν σπασμοί. Χαράματα, χαροπάλευε…
Ξύπνησε η Τυχερή το πρωί και είδε την Ζωή στην κουζίνα. Ο αδερφός της έλειπε.
«Πού είναι ο Ορφέας, μανούλα;» ρώτησε το κοριτσάκι ανήσυχο.
«Μην φοβάσαι, είναι καλά!» είπε η Ζωή και της χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι.
«Ναι, αλλά πού είναι τώρα;» επέμενε η μικρή.
«Στον γιατρό, ψυχίτσα μου!»
«Πώς, πότε, ποιος τον πήγε;»
«Έγινε θαύμα, μικρή μου, ένα μεγάλο θαύμα!»
«Μα γίνονται θαύματα σήμερα;» δυσπίστησε το κοριτσάκι.
«Γίνονται, πώς δεν γίνονται!» είπε εκείνη, νιώθοντας μια υγρασία στα μάτια. «Χθες, την ώρα που κοιμόσασταν, άκουσα έναν χτύπο στην πόρτα. Και, μακρύτερα, τρεχαλητά και φωνές από γερμανικό περίπολο. Ο χτύπος ξανακούστηκε, δύο, τρεις φορές…
»Σηκώθηκα, έριξα πάνω μου το παλτό και πλησίασα: “Ποιος είναι;” ρώτησα σιγανά για να μην σας ξυπνήσω. “Άνοιξε, άνοιξε γρήγορα”, ακούστηκε μια ξεψυχισμένη φωνή. “Ποιος είσαι; Τι θέλεις τέτοια ώρα;” ξαναρώτησα. “Άνοιξε, θα με σκοτώσουν!” απάντησε η φωνή. “Είμαι Έλληνας, πατριώτης, για τ’ όνομα του Θεού, άνοιξε!” Το περίπολο πλησίαζε ολοένα. Οι μπότες τους βρόνταγαν στο πλακόστρωτο. Δεν θα ’ταν μακρύτερα από την μάντρα του Γιώρη, στην μεγάλη μουριά, εκεί που στρίβει ο δρόμος για το τουβλάδικο.
»Τότε άνοιξα, μπήκε, γλίτωσε! Οι Γερμανοί πέρασαν ακριβώς απ’ έξω. Σε λίγο έσβησαν τα βήματά τους μέσα στην νύχτα. Αυτός έσωσε τον Ορφέα! Πήρε τον αδερφούλη σου στην αγκαλιά του φεύγοντας. Τον πήγε σε γιατρό γνωστό του, εδώ κοντά. Πριν φέξει, ξανακούστηκαν χτύποι στην πόρτα. Ήταν αυτός. “Mην ανησυχείς”, είπε, “το παιδί βρίσκεται σε καλά χέρια, ο πυρετός έπεσε, μόλις γίνει εντελώς καλά θα στο ξαναφέρω”. Και, φεύγοντας, μου έβαλε στο χέρι αυτό!» είπε η Ζωή, πιάνοντας με το πιρούνι και σηκώνοντας ψηλά ένα κομμάτι απ’ την κατσαρόλα.
«Χριστούλη μου, κρέας!» κραύγασε η Τυχερή. «Θα φάμε κρέας!» Κι αγκάλιασε το πόδια της μητερούλας κλαίγοντας, το έρμο!
Όταν ξημέρωσε για τα καλά στο Μεταξουργείο κι ο ήλιος έλαμψε εκτυφλωτικά, σαν κάλπικο φλουρί στον παγωμένο δρόμο, έφτασε το κάρο της δημαρχίας για να περισυλλέξει τα νεκροτσούβαλα του θανάτου, τους πεθαμένους της χθεσινής νύχτας.
Τότε, ο ένας απ’ τους δυο πτωματοσυλλέκτες έβγαλε διαπεραστική κραυγή τρόμου και φρίκης. Αυτός, που τόσα είδαν τα μάτια του, κάτι τέτοιο δεν είχε ξαναδεί. Από κάποιο πτώμα έλλειπε το πόδι – ήταν καταφανέστατα κομμένο με τσεκούρι, ακριβώς κάτω απ’ την κοιλιά!
Εκείνο, όμως, που έκανε το θέαμα αποκρουστικότερο, ήταν πως το ακρωτηριασμένο πτώμα ανήκε σ’ ένα παιδάκι, όχι μεγαλύτερο από πέντε χρονών…
Οι Μαινάδες κομμάτιασαν το σώμα του Ορφέα,
ενώ η λύρα του, με την βοήθεια των Μουσών,
πήρε μια θέση ανάμεσα στ’ αστέρια.
(Αρχαιοελληνική Μυθολογία)
*
*
*
