«Με το καράβι της εξορίας»: Αφιέρωμα στην Cristina Peri Rossi [2/3]

*

Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

Εισαγωγή και Πρώτο Μέρος
του αφιερώματος εδώ

~.~

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Παρίσι 1974

Ο άντρας στεκόταν θλιμμένος
καταμεσής της Σαιν Ζερμαίν
αναποφάσιστος
ποια κατεύθυνση να πάρει.
Τούτοι οι δρόμοι είναι αλλιώτικοι απ’ τους δικούς μου,
σκεφτόταν,
τούτες οι λέξεις είναι αλλιώτικες απ’ τις δικές μου,
σκεφτόταν.
Εδώ που έφτασα,
αν το ήξερε ο παππούς μου,
αν μπορούσε να με δει,
να στέκομαι στη Σαιν Ζερμαίν ντε Πρε
χωρίς να ξέρω γρι γαλλικά,
χαμένο μες στα τρένα
τους σταθμούς και τα μετρό,
αν ο παππούς μου το γνώριζε
–είμαι ο πρώτος στο σόι που πάτησε Παρίσι–
θα το έλεγε στους φίλους του
και θα μ’ έκανε διάσημο,
σκεφτόταν,
στις πέντε του Νοέμβρη
του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα,
στεκoύμενος στη Σαιν Ζερμαίν
πεθαίνοντας της πείνας μες στο κρύο
χωρίς να ξέρει γρι γαλλικά.

///

Αυτός ο ηλικιωμένος…

Αυτός ο ηλικιωμένος
που πλένει πιάτα
σε μια καφετέρια του Σαιν Ζερμαίν
και το βράδυ
διασχίζει το Σηκουάνα
για να ανέβει στο δωμάτιό του
στον όγδοο όροφο
δίχως ασανσέρ
δίχως μπάνιο
ούτε λοιπές εγκαταστάσεις υγιεινής
ήταν μαθηματικός στην Ουρουγουάη
δίχως καμιά επιθυμία να ταξιδέψει στην Ευρώπη.

///

Μια μέρα προχωρούσα στο δρόμο…

Μια μέρα προχωρούσα στο δρόμο,
άνεργος και πολύ νευρικός,
προχωρούσα στο δρόμο αναζητώντας ένα από εκείνα τα σπίτια
όπου οι πεθαμένοι στην πείνα κοιμούνται δωρεάν
κουρασμένος και πολύ νευρικός
και ξάφνου βλέπω ένα ζευγάρι
ένα αντρόγυνο ώριμο
σικάτο και καλοντυμένο
ρούχα φίνα ρούχα ακριβά
τουρίστες που κοιτούσαν παντού κι αγόραζαν τα πάντα
κοιτούσαν τις μπουτίκ και τα κομμωτήρια
και τα εστιατόρια
ήταν τουρίστες
μιλούσαν τα ισπανικά της Ουρουγουάης σαν εμένα,
εγώ πολύ νευρικός τη μέρα εκείνη,
εκείνοι φαινόταν πως είχαν αγοράσει πολλά,
με αναγνώρισαν απ’ το πρόσωπο
–το πρόσωπο της συμφοράς που γράφει κι ο Ονέττι–
«Είστε Ουρουγουανός, σωστά;» με ρωτούν
εγώ αρνούμαι κουνώντας έντονα το κεφάλι:
«Γάλλος είμαι, κύριοι, τόσο Γάλλος όσο κι ο Πύργος του Άιφελ»
και πήρα δρόμο γιατί αν τους σκότωνα
θα με πήγαιναν μέσα.

///

Βαρκελώνη 1976

Εξορία θα πει
να ξοδεύεις τις τέσσερις τελευταίες πεσέτες που σου απομένουν
σε ένα εισιτήριο του μετρό
για να πας στη συνέντευξη για τη δουλειά
που τελικά δε θα σου δώσουν.

///

Ονειρεύονται την επιστροφή…

Ονειρεύονται την επιστροφή σε μια χώρα που δεν υπάρχει πια
και δε θ’ αναγνώριζαν παρά μονάχα στους χάρτες
της μνήμης
χάρτες που χαράσσουν κάθε βράδυ
μες στην ομίχλη των ονείρων τους
και διατρέχουν μες σε πλοία λευκά
σε αιώνια κίνηση.

Κάθε μέρα επιστρέφουν στην πτήση
των πουλιών που χάνονται
απ’ τον ουρανό των ματιών τους
ή επιστρέφουν σε ιπτάμενα άλογα
με φλεγόμενες χαίτες.

Αν επέστρεφαν
δε θ’ αναγνώριζαν τον τόπο
ούτε το δρόμο ούτε το σπίτι
θα δίσταζαν στη γωνία
πιστεύοντας πως βρίσκονται αλλού.

Και όμως κάθε βράδυ επιστρέφουν
στα λευκά πλοία των ονείρων
με σίγουρη πορεία.

///

Αφιέρωση

Στη Μερσέδες Κόστα

Σε όλους εκείνους τους ποντοπόρους
αργοναύτες μιας χώρας σε συντρίμμια
εξαφανισμένους σε πλεύσεις διάφορες,
ποικίλες,
που μια μέρα έβαλαν πλώρη για ταξίδια
με αβέβαιο κατάπλου.

///

Το φταίξιμο δεν είν’ δικό μας

Το φταίξιμο δεν είν’ δικό μας αν μας γέννησαν σε δίσεκτους καιρούς.
Καιρούς που πέφτοντας στη θάλασσα, κολυμπούσαμε.
Σαλπάραμε με πλοία και στροβίλους
δραπετεύαμε από πολέμους και τυράννους
με καταφύγιο την ταλάντωση
και το εκκρεμές της θάλασσας.
Όποιος πάνω του είχε το γράμμα, κατέφευγε πρώτος.
Με το γράμμα νοτισμένο, ξημερωνόταν.
Όλο κι από κάπου βλέπαμε τη θάλασσα να πλησιάζει.

///

Στις τέσσερις πάνω μέρες…

Στις τέσσερις πάνω μέρες στη θάλασσα
συνειδητοποίησα
πως για τέσσερις μέρες
δεν είχα ακούσει κουβέντα άλλη
από τον ήχο της θάλασσας
τις φλυαρίες των πουλιών
το αργό ιδίωμα των κυμάτων.
Σαν αγαπηθήκαμε τέσσερις μέρες
σε ρώτησα το όνομά σου.
«Ήρθε ένας γαλονάς», απάντησες, «και ρωτούσε για σένα.»
«Ναυαγός είναι, αποκριθήκαμε, λιποτάχτησε.»
Να το πίστεψε, άραγε, ο γαλονάς;

///

Το ταξίδι

Το πρώτο μου ταξίδι
ήταν εκείνο της εξορίας
δεκαπενθήμερο στη θάλασσα
αδιάλειπτο
θάλασσα διαρκής
θάλασσα αέναη
θάλασσα συνεχής
θάλασσα, θάνατος
Δεκαπενθήμερο στο νερό
δίχως φωτεινές επιγραφές
δίχως δρόμους και πεζοδρόμια
δίχως πόλεις
μονάχα το φως
κάποιου πλοίου που δραπετεύει
Δεκαπενθήμερο στη θάλασσα
και σε αβεβαιότητα
να μην ξέρω πού πηγαίνω
να μην ξέρω το λιμάνι προορισμού
να ξέρω μόνο όσα πίσω μου αφήνω
Στις αποσκευές
μια βαλίτσα γεμάτη χαρτιά
κι ανησυχία
τα χαρτιά
για γράψιμο
η ανησυχία
για να ζω μαζί της
συντρόφισσα και φίλη

Κανείς δε σου γνέφει στο λιμάνι αναχώρησης
κανείς δε σε προσμένει στο λιμάνι άφιξης
Και τα χαρτιά να σαπίζουν
να κιτρινίζουν στη βαλίτσα
νοτισμένα απ’ το νερό της θάλασσας

Έκτοτε
υποφέρω από το σύνδρομο του ταξιδιώτη –
μένω στην πόλη και ταράζομαι
φεύγω
και φοβάμαι μη δε γυρίσω
Τρέμω πριν φτιάξω τη βαλίτσα
–πόσο να ζυγίζουν τα απαραίτητα–
Άλλοτε προτιμώ να μην το κουνήσω
Άλλοτε προτιμώ να την κάνω δια παντός
Ο χώρος ο ίδιος με αγχώνει όπως τις γάτες
Η αναχώρηση
είναι πάντα χωρισμός στα δύο.

///

Οι εξόριστοι

Καταδιώκουν στους δρόμους
ίσκιους παλιούς
πορτρέτα νεκρών
φωνές ακατανόητες
ώσπου κάποιος τους λέει
πως σκιές
φωνές και βήματα
δεν είναι παρά κόλπο του υποσυνείδητου.
Και τότε αμφιβάλλουν
κοιτούν με αβεβαιότητα
και ξάφνου
πιάνουν να τρέχουν
πίσω από ένα πρόσωπο
που τους θυμίζει άλλο παλιότερο.
Δεν είναι διαφορετική
η φύση των φαντασμάτων.

///

Εξορία

Και ήρθε ένας δημοσιογράφος τρέχα γύρευε από πού
να μας ρωτήσει λέει τι είναι για μας η εξορία.
Δεν ξέρω από πού ήταν ο δημοσιογράφος,
μα τον άφησα να περάσει
Το δωμάτιο είχε κρύο είχε υγρασία
δυο μέρες δεν είχαμε βάλει στο στόμα μπουκιά
παρά ψωμί και νερό
τα γράμματα έφερναν κακά μαντάτα απ’ την Aντίπερα Όχθη
«Τι είναι για σας η εξορία;» με ρωτούσε
και μου πρόσφερε τσιγάρο
Δεν απαντώ στα γράμματα να μην εκθέσω τους δικούς μου,
«Του Πέτρου του έβγαλαν τα μάτια
πριν τον σαπίσουνε στο ξύλο,
πριν,
λιγάκι πιο πριν»
«Θα ήθελα να μου πείτε τι είναι η εξορία για σας»
«Την Αλίσια την βίασαν πέντε φορές
κι ύστερα την τάισαν στα σκυλιά»
Καλογυμνασμένα
τα σκυλιά των γαλονάδων
ζώα στιβαρά
ολημερίς τρώνε
ολημερίς πηδάνε
όμορφες κοπέλες και γυναίκες ωραίες,
φταίξιμο δεν έχει ο σκύλος,
να’ούμε,
στιβαρά σκυλιά
τα σκυλιά οι γαλονάδες
ολημερίς τρώνε
και γυναίκα δεν τους λείπει
«Τι είναι για σας η εξορία;»
Για το άρθρο σίγουρα θα πληρωθεί,
εμείς έχουμε να φάμε εδώ και μέρες
«Το ηθικό ακμαιότατο, κομπανιέρο, το ηθικό ακέραιο»,
σπασμένα τα δάχτυλα, μα το ηθικό ακμαίο, κομπανιέρο,
βιασμένη η γυναίκα, μα το ηθικό και πάλι ακμαίο, κομπανιέρο,
πάνε δυο μέρες που τρώμε μόνο ηθικό,
ηθικό ακμαίο, βεβαίως, κομπανιέρο,
«Πείτε μου τι είναι για σας η εξορία»

Εξορία είναι να τρως ηθικό, κομπανιέρο.

///

Οι εξόριστοι ΙΙ

Μιλούμε γλώσσες που δεν είν’ δικές μας
πορευόμαστε χωρίς ταυτότητα
ούτε και διαβατήριο
συντάσσουμε επιστολές απεγνωσμένες
που έπειτα δε στέλνουμε
είμαστε μύριοι εισβολείς τρισάθλιοι
επιζώντες
υπερζώντες
και τούτο κάποτε
μας γεμίζει ενοχές.

///

Εγγύτητες

Πολύ μακριά δε χρειάζεται να πάω
για να ονειρευτώ
Ο προαστιακός μού είναι αρκετός
Ράγες σαπισμένες που τρέχουν
ώς το χείλος της θάλασσας
και ήδη νιώθω σαν σε άλλο κόσμο
Η άγνοιά μου περί νομενκλατούρας
μου επιτρέπει να βαφτίζω με άλλα ονόματα
την αλλότητά μου –
είμαι η ξένη, η περαστική.
Αλλότητα,
υπηκοότητα οικουμενική των ονείρων.

///

Μοντεβιδέο

Γεννήθηκα σε μια πόλη θλιμμένη
με καράβια και μετανάστες
μια πόλη πέρα απ’ το χώρο
κρεμάμενη από μία παρεξήγηση:
έναν ποταμό μεγάλο σα θάλασσα
μια έρημη πεδιάδα σαν πάμπα
μια πάμπα γκρίζα σαν ουρανό.

Γεννήθηκα σε μια πόλη θλιμμένη
έξω απ’ το χάρτη
εκτοπισμένη απ’ την ήπειρο
εκτοπισμένη απ’ το χρόνο
σαν παλιά φωτογραφία
παραδομένη στη σέπια.

Γεννήθηκα σε μια πόλη θλιμμένη
με αυλές γεμάτες φτέρες
πράσινες υδροροές
και το άρωμα το γλυκό της γλυκίνης
λουλούδια μεθυστικά
λουλούδια βιολετιά

μια πόλη
με θλιμμένα τανγκό
πόρνες γηραιές δύο για τέσσερα
ξεστρατισμένους ναύτες
και μπαρ με την επιγραφή Σίτυ Παρκ.

Και όμως
την αγάπησα
με μιαν αγάπη απεγνωσμένη
την πόλη αυτήν του ανέφικτου
των ξεβρασμένων καραβιών
των ιερόδουλων που δεν εισπράττουν
των ζητιάνων που παραθέτουνε Μπωντλαίρ

την πόλη που φανερώνεται στα όνειρά μου
προσβάσιμη και ταυτόχρονα ξένη
την πόλη των Γάλλων ποιητών
των Πολωνών εμπόρων
των μαραγκών απ’ τη Γαλικία
και των Ιταλών χασάπηδων.

Γεννήθηκα σε μια πόλη θλιμμένη
κρεμάμενη απ’ το χρόνο
σαν όνειρο ατελές
σε αέναη επανάληψη.

///

Σούπερ μάρκετ

Η ταμίας ενός υποκαταστήματος των σούπερ μάρκετ Κάιζερ
κοιτάζει επικριτικά
το τσαλακωμένο χαρτονόμισμα των δέκα μάρκων που της δίνω
το τεντώνει το ισιώνει το χαϊδεύει με προσοχή,
το γυρίζει απ’ την καλή με το πορτρέτο τού Άλφρεντ Ντύρερ προς τα πάνω,
λες και πρόκειται για χαρτί πολύ διαφορετικό
από το χαρτί περιτυλίγματος των χύμα ζυμαρικών.
Αν δε με κοιτούσε τόσο άγρια, θα της έλεγα συγγνώμη,
μπορείτε να μου πείτε τι πλοίο είναι αυτό
στην άλλη πλευρά του νομίσματος,
μα είχα ήδη προβεί σε πολλαπλά ατοπήματα μέσα σε μία μέρα –
έγραψα κάμποσα ποιήματα,
ξέχασα να χτενιστώ,
βρέχει και βγήκα χωρίς ομπρέλα
και από πάνω, είχα και τα δέκα μάρκα τσαλακωμένα.

///

Ανήσυχες μούσες

Η Ελένη τρέχει σαν στιλέτο ανοιχτό
που πάνω του κόβεσαι
(επιγραφή στο Τείχος του Βερολίνου)

Το Τείχος χωρίζει τις δυο πόλεις λευκό﮲
όπως στα όνειρα,
ένα χώρισμα εμποδίζει το πέρασμα στην άλλη πλευρά.

Ο Απολλιναίρ βρέθηκε εδώ
όταν η πόλη ήταν ακόμη μία

και η Λου, παθιασμένη και βίαιη,
μια του δινόταν και μια τον απέρριπτε αδίστακτα
(«Αιδοίο που πιέζει σαν καρυοθραύστης»).

Χαμογελώ, αυτό το παγωμένο πρωινό στο Βερολίνο,
μπροστά στην επιγραφή που κάποιος άφησε,
κάποιος που εξίσου κόπηκε στην αιχμηρή πάνω λεπίδα μιας Ελένης.

Ο ήλιος είναι γυναίκα και η σελήνη άντρας
σε τούτη την πόλη με τα ατέλειωτα δάση
και τις αέρινες λίμνες.
“You are leaving the American sector”
(„Sie verlassen den Amerikanischen Sektor“)
ανακοινώνει η πινακίδα, λίγα βήματα από τον τάφο
του νεαρού που ονειρεύτηκε να περάσει το Τείχος
και που, σαν άλλος Ίκαρος,
έπεσε στα νερά.

You are leaving: πέφτουν τα φύλλα των σημύδων
the American: όπως στα όνειρα,
ένα χώρισμα εμποδίζει το πέρασμα στην άλλη πλευρά.
Sector: ο ήλιος –ετοιμοθάνατος– γυναίκα,
η σελήνη –πρόωρη– άντρας,
και η Ελένη πάντοτε η ίδια.
Χαμογελώ αυτό το παγωμένο πρωινό στο Βερολίνο,
σκεπτόμενη πως διέτρεξα τόσα χιλιόμετρα,
σαν τον Οδυσσέα, περνώντας ουρανούς και θάλασσες,
μόνο και μόνο για να ανακαλύψω
πως κάποιος άλλος –πριν από μένα–
είχε εντοπίσει τη σωστή μεταφορά για την Ελένη
που τρέχει από πόλη σε πόλη
σαν στιλέτο ανοιχτό
που πάνω του κόβεσαι.

///

Τηλεφωνικός θάλαμος 1975

Εξορία θα πει
να έχεις ένα φράγκο στην τσέπη
και η τηλεφωνική συσκευή να καταπίνει το κέρμα
και να μην το επιστρέφει
–ούτε κλήση ούτε κέρμα –
πάνω ακριβώς στη στιγμή που συνειδητοποιείς
ότι και η πόρτα του θαλάμου
είναι μαγκωμένη.

///

Γράμμα της μαμάς ΙΙ

Η θεία Αγγέλα ρωτά για σένα
σε κάθε της επίσκεψη
κι εγώ απαντώ με υπεκφυγές
–ή τις λένε διαφυγές;–
Ο γάτος πήδηξε απ’ το παράθυρο
κι εξαφανίστηκε,
πράγμα σύνηθες για τους γάτους,
πράγμα σύνηθες για τους ανθρώπους
Ο παγετός έκαψε τα δέντρα όλα,
μονάχα η λεμονιά επεβίωσε,
μονάχη μες στο κατακαίρι
Μας είπαν πως με το νέο συνταγματάρχη
τα πράγματα θα άλλαζαν
μα, αν άλλαξαν,
ήταν προς το χειρότερο
Ο μπακάλης τής γειτονιάς πέθανε
από έμφραγμα ή εμβολή
η γιαγιά Μαρούχα πάντα με τους κιρσούς
και η αδερφή σου με το έλκος
Αναρωτιέμαι αν εκεί σε ’σας βρέχει
πού και πού μετρώ τις ώρες διαφορά
θέμα των ημισφαιρίων
Μη μας ξεχνάς
και σ’ αγαπούμε τόσο.

///

Ξένη

Ξένη στην πόλη
ξένη μέσα στους ξένους
τη νύχτα
κλείνομαι στο γκέι μπαρ.
Αχ, αδέρφια μου…
ο ευδιάθετος κουνιστός με το πράσινο μαλλί
χορεύει αισθησιακά
μπροστά στον καθρέφτη
σαν Νάρκισσος μετά τη βαφή
η καθηγήτρια των γαλλικών
ντυμένη α λα Ζωρζ Σαντ
με την αγαπημένη της μαθήτρια
(Μπαλτούς)
και τα σιαμαίικα ζευγάρια
που κατόρθωσαν
ν’ απαλείψουν τις διαφορές.
Παραγγέλνω ποτό
απαξάπαντες χορεύουν –
απαξάπαντες πλην εμού.
Γίνεται, ακόμη κι εδώ,
ανάμεσα σε βαμμένους κοκκινομάλληδες
και single λεσβίες,
να νιώθεις πάλι ξένη;

///

Ξέρετε…

Ξέρετε,
δε μου ’μεινε καιρός να φέρω τίποτε.
Έφυγα τόσο βιαστικά,
που δε μου ’μεινε καιρός να κοιτάξω τα πράγματα
για να δω τι απ’ αυτά θα μπορούσα να φέρω.
Μα, τώρα που το ρωτάτε,
αν είχα μπορέσει,
θα είχα φέρει το σκύλο.

///

Διασπορά

Με το μακρύ καφτάνι
που αγόρασες απ’ τον Μαροκινό στο Ραμπάτ
κι έναν αέρα ανυπόμονο και γλυκό
που σέρνεις στην πλατεία
τα σανδάλια στη σκόνη
τα μακριά μαλλιά
κάτω απ’ το καφτάνι τίποτα
αν μπορείς να ονομάσεις τίποτα το σώμα σου
καμένο απ’ τους ήλιους του Ραμπάτ
συν τον πόθο που ξύπνησες σε έναν μαύρο στους δρόμους του Καντακές
που δεν είναι δρόμοι
παρά χαλικόδρομοι
καθήμενη ολύμπια στο μπαρ των χίπηδων
ανάμεσα στους φίλους σου με τα καφτάνια και τα μακριά μαλλιά
πίνοντας πόρτο και φουμάροντας χασίσι
αχ αυτή η κώμη που έβρεχε στους ώμους σου εκείνο το βράδυ στο Καντακές
με τα ενδύματα εκείνα που κατέλυαν τις νόρμες
εισάγοντας άλλες νόρμες
τις νόρμες της διαφορετικότητας
σύμφωνοι
ας αλλάξουμε τον ένα μικροαστό με τον άλλον
αχ το καφτάνι που έσερνες στις πέτρες
προσκύνημα σαν εκείνο
μόνο ο Χριστός θα αναλάμβανε
Δουλειά δεν είχα άλλη στο Καντακές από το να σε κοιτάζω στα μάτια
καθώς εσύ ταξίδευες στο χασίσι πάνω σε καμήλες λευκές
με τις μακριές βλεφαρίδες τους να χαϊδεύουν σαν τα μάτια κορασίδας
ξέρω πως σου αρέσουν οι γυναίκες
σχεδόν τόσο όσο οι μαύροι
σχεδόν τόσο όσο οι ιθαγενείς
σχεδόν τόσο όσο τα τραγούδια της Μπάρμπαρα
εγώ δουλειά δεν είχα άλλη στο Καντακές
από το ν’ ακολουθώ την πορεία σου
σαν εκπαιδευμένος σκύλος
να σε ψάχνω
δρόμοι δύσβατοι
σπίτια λευκά
ο ήλιος της Μεσογείου
ήλιος παλιός
ήλιος ζεστός
αχ μη με κοιτάζεις έτσι
σε έχασα στο Ραμπάτ
σε έψαξα με τη βάρκα
μικρό το Καντακές
τα κορίτσια χλωμά φουμάρουν χασίσι
και βολτάρουν πάνω σε καμήλες με μακριές βλεφαρίδες
στο διαβολεμένο μπαρ των χίπηδων
δε με άφησαν να μπω
ορκίστηκα πως δεν είχα τραπεζικό λογαριασμό
στα αλήθεια
Πώς να εξηγήσεις τη μοίρα;
Δεν έχω αυτοκίνητο
δεν έχω τηλεόραση
δεν έχω μετοχές ούτε δάνειο να τρέχει
κατά τύχη
ο άνεμος με έριξε στο Καντακές
να ψάχνω το κορίτσι με το μακρύ καφτάνι
αυτό που απ’ τους δρόμους περνούσε
σαν τον Χριστό
αφήνοντας στο διάβα του
μαύρους μεθυσμένους
φίλους νεκρούς
και το άγγιγμα των σανδαλιών του
Οι φίλοι σου
δε με άφησαν να μπω στο μπαρ
όλο το απόγευμα το νερό έπεφτε
κι ανησύχησα για τα μαλλιά σου
τα βρεγμένα σου μαλλιά
πρέπει να σε προσέχω
για χάρη σου ξαγρυπνώ
στο καμπαναριό σήμανε άλλο ένα τέταρτο
να κρύβεσαι άραγε στο εξομολογητήριο;
Αχ Μπάρμπαρα
μη με βασανίζεις
άφησε ήσυχο αυτό το κορίτσι
να το δω να περνά απ’ τους δρόμους του Καντακές
και να νιώθω τη δόνηση κυμβάλου
να πάλλεται στον αέρα
σαν τον ήχο μουσικού ποτηριού
Αχ Μεσόγειε
λευτέρωσε αυτό το κορίτσι
άφησέ το να διαπλέει τη μνήμη μου
η σαγήνη του μακριού καφτανιού του
η σιγή που σκεπάζει το βήμα του στις πλατείες
η τριβή των σανδαλιών του
απαλά στη σκόνη
συμφέρουν καλύτερα τη μνήμη μου
από τα ιστορικά νερά σου
Στο Καντακές περιπλανιόταν ένα μαύρο πουλί
τόσο μαύρο σαν κοράκι
τόσο γκρίζο σαν τον κατοπτρισμό της Μεσογείου στα παράθυρα
εκείνο το απόγευμα που έβρεχε στο Καντακές
και που με βήμα αλαφρύ μα περήφανο
ταχύ κι ευγενές
-δίχως να πέσουν ούτε τούλια ούτε μαντήλια-
σαν βασίλισσες που δραπετεύουν μεγαλόπρεπες
οι βάρκες επέστρεφαν απ’ τα ραντεβού τους
στη δέστρα της παραλίας
Και καθώς σ’ έψαχνα
παρατήρησα πως το περίφημο ιερό της εκκλησίας
ήταν κάπως παραφορτωμένο
αποτέλεσμα των υπερβολικά φουσκωμένων γραμμών
μια κύηση αιώνια
που δύσκολα αποφεύγεις
Υπερβολικός χρυσός για το γούστο μου
ενόσω δυο γιαγιάδες κοινωνούσαν
και ένα ζευγάρι χίπηδων παρατηρούσε την τελετή
με ειρωνικά φορτισμένη πραότητα
–μια κουλτούρα ιεροτελεστιών–
και που να πάρει
γιατί δε σκέφτηκες να καταφύγεις στην εκκλησία
στο ιερό το φορτωμένο με χρυσό και πορφύρα
αυτό το απόγευμα που βρέχει στο Καντακές,
να γλιτώσεις απ’ την τραμουντάνα;
Έτσι εξήλθα
τη στιγμή ακριβώς που από κάπου
έβγαινε μια μουσική
έβγαινε μια μουσική
που σου ορκίζομαι δεν ήταν η Μπάρμπαρα με το Á peine της
μουσική κι ερμηνευτής κατέφθαναν από μακριά
από μια χώρα άγνωστή σου μα χώρα δική μου
τη χώρα που εγκατέλειψα για τη διασπορά
τη χώρα υπό το καθεστώς στρατιωτικής δικτατορίας
μουσική κι ερμηνευτή τα ήξερα απ’ τα παιδικά μου χρόνια
άλλα από τα χρυσά παιδικά χρόνια στο Καντακές με τις βόλτες με τη βάρκα
–Μαρσέλ Προυστ–
και τις θαλάσσιες καταδύσεις
και τότε η Μπάρμπαρα σταμάτησε να ακολουθεί το κορίτσι με το μακρύ καφτάνι
και για πρώτη φορά ένιωσα κρύο στο Καντακές
και όταν κάποιος μου μίλησε στα γαλλικά
του απάντησα να πας στο διάολο
και όταν είδα δυο χίπηδες αγκαλιασμένους τους φώναξα να πάτε στο διάολο
και όταν μια Ολλανδή με ρώτησε κάτι
δείχνοντάς μου το χάρτη με το ντελικάτο χέρι της
της φώναξα να πας στο διάολο
και πια δεν ήσουν στο Καντακές,
το ορκίζομαι,
όλα τα καφτάνια ήταν καφτάνια βρώμικα
κανείς δε φορούσε σανδάλια
με αφήνουν αδιάφορη όλες οι γυναίκες
όλες οι χώρες
όλες οι θάλασσες,
Μεσόγειος, σιγά το πράγμα,
Καντακές, σιγά τα γκρεμνά,
εσύ,
τίποτα περισσότερο από μια κακομαθημένη.

~.~.~

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ

Έρωτας από απόσταση

Σαν μας χωρίζουν χίλια χιλιόμετρα
–χίλια χιλιόμετρα πάνω-κάτω–
και μας κυριεύει ο πόθος
σε πόλεις διαφορετικές
που μας χωρίζουν
το τηλέφωνο είναι ο ομφάλιος λώρος
ακούω τη φωνή σου
τρώω τα φωνήεντά σου
καταβροχθίζω τα σίγμα και τα λάμδα σου
το φύλο μου πάλλεται με το γέλιο σου
διηγούμαστε τα νέα της ημέρας
«μ’ έχει πιάσει μια βουλιμία», λες,
κι απαριθμείς μια απίστευτη λίστα εδεσμάτων
ασύμβατων μεταξύ τους
πράσινες πιπεριές και σοκολάτα
πιτάκια και φακές
ρυζόγαλο και κοτόσουπα.
Εγώ πάλι δεν κατάφερα να βάλω μπουκιά στο στόμα μου
το στομάχι φραγμένο σαν με τοίχο
τον τοίχο της απουσίας σου
το σκληροκόκαλο των χίλιων χιλιομέτρων απόσταση.
Εσύ θα παχύνεις
εγώ θα γίνω ανορεξική
«ένας έρωτας ρομαντικός» θα γράψεις στο ημερολόγιό σου,
«ένας έρωτας αυτοκαταστροφικός» θα αποφανθώ εγώ,
πάντοτε απαισιόδοξη,
και η εταιρεία τηλεφωνίας θα πλουτίσει απ’ τους λογαριασμούς μας
η εταιρεία τηλεφωνίας θ’ αυξήσει τα κέρδη της
ο ομφάλιος λώρος
το τεντωμένο κορδόνι του καλωδίου
ή το κινητό, κυρίες και κύριοι,
με εικοσιπέντε λεπτά το μήνυμα.

///

Η σωστή απόσταση

Στον έρωτα, όπως και στην πυγμαχία,
όλα είναι θέμα απόστασης.
Πλησιάζεις υπερβολικά και αναστατώνομαι
τα χάνω
θολώνω ξεφουρνίζω ανοησίες
κι αρχίζω να τρέμω.
Μα σαν είσαι μακριά
υποφέρω θλίβομαι
ξαγρυπνώ
και γράφω ποιήματα.

///

Α…

Α,
πώς διορθώνω
τα μικρά σφάλματα
των γυναικών που εφευρίσκεις
κάθε μέρα
για τις απιστίες μου
που πάντα σε αγαπώ.

///

Σοφή…

Σοφή
σοφίζεσαι
κάθε πρωί
τις γυναίκες που είσαι
στην πληθυντική ιστορία
της μονογαμικής σου αγάπης.

///

Εκείνοι που κάποτε την αγάπησαν…

Εκείνοι που κάποτε την αγάπησαν
συγκεντρώνονται κάθε νύχτα στο υπόγειο,
συζητούν, παίζουν ζάρια,
την θυμούνται,
στον αέρα ξεστομίζουνε βρισιές
κι ετοιμάζονται να ιδρύσουν επιτροπή
προστασίας των μελλοντικών θυμάτων της.

///

Δεν μπορούσα να πάψω…

Δεν μπορούσα να πάψω να την αγαπώ αφού η λήθη δεν υπάρχει
και η μνήμη είναι μετάπλαση, ώστε άθελά μου
αγαπούσα τις διάφορες μορφές της
καθώς εκείνη εμφανιζόταν σε διαδοχικές μεταμορφώσεις,
νοσταλγώντας όλους τους τόπους όπου ποτέ δε βρεθήκαμε,
ποθώντας την στα πάρκα όπου ποτέ δεν την πόθησα,
πεθαίνοντας απ’ την αναπόληση όσων ποτέ πια δε θα γνωρίζαμε,
πράγματα βίαια κι αξέχαστα
σαν τα λίγα πράγματα που οι δυο μας μοιραστήκαμε.

///

O νόμος της βαρύτητας

Σε αγαπώ με την απολυτότητα των νόμων της φύσης.
Η γη έλκει τα σώματα
όπως εσύ με έλκεις στο κέντρο σου.

Όμοια με τις πέτρες
πέφτω επάνω σου από το ύψος μου.

///

Πρώτο ξημέρωμα

Επιπλέαμε στο στρώμα
–κιβωτό του Νώε–
σαν ερχόμενοι από άλλον κόσμο
και πλάσματα αλλόκοτα
μας παραμόνευαν
στο βροχερό ξημέρωμα

(όψεις πιθήκων, μάτια ποντικών).

Στα ιδρωμένα πάνω σύννεφα σαν μαξιλάρια
φανερώνονταν σημάδια απόκρυφα

μια αμυδρή γεωγραφία,
ένας πληθυσμός ξεριζωμένος.

Μαθαίναμε ένα ιδίωμα καινούργιο
με φωνές παπαγάλων
και το τύμπανο της καταιγίδας.

Είπα: «Στεριά!»
Και ήταν η κοιλιά σου.

///

Χάντρα

Φορά στο λαιμό
μια σφραγίδα από την Κρήτη
χάντρα αρχαϊκή
αναποκρυπτογράφητη
που συνηθίζω να διαβάζω
στις σκιές τις κόκκινες νύχτες
της Δύσης
σαν τον κώδικα ενός χαμένου πολιτισμού
ξεστρατισμένου στα τείχη,
κρυμμένου μες στις πέτρες
ή στα χείλη τα αλμυρά του φύλου της.

///

Ο πύργος

Στον κόσμο υπάρχουν πάνω από ένα δισεκατομμύριο γλώσσες
χώρια από τη δική μας
χώρια από τη σύγχυση
των δικών σου ρημάτων και των δικών μου.

///

Εκείνη τη νύχτα

Τη νύχτα που γνωριστήκαμε
εγώ άρχισα να χάνω.
Η καύτρα εξερράγη
και μού ’καψε τα δάχτυλα,
λέκιασα την μπλούζα με κρασί,
ξέχασα παντελώς και το μήνα
και τη μέρα.

Τόση σύγχυση
μονάχα θα μπορούσε να είναι απόδειξη
μιας απέραντης επιθυμίας

τόσο απέραντης
που ούτε εσύ ακόμη
να μπορείς να την ικανοποιήσεις.

///

Αχ και να ’ταν οι λέξεις

Αχ και να ’ταν οι λέξεις
–ο πενιχρός αυτός τρόπος
να σε θυμάμαι
ανάμεσα σε ψυχρούς ουρανοξύστες
σε πολιτείες ευρωπαϊκές –
να ’ταν λέω
ο τρόπος
να κάνουμε έρωτα
εν μέσω βογκητών
ή ο τρόπος
να χωθώ στα μαλλιά σου

///

Δε θα ’θελα να βρέχει

Δε θα ’θελα να βρέχει
σου τ’ ορκίζομαι
να βρέχει σ’ αυτήν την πόλη
δίχως εσένα
και ν’ ακούω το θόρυβο των νερών
σαν κυλούν
και να σκέφτομαι πως εκεί όπου ζεις
δίχως εμένα
βρέχει στην ίδια πόλη
Ίσως να ’χεις βρεγμένα τα μαλλιά
το τηλέφωνο ανά χείρας
που δε χρησιμοποιείς
για να με καλέσεις
για να μου πεις
αυτή τη νύχτα σε αγαπώ
με κατακλύζουν όλα όσα από σένα θυμάμαι
συγχώρα με –
με πέθανε η λογοτεχνία
μα της μοιάζεις τόσο.

///

Σταμάτησες να μιλάς

Σταμάτησες να μιλάς από αιδώ
αργότερα από θυμό
κι ύστερα για να τιμωρήσεις τις λέξεις
για την άσκοπη σπατάλη τους
για την απουσία τους στις τελετές τις πρωταρχικές
που η φαντασία σου τελούσε
μόλις κάποιος σιωπούσε.

Ρολόγια

Ξεκινώντας να κάνουμε έρωτα,
μου είπες ότι θά ’θελες να μ’ είχες γνωρίσει πολύ νωρίτερα.
Εγώ, που ήδη διέβλεπα όσα θα επακολουθούσαν,
σου απάντησα πως προτιμότερο θα ήταν
να είχαμε γνωριστεί εκατό χρόνια αργότερα.

///

Στραβισμός

Τα μάτια μου
σε κοίταζαν
χωριστά,
σαν σε αίθουσα
με παραμορφωτικούς καθρέφτες:
με το αριστερό, το ερωτευμένο,
έβλεπα ένα πλάσμα υπέροχο,
γλυκό κι ευαίσθητο
σαν πεταλούδα.
Με το δεξί, αντίθετα,
παρατηρούσα το πικρό περίγραμμα των χειλιών,
την αυστηρότητα του βλέμματος,
την ανυπομονησία της χειρονομίας.

Αδύνατη η σοφία
για τους καταδικασμένους να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα
με τα επισφαλή εργαλεία των αισθήσεων,
επιρρεπή στον πόθο.

///

Η δεύτερη φορά

Στην αφελή πρακτική
του δις εξαμαρτείν,
του να σκοντάφτεις
–όπως λένε οι ισπανόφωνοι–
δυό φορές στην ίδια πέτρα,
κάποιοι επιρρίπτουν
ξεροκεφαλιά.
Εγώ, πάλι, μένω να θαυμάζω
την επιμονή που έχουν οι πέτρες:
το αξιοπερίεργο γεγονός
της παραμονής τους στην ίδια θέση
αφότου σε πληγώσουν.

///

Γυναίκα με αρχές

Υπήρξα πιστή στα μπλουζ
τη Σάρα Βώγκαν,
τη θάλασσα,
την ασπιρίνη,
τον Κάσπαρ Ντάβιντ Φρήντριχ,
στα Νυχτερινά του Σοπέν
και τα ημερινά του Βαν Γκογκ,
στο τσιγάρο,
τη γραφομηχανή
και το διάβασμα της εφημερίδας.
Στη θάλασσα
-όχι στο βουνό-,
στη νύχτα
περισσότερο από τη μέρα,
στο χειμώνα
περισσότερο από το καλοκαίρι,
στο νερό
όχι στη φωτιά,
στη χημεία
όχι στη γεωγραφία,
στην αλληλεγγύη
περισσότερο απ’ το σεξ,
στην ομορφιά,
πάντοτε στην ομορφιά.
Υπήρξα πιστή στους σκύλους,
στους γαϊδάρους,
στους δεινόσαυρους
(ποτέ στα πουλιά),
στα καράβια,
όχι στα αεροπλάνα.

Αν πιστή δεν υπήρξα στον έρωτα
ήταν από πίστη στα φαντάσματα.

///

Φόβος

Τις λιγοστές φορές
που υπήρξα ευτυχής
έτρεμα
πώς θα πλήρωνα ύστερα το λογαριασμό.

Μονάχα οι παράλογοι
-και οι αγέννητοι-
είναι ευτυχείς δίχως τρόμο.

///

Κόντρα στο κοινότοπο

Κανείς δεν έχει μπορέσει να αποδείξει ώς τα τώρα
κατά τρόπο πειστικό
πως οι μικρές επιθυμίες
εκπληρώνονται ευκολότερα απ’ ό,τι οι μεγάλες.
Έχει μονάχα αποδειχθεί
κατά τρόπο πειστικό
ότι είναι πολυπληθέστερες.

///

Εισήλθα σαν σε εκκλησιά

Εισήλθα σαν σε εκκλησιά
και τα μέλη της δονήθηκαν
σαν τους αυλούς του όργανου
όταν, εντός,
βάλθηκα να την αρθρώσω
μουσική να βγάλω από πλεούμενα
υπό το σύμφωνο βλέμμα
όλων των φωτισμένων Μαντόνων.

///

Έλλειψη

Υπάρχει κόσμος που δίνει όνομα
στην έλλειψή του –
τους λείπει ο Αντόνιο ή η Σεσίλια,
ένα ταξίδι στην Αφρική
ή ένα δις πεσέτες,
ένα εξοχικό
ή μια ερωμένη,
το νούμερο του Λόττο
ή μια προαγωγή.

Εμείς που γνωρίζουμε πως η έλλειψη
είναι η μόνη σταθερά
τις νύχτες περιδιαβαίνουμε
τους δρόμους της πόλης
δίχως να ψάχνουμε
ούτε πήδημα
ούτε θεά
ούτε Θεό

Βγάζουμε αυτήν την έλλειψη βόλτα
όπως άλλοι βγάζουν βόλτα το σκύλο.

///

Στρατηγικές του πόθου

Οι λέξεις δεν μπορούν να πουν την αλήθεια
η αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί
η αλήθεια δεν είναι γλώσσα που αρθρώνεται
η αλήθεια δεν είναι φράση
η αλήθεια δεν είναι αφήγηση
στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή
ή στις σελίδες του βιβλίου.
Σκέψου, τώρα, όλα όσα έχουμε πει εσύ κι εγώ
στις ξάγρυπνες νύχτες
στα παθιασμένα απογεύματα των καφέ
-Λόντον, Αστόρια, Αρλεκίν-
μονάχα γι’ αποπλάνηση
μαζί με τις μαύρες νάιλον κάλτσες
και τις καλτσοδέτες:
στρατηγικές του πόθου.

*

*

*