Αναθυμιάσεις

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

1312
Πετούσαν στα 10.000 πόδια. Τα καύσιμα κόντευαν να σωθούν, οι κινητήρες σε λίγο θα σταματούσαν, ακόμη όμως το αεροσκάφος ανέβαινε. Μάταια αναβόσβηναν τα λαμπάκια του κινδύνου στο έρημο πιλοτήριο. Στην καμπίνα, εμπρός στους ενθουσιώδεις επιβάτες, ο κυβερνήτης με φωνή στεντόρεια απήγγελλε: «Μ’ έναν σκοπό του ταξιδιού – προς τ’ άστρα!»

1412
Σε μια πισίνα ξενοδοχείου, ο ήρωας πασχίζει να σοδομίσει την ερωμένη του. Αποτυγχάνει αλλά ωσάν η διείσδυση να έχει επιτευχθεί, παριστάνει ότι επιτελεί όντως την πράξη. Το επεισόδιο παρμένο απ’ τον Κούντερα. Πισίνες, πισινοί, χουνέρια και πόζες – υπάρχει πιο μεστή περιγραφή της ενεστώσης Ευρώπης;

1512
Τι σόι άνθρωπος ήταν πράγματι, το ψυχανεμίστηκες μόνο όταν αποπειράθηκες να του εκφράσεις τον ώς τότε βουβό θαυμασμό σου. Θυμάσαι την γκριμάτσα του, εκείνη τη στιγμιαία αμφιταλάντευση μεταξύ θεατρικής μετριοφροσύνης και αυθόρμητης έπαρσης. Σαν να σου έλεγε: «Και ποιος είσαι εσύ που με κρίνεις;»

1612
Ο Μπρετόν: «Βγες στο δρόμο μ’ ένα περίστροφο κι άρχισε να πυροβολείς τυχαία στο πλήθος». Ο Μαγιακόφσκι: «Μ’ ένα ρεβόλβερ μοναχά στο χέρι μας και μέσα στο κεφάλι μας τον Λένιν». Και ο Γκαίμπελς: «Όταν ακούω τη λέξη κουλτούρα, απασφαλίζω το Μπράουνινγκ». (Απ’ τα «Μεσοπολεμικά ξεστρατίσματα. Λησμονημένες σελίδες της Ιστορίας»).

1712
«Άραγες νά ’ναι η μοναξιά σ’ όλους τους κόσμους η ίδια;» (Ο ποιητής). «Δισεκατομμύρια πλανήτες περιπλανώνται “ορφανοί”, χωρίς άστρο μητρικό, στο διάστημα.» (Η εφημερίδα).

1812
Ένας περιπλανώμενος δερβίσης κάποτε εισόρμησε στο Βατικανό την ώρα που συνεδρίαζε η Κουρία κι άρχισε να κηρύττει με πάθος. Είναι ασεβής, είπε ένας καρδινάλιος. Είναι εξοργιστικός, είπε ένας άλλος. Του αξίζει ο θάνατος, υπερθεμάτισε ένας τρίτος. Α, είναι απλώς θεοπάλαβος, χαμογέλασε ο ποντίφηκας. Και επιπλέον, μας διασκεδάζει.

1912
Χρόνια τώρα, οι κάτοικοι της παραλίμνιας πόλης πονοκεφάλιαζαν. Να κατασκευάσουμε μια γέφυρα ώς την απέναντι όχθη! πρότεινε η παράταξη του δημάρχου. Όχι, μια υποβρύχια σήραγγα είναι η λύση! απαντούσε η αντιπολίτευση. Το καλύτερο όλων είναι να αποξηράνουμε μια και καλή τη λίμνη… επέμεναν κάποιοι ριζοσπάστες. Η προσφορά του περαματάρη να τους περνάει εκείνος απέναντι, ασυζητητί απορρίφθηκε. Είχε υποβληθεί, κρίθηκε, εκπρόθεσμα.

2012
«Δις αφτερνooν ι σαυ α μoστ εχτραoρδιναρυ σιτε. Α πενγυιν υας ακτυαλλυ ενγαγεδ ιν σoδoμυ υπoν δε βoδυ oφ α δεαδ θρoατεδ βιρδ oφ ιτς oυν σπεσιες.» Ήταν το καλοκαίρι του 1911-12 όταν ο Τζωρτζ Μ. Λέβικ, φυσιοδίφης στην αποστολή του πλοιάρχου Σκόττ, έγραφε αυτές τις γραμμές για έναν πιγκουΐνο της Ανταρκτικής. Το σοκ που υπέστη πρέπει να ήταν μεγάλο, αφού έγραψε τις σημειώσεις του με ελληνικά ψηφία, για να μην διαβάζονται εύκολα. Και πράγματι έμειναν ανέκδοτες για έναν αιώνα. Η σημερινή έρευνα επιβεβαιώνει τα όσα εκείνος πρώτη φορά παρατήρησε. Ομαδικοί βιασμοί και πράξεις νεκροφιλικές, σοδομισμοί και φόνοι λαγνείας, το ρεπερτόριο είναι μακρύ – και όχι μόνο μεταξύ πιγκουίνων. Δελφίνια, φώκιες, ενυδρίδες, φάλαινες και άλλα είδη συχνά εκτονώνονται έτσι, κάποτε το ένα εις βάρος του άλλου. Φαίνεται μάλιστα ότι η ένταση της βίας αυξάνει ανάλογα με τον βαθμό ευφυΐας του ζώου, με τα δελφίνια να στέκονται στην κορυφή της φιλήδονης φρίκης. «Είναι στη φύση των ανίσχυρων να ξυπνούν στους γύρω τους τον δαίμονα της καταστροφής.» (Κωστής Παπαγιώργης)

2112
Αν επαληθευόταν ποτέ η εικασία ότι το σύμπαν είναι ένα δυσδιάστατο μάτριξ και όλοι μας γεννήματα ενός αλγορίθμου, όπως μερικοί κοσμολόγοι υποστηρίζουν, τι θ’ απέμενε απ’ τη γνώση μας; Δεν θα ’μοιαζαν όλα γύρω μας αίφνης με άρρωστο σκηνικό, βγαλμένο από το μυαλό ενός εφήβου ενδεχομένως, που για να διασκεδάσει την πλήξη του σκηνοθετεί σ’ ένα κομπιούτερ τα αποκυήματα της φαντασίας του: εμάς;

2212
Πεντακόσια εβδομήντα δισεκατομμύρια φορές φωτεινότερος από τον Ήλιο, είκοσι φορές φωτεινότερος από όλα μαζί τα διακόσια και πλέον δισεκατομμύρια άστρα του Γαλαξία μας, διακόσιες φορές φωτεινότερος από κάθε γνωστό μας σουπερνόβα, ο υπερκαινοφανής ASASSN-15lh, που πρόσφατα ανακάλυψαν οι έκπληκτοι αστρονόμοι μας, ας έχει όνομα τραυλό και παρεξηγήσιμο, δεν είναι κανένα συνηθισμένο φλας στο ατέρμονο μελάνι του κόσμου. Ποιος Ρουμί, ποιος μύστης του διαστήματος θα υμνήσει αυτόν τον δερβίση που στροβιλίζεται γυρω απ’ τον άξονά του χίλιες φορές το δευτερόλεπτο;

2312
«Τρων για να ξερνάν, ξερνάν για να τρων». Έτσι περιγράφει τις συμποτικές συνήθειες των Ρωμαίων της εποχής του ο Σενέκας. Οι τότε καλοφαγάδες έστηναν, λέει, χρυσούς ανδριάντες στους μαγείρους τους, και κουζίνα υψηλή σήμαινε να μην έχει κάποιος ιδέα τι έχει μέσα το πιάτο του.

2412
Στην Πλατεία Βικτωρίας διημερεύει ώς αργά το Café des Poètes. Στο Ναύπλιο χρόνια πολλά δρόσιζε τους επισκέπτες του με τ’ αναψυκτικά του το Λυρικόν. O Καψάλης υμνωδεί κάπου το Κομμωτήριο Σονέτο. Poême ονομάζει η Lancome ένα διάσημο άρωμά της, που έχει και υπότιτλο ενδιαφέροντα: Parfum romantique. Το πιο διάσημο άγαλμα του Πεσσόα ως γνωστόν είναι έξω από το Brasileira, το ιστορικό καφέ της Λισσαβώνας. Το Кафе Пушкинъ στη Μόσχα είναι στην πραγματικότητα ρεστωράν. Ο Λόρκα αναρωτήθηκε κάποτε πότε θα υπάρξει επιτέλους ένα Ανθοπωλείο Ρουβέν Δαρίο. Κι από Café Hugo, Rimbaud, Dante, Goethe, Shakespeare κ.ο.κ., άλλο τίποτα… (Η Ποίηση και η Αγορά. Απ’ τη σειρά «Θέματα για ξετύλιγμα».)

2512
Η είδηση από την εφημερίδα. Μια εξηντάρα Βρετανή ρίχνεται στον Ατλαντικό στο κατόπι ενός κρουαζιερόπλοιου για να ξανασμίξει με τον άντρα της. Η ίδια διαπίστωση πάντα, εμπρός στη δύναμη του πραγματικού η φαντασία χωλαίνει.

2612
Το 99,9999999% του σύμπαντος είναι κενός, άδειος χώρος. Όλη τη φασαρία την κάνει αυτό το 0,0000001.

2712
«Τον δρόμο εγώ σας δείχνω προς το μέλλον!» είπε η μύγα. Κι έφυγε σφαίρα για το τζάμι.

2812
Η ώρα είχε πια περάσει όταν ο Μπέργκμαν και ο φωτογράφος του συνέλαβαν την ιδέα του «danse macabre», της κινηματογραφικής εκδοχής της γυροβολιάς του Χάρου δηλαδή, που σέρνει πίσω του τους αποθαμένους. Κι επειδή οι ηθοποιοί είχαν σχολάσει, τα ρούχα τους φόρεσαν οι τεχνικοί κι εργάτες που είχαν ξεμείνει στο σετ. Η σκηνή έμεινε στην ιστορία, ίσως επειδή υπενθυμίζει το αυτονόητο: ότι ο θάνατος δίνει σ’ όλους μια ευκαιρία.

2912
Πάνε τώρα χρόνια πολλά που η φάρα ποζάρει. Σαν θεατρίνα στητή εμπρός στον καθρέφτη, τον ρωτάει διαρκώς πόσο αλήθεια τη θέλει. Και εκείνος, νεύοντάς της συνένοχα, τη στολίζει με υπέροχες στιλπνές αυταπάτες. Πώς λιγώνεται τότε, πώς φορά το καλό της χαμόγελο εκείνη… Μα είναι κι άλλες φορές, λιγοστές, που δαγκώνεται και στυλώνει τα πόδια με πείσμα, κι επιμένει να λέει ότι στον παλιό της καθρέφτη όλα δείχναν τόσο, μα τόσο καλύτερα. Πολύ σπάνια απομένει βουβή – να κοιτάει τις χαραματιές και τη σκόνη. – Πάνε τώρα χρόνια πολλά που η φάρα ποζάρει.

3012
Στο τέλος, μετράει μόνο το ένστικτο. Πώς αντιδρά κανείς στον ίσκιο της απειλής; Με σταυρωμένα τα χέρια, με τα μάτια κλειστά; Ή μ’ εκείνη την απόφαση την αυτοματική τού πληγωμένου ζώου, που στριμωγμένο στη γωνιά κάνει τ’ αδύνατα δυνατά για ν’ αποτρέψει ό,τι ακόμη μπορεί;

3112
Η τελευταία πράξη βρίσκει τον σκηνοθέτη άφαντο, το κοινό κατάκοπο και τους ηθοποιούς να σέρνονται στη σκηνή. Κανείς τους δεν θυμάται τα λόγια του. Σταματούν στη μέση της φράσης και την ξαναπιάνουν από την αρχή χωρίς παύση. Οι κριτικοί κουράστηκαν ν’ αγανακτούν. Απ’ τα πιο ψηλά θεωρεία ώς τα πιο βαθιά καμαρίνια, όλοι ποθούν ένα μόνο, να πέσει επιτέλους η αυλαία. Μόνο στη γαλαρία των ορθίων κάποιοι επιμένουν να χειρονομούν. Αραιά και πού ψελλίζουν ένα αδύναμο «Τα λεφτά μας πίσω!», «Να βγει ο συγγραφέας έξω!» ή κάτι παρόμοιο. Από την πλατεία τούς ακούν και βάζουν τα γέλια.

*

*

*