Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898)
~.~
Άγρια αστράφτει ο κεραυνός. Στο σύθαμπο αχνοφαίνεται ένας πύργος.
Σέρνεται η βροντή. Δαμάζει ο καβαλάρης τ’ άτι του,
Πηδάει κάτω, χτυπάει την πύλη και φωνάζει. Ο μανδύας του σφυρίζει
Στον αέρα. Κρατάει τ’ άγριο ρούσικο άλογο γερά από τα ηνία.
Ένα στενό παράθυρο χρυσίζει πίσω απ’ τα κάγκελα
Και τρίζοντας, την πύλη ανοίγει τώρα ένας ευγενής.
«Υπηρέτης είμαι του βασιλιά, ως αγγελιαφόρος στάλθηκα
Στη Νιμ. Φιλοξενήστε με! Γνωρίζετε δα το κιλτ του βασιλιά!»
«Έχει καταιγίδα. Είσαι καλεσμένος μου. Για τη στολή σου, τι με νοιάζει;
Πέρασε μέσα και ζεστάσου! Το ζώο σου θα το φροντίσω εγώ!»
Μπαίνει σε μια αίθουσα σκοτεινή με πίνακες προγόνων ο ιππέας,
Απ’ τη φωτιά μιας εστίας μεγάλης αμυδρά φωτισμένη,
Και μέσα στο τρεμοφέγγισμα του ασταθούς φωτός της,
Απειλεί ένας Ουγενότος με πανοπλία εδώ, μια γυναίκα εκεί,
Μια περήφανη ευγενής μέσα απ’ τον πολυκαιρισμένο πίνακα.
Ο καβαλάρης σωριάζεται στην πολυθρόνα μπροστά από την εστία
Και ρίχνει το βλέμμα του απλανές στη ζωντανή πυρά. Καίει, αναπολεί.
Ανασηκώνονται τα μαλλιά του ελαφρά. Γνωρίζει την εστία, την αίθουσα…
Συρίζει η φλόγα. Δυό πόδια τρεμοπαίζουν μέσα στην ανθρακιά…
Το βραδινό τραπέζι έστρωσε η γηραιά υπηρέτρια
Μ’ αστραφτερά λευκά τραπεζομάντιλα. Bοήθησε κι η ευγενής μικρά,
Ένα αγόρι έφερε την κανάτα με το κρασί. Τα μάτια των παιδιών
Καρφώθηκαν στον επισκέπτη τρομαγμένα και κοίταζαν με φρίκη την εστία…
Συρίζει η φλόγα. Δυό πόδια τρεμοπαίζουν μέσα στην ανθρακιά.
Ανάθεμα! Το ίδιο οικόσημο! Η ίδια αίθουσα!
Τρία χρόνια έχουν περάσει… Σε ένα κυνήγι Ουγενότων…
Μια λεπτή, πεισματάρα γυναίκα… «Πού είναι ο ευγενής; Μίλα!»
Σιωπά εκείνη. «Ομολόγησε!» Σιωπά. «Παράδωσέ τον!» Σιωπά.
Θ’ αγριέψω. Η υπερηφάνεια! Θα τραβήξω το πλάσμα.
Θα την αρπάξω από τα πόδια τα γυμνά, θα την ξαπλώσω
Βαθιά μέσ’ στη φωτιά. «Δώσ’ τον!» Σιωπά αυτή,
Αποφεύγει… Δεν είδες το οικόσημο στην πύλη;
Ποιος σε κάλεσε επισκέπτη εδώ, ανόητε τρελέ;
Αν έχει έστω και μια σταγόνα αίμα, θα σε στραγγαλίσει αυτός.
Είσοδος του ευγενούς. «Ονειρεύεσαι; Του δείπνου, επισκέπτη.»
Εκεί κάθονται αυτοί. Οι τρεις με τη μαύρη τους ενδυμασία.
Κι αυτός αντάμα. Όμως κανένα απ’ τα παιδιά δεν λέει την προσευχή.
Τον κοιτάζουν με μάτια ανοιχτά διάπλατα –
Γεμίζει το ποτήρι και το περιχύνει, πίνει μονορούφι,
Πηδάει πάνω: «Κύριε, δώστε μου τώρα το κρεβάτι μου!
Είμαι κουρασμένος σα σκυλί!» Ένας υπηρέτης του φωτίζει.
Μα στο κατώφλι ρίχνει πίσω μια ματιά
Και βλέπει τ’ αγόρι να ψιθυρίζει στου πατέρα του τ’ αυτί.
Ακολουθεί τον υπηρέτη τρικλίζοντας στου πύργου το δώμα.
Κλειδώνει γερά την πόρτα. Ελέγχει το πιστόλι του και το σπαθί.
Αντηχεί δυνατά η καταιγίδα. Ο διάδρομος τρέμει. Βογκά η σκεπή.
Η σκάλα βροντά. Ηχεί ένα βάδισμα εδώ; Γλιστρά ένα βήμα εκεί;
Τον απατά η ακοή του. Περασμένα μεσάνυχτα.
Βαραίνουν τα βλέφαρά του σαν μολύβι και νυσταγμένος
Στο κρεβάτι βυθίζεται. Έξω, παφλάζει η πλημμύρα.
Ονειρεύεται. «Ομολόγησε!» σιωπά αυτή. «Δώσ’ τον μου!» σιωπά αυτή.
Τραβά τη γυναίκα. Δυό πόδια τρεμοπαίζουν στην πυρά.
Μια θάλασσα από φλόγες συρίζει, αναπηδά, τον καταπίνει…
«Ξύπνα! Έπρεπε από ώρα να έχεις φύγει! Ξημερώνει!»
Μέσα από την πόρτα την κρυφή μπαίνει στο δώμα,
Μπρος το κρεβάτι του στέκεται ο άρχοντας του κάστρου, λευκασμένος,
Ενώ χθες ακόμα ήταν τα μαλλιά του σκούρα καστανά, σγουρά.
Καβάλα πάνε μέσ’ απ’ το δάσος. Ούτε ένα αεράκι σήμερα δε φυσά.
Σπασμένα κλαδιά κείτονται εδώ κι εκεί στο μονοπάτι.
Τα πρώτα πουλιά κελαηδούν, μισοκοιμισμένα ακόμα.
Γαλήνια σύννεφα πλέουν στον καθαρόν αέρα,
Ως άγγελοι επιστρέφοντες από βάρδια νυχτερινή.
Σκούροι χωμάτινοι σβώλοι αποπνέουν της γης την ευωδία.
Ξανοίγεται η απλωσιά. Ένα άροτρο χαράσσει το χωράφι.
Ο καβαλάρης παραμονεύει από την άκρη του ματιού του: «Κύριε,
Είστε ένας άνδρας σοφός με σύνεση γεμάτος
Και γνωρίζετε, ότι στον μεγαλύτερο βασιλιά εγώ ανήκω.
Καλό σας ταξίδι. Δεν θα ξαναϊδωθούμε!» Ο άλλος λέει:
«Έτσι λες! Ανήκεις στον μεγαλύτερο βασιλιά! Σήμερα ήταν
Η υπηρεσία του για μένα δύσκολη… Μου σκότωσες διαβολικά
Τη γυναίκα μου! Και ζεις!… Δική μου είναι η εκδίκηση, δηλώνει ο Θεός.»
Μετάφραση: Γιώργος Τόσκας
*
*
*
