*
Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
~.~
Η Κριστίνα Πέρι Ρόσσι είναι μία από τις κορυφαίες λογοτέχνιδες της Λατινικής Αμερικής και του ισπανόφωνου κόσμου γενικότερα. Γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1941 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης και ήδη από το 1963 κατείχε την έδρα Συγκριτικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μοντεβιδέο. Εξαιτίας του δικτατορικού καθεστώτος καθώς και των απόψεων και της δράσης της εναντίον του, αναγκάστηκε να εξοριστεί το 1972 και να καταφύγει στην Ισπανία. Συνεχίζοντας εκεί τη δράση της, ενόχλησε το δικτατορικό καθεστώς του Φράνκο, λόγος για τον οποίο εξορίστηκε (η ίδια ονομάζει αυτήν την περίοδο ‘δεύτερη εξορία’) στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε –ομοϊδεάτες και μη– ομοτέχνους της, μεταξύ των οποίων και ο Χούλιο Κορτάσαρ που την ερωτεύτηκε απεγνωσμένα και με τον οποίο διατήρησε βαθιά φιλία ώς το τέλος της ζωής του. Στην Ισπανία επέστρεψε το 1974, αποκτώντας την ισπανική υπηκοότητα κι επιλέγοντας ως τόπο εγκατάστασής της τη Βαρκελώνη, όπου ζει κι εργάζεται έως σήμερα.
Το πολύπλευρο κι εντυπωσιακά ογκώδες έργο τής Πέρι Ρόσσι περιλαμβάνει οχτώ μυθιστορήματα, τέσσερα βιβλία δοκιμίων, δεκαπέντε βιβλία διηγημάτων, ενώ τα ποιητικά της άπαντα καλύπτουν χίλιες σελίδες. Η Ρόσσι εργάστηκε επιπλέον ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια και απέσπασε πολυάριθμα βραβεία διεθνώς, μεταξύ των οποίων το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Ουρουγουάης, ήδη το 1969, με το πρώτο μυθιστόρημά της, και βέβαια το σπουδαιότερο λογοτεχνικό βραβείο του ισπανόφωνου κόσμου, το Βραβείο Θερβάντες, το 2021 για το σύνολο του έργου και της προσφοράς της.
Έχοντας έρθει σε επαφή με την ίδια την ποιήτρια, η Έλενα Σταγκουράκη παρουσιάζει σε ένα τρίπτυχο αφιέρωμα στο Νέο Πλανόδιον ένα μικρό απάνθισμα των ποιημάτων της, τα οποία η μεταφράστρια χώρισε σε δύο αναρτήσεις που κάθε μία περιλαμβάνει από δύο θεματικές κατηγορίες: Εξορία/Διασπορά – Έρωτας και Ποιητική – Χρόνος. Των ποιημάτων προτάσσεται με την παρούσα ανάρτηση ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενο της ίδιας της Πέρι Ρόσσι, που περιλαμβάνεται στην έκδοση των ποιητικών της Απάντων. Ήδη το πρώτο ποιητικό βιβλίο της το 1971 με τίτλο Ευοί υπήρξε πρωτοπόρο κι επαναστατικό, χαρίζοντάς της μαζί με τη Διασπορά του 1976 –καθώς και όλες τις συλλογές που μεσολάβησαν κι ακολούθησαν έκτοτε– όχι απλώς αναγνώριση, αλλά εξαιρετικά ένθερμους αναγνώστες και ιδιαίτερα ενθουσιώδες κοινό.
Η Έλενα Σταγκουράκη είναι μεταφράστρια λογοτεχνίας από τα ισπανικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά (ΤΞΓΜΔ Κέρκυρας, 2006 – Πανεπιστήμιο Χαϊδελβέργης, 2009), λατινοαμερικανίστρια (διδάκτωρ στις μεταποικιοκρατικές και πολιτισμικές σπουδές της Λατινικής Αμερικής στο Πανεπιστήμιο του Μάιντς, 2020) και πολιτιστική αρθρογράφος, με πλήθος συνεργασιών στον έντυπο και διαδικτυακό Τύπο. Μεταξύ άλλων, είναι η ανθολόγος και μεταφράστρια τής επίσης σπουδαίας Ουρουγουανής ποιήτριας, Ιδέα Βιλαρίνιο, στα ελληνικά (Gutenberg, 2015). Ποίηση της ίδιας έχει εκδοθεί στα ελληνικά (Σμίλη, 2023) και παρουσιαστεί στα ρουμανικά (2022).
///
Σε κάποιο κείμενό του ο Σίγκμουντ Φρόυντ γράφει πως κάθε χαρά ενός ενήλικα συνιστά εκπλήρωση μιας παιδικής επιθυμίας. Παράδειγμα, εκείνη η έξυπνη, σικάτη, αγαπημένη από το σύζυγο και τα παιδιά της, δικηγορίνα, την οποία βασάνιζε ένα μυστικό: όταν ήταν μικρή, ήθελε να γίνει χορεύτρια του φλαμένκο κι ονειρευόταν το σανίδι, όπου θα έβρισκε διέξοδο η φλόγα που έκαιγε μέσα της. Ή εκείνος ο πάμπλουτος βιομήχανος, ιδιοκτήτης πετρελαιοπηγών, που πάντοτε ήθελε να γίνει φτωχός ποιητής στους δρόμους του Παρισιού. Εγώ, μικρή, θαύμαζα τους συγγραφείς που έβρισκα στη βιβλιοθήκη του θείου μου (ταπεινού δημόσιου υπάλληλου που ντυνόταν σε στυλ αγγλικό, διάβαζε Μαρξ και Γιούνγκ, λάτρευε την κλασική μουσική, αλλά και τον ιππόδρομο και τη ρουλέτα) και τα έργα των οποίων διάβαζα μετά μανίας, περνώντας από τον πόνο στο χαμόγελο, από τη θλίψη στην έκσταση, όμοια με τον περιβόητο ιδαλγό της Μάντσας που έχασε τα λογικά του από το διάβασμα (η γιαγιά μου ήταν τόσο καχύποπτη με το διάβασμα, όσο και η τροφός του Θερβάντες). Διακαής μου δε πόθος, να γίνω συγγραφέας. Πολλά βιβλία γυναικών συγγραφέων στη βιβλιοθήκη του θείου μου δεν υπήρχαν. Τα ποιήματα της Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου, της Αλφοσίνα Στόρνι, μια νουβέλα της Βιρτζίνια Γουλφ (Το δωμάτιο του Ιακώβου) και το περίφημο δοκίμιό της Ένα δικό της δωμάτιο. Το διάβασα ευλαβικά. Εγώ τότε ακόμη δεν είχα δικό μου δωμάτιο, αλλά το ονειρευόμουν, συμπεριλαμβανομένης και της βιβλιοθήκης του θείου μου –κατασκευασμένης από ρουστίκ ξύλινα ράφια από ακατέργαστο ξύλο με καφετιές φλέβες σαν το βυθό ποταμού– που στα μάτια μου φάνταζε σαν τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
Ο θείος μου έχει πεθάνει πάνω από είκοσι χρόνια τώρα και η τύχη τής βιβλιοθήκης του αγνοείται, καταβροχθισμένης από τα σαγόνια της δικτατορίας που τόσα και τόσα ακόμη εξαφάνισε στη χώρα, ωστόσο κάποτε πιάνομαι να καταγράψω τον κατάλογο των βιβλίων που περιελάμβανε: πιθανόν, γύρω στους οχτακόσιους τόμους, από την Ιλιάδα ώς τη Δυσφορία μέσα στον πολιτισμό, από τον Γκαρθιλάσο ντε λα Βέγκα ώς τον Πάμπλο Νερούδα. Από όλα του τα βιβλία, ωστόσο, εκείνα που με συνέπαιρναν ήταν οι τόμοι με τίτλο όπως Ποιήματα ή Άπαντα τα ποιητικά (για παράδειγμα του Μπωντλαίρ, του Βαλερύ, του Ρεμπώ, του Γκόνγκορα, του Κεβέδο ή του Λόρκα). Εκδίδονταν σε έναν τόμο από τις εκδόσεις Αγκιλάρ ή Ατενέο στο Μπουένος Άιρες, όπως και τα έργα του Ρουμπέν Νταρίο και του Αμάδο Νέρβο. Το όνειρό μου, τότε, έγινε πιο συγκεκριμένο: ήθελα να γίνω ποιήτρια και μάλιστα τέτοια, που κάποια μέρα να εκδιδόταν και ο δικός μου συγκεντρωτικός τόμος ποίησης. Στα μάτια μου φάνταζε το αποκορύφωμα μιας ζωής, της ίδιας της ύπαρξης. Διαβάζοντάς τους, έμαθα πως υπάρχουν ποιητές που αρχικά τραυλίζουν ή προσκολλώνται φοβικά στον Κανόνα, μετρώντας συλλαβές και τα συναφή, ώσπου αργότερα, πιο σίγουροι για τον εαυτό τους, σπάνε τους κανόνες και το στενό κορσέ του ενδεκασύλλαβου, πειραματιζόμενοι με το ρυθμό και τη μορφή. Άλλοι, όπως ο Σέσαρ Βαγιέχο, είναι εξαρχής μεταρρυθμιστές, επαναστατώντας ενάντια στους περιορισμούς της παράδοσης και της γραμματικής. Δεν ακολουθούν σχολές ούτε παραδέχονται φωνή άλλη, από την ύψιστη υποκειμενικότητα, μια υποκειμενικότητα σφοδρή κι οδυνηρή (Ποιο το νόημα του Τρίλσε; Πού βρήκε αυτή τη λέξη ο Βαγιέχο; Μάταια την έψαξα στο λεξικό, με αποτέλεσμα να συμπεράνω πως οι ποιητές είναι εφευρέτες λέξεων, Δημιουργοί, μικροί θεοί, με την ικανότητα της ονοματοθεσίας. Χρόνια αργότερα, έγραψα στο Ευοί: «Σαν εμφανίστηκε ο Κύριος,/ υπερμεγέθης, να κινείται ατάραχος μέσα στο πράσινο,/ μια χάρη τού ζήτησε ο Αδάμ,/ τις λέξεις για να την ονομάσει»).
Όταν ρώτησαν τον Φρόυντ τι είναι ο έρωτας, εκείνος απάντησε «Ρωτήστε τους ποιητές». Από τον Κάτουλλο ώς τον Όμηρο Αρίτζις, οι ποιητές γράφουν για αισθήματα και συναισθήματα, για εκείνην την εφήμερη και φευγαλέα στιγμή που χάνεται στον καταπιώνα τής λήθης, για την απουσία της μνήμης, όταν οι λέξεις δεν αιχμαλωτίζουν τη στιγμή, στερεώνοντάς την στη σελίδα, με το μελάνι ως άλλο αίμα και τα σύμφωνα ως άλλα καρφιά. Η αιωρούμενη στιγμή τού Γκαίτε («Στάσου, στιγμή, και είσαι τόσο ωραία») ή το αποκρυσταλλωμένο αίσθημα του Σταντάλ. Στα δεκατρία ανακάλυψα τον Μπέκερ και τον αξιοθαύμαστο στίχο του «Ποίηση είσαι εσύ», δημιουργική συμπύκνωση της διαδικασίας που οι ψυχολόγοι ονόμασαν «προβολή», αφιερώνοντάς της δεκάδες χιλιάδες σελίδων. Η ποίηση γαρ διακρίνεται για την πυκνότητά της, όντας ικανή να συμπεριλάβει σε έναν καλό στίχο πολλή γνώση, μεγάλη εμπειρία, όμως μόνο ένα συναίσθημα. Πρόκειται για την ενότητα του αποτελέσματος, για το οποίο έκανε λόγο ο Πόε. Ανακάλυψα, λοιπόν, την ποίηση του Μπέκερ («Δεν γράφω μες στη δίνη τού συναισθήματος», δηλώνει σε επιστολή του προς ένα φίλο, «παρά με την ενθύμησή του»), όπως και κάποια πράγματα πιο χειροπιαστά: πως για να δημοσιευτούν π.χ. τα Άπαντα τα ποιητικά του, θα έπρεπε κατά κανόνα ο δημιουργός τους να έχει πεθάνει, κάτι σαν γραπτή διαθήκη, άπαξ και δια παντός. Ο συγκεντρωτικός τόμος ήταν έτσι ένα είδος νεκροταφείου, όπου εισέρχονταν παραδόξως όσοι κατάφερναν να επιβιώσουν στο πέρασμα του χρόνου. Μονάχα οι Μεγάλοι το κατάφερναν, και αυτό, πολλά χρόνια μετά το φυσικό θάνατό τους. Περισσότερο, επρόκειτο για αφιέρωμα που πραγματοποιούσαν εις μνήμιν τους οι μετέπειτα γενιές. Συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξα στα δεκατρία μου: πάντα πρέπει να έχεις στο νου σου την υστεροφημία˙ ούτε μία φράση, ούτε ένας στίχος επιφανειακός ή αχρείαστος (αξίζω συγχωρήσεως, ήμουν μόλις δεκατριών ετών).
Ακόμη, διάβασα –έκθαμβη– τη Σαπφώ. Τη Σαπφώ τη Λεσβία. Μου φάνηκε συγκαιρινή, εξίσου ζωντανή και μοντέρνα όσο και ο Μπωντλαίρ, ο Οκτάβιο Πας, ο Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο ή ο Πέδρο Σαλίνας. Και ήταν γυναίκα. Αυτό μου έδωσε μια κάποια ελπίδα.
Όπως όλοι οι συγγραφείς του κόσμου, άντρες και γυναίκες, άρχισα να γράφω ποίηση, αλλά είχα τη σωστή κρίση, ώστε να την κρατήσω για καιρό στο συρτάρι και να την εκδώσω πολλά χρόνια αργότερα. Ο Φώκνερ εξομολογείται σε κάποιο σημείο στα ημερολόγιά του πως στην εφηβεία διαπίστωσε ότι ήθελε να γίνει συγγραφέας και ξεκίνησε γράφοντας ποίηση. Ωστόσο, γρήγορα κατάλαβε πως για να γίνει μεγάλος ποιητής θα έπρεπε να είναι ιδιοφυία, οπότε πέρασε στο διήγημα. Ωστόσο, και πάλι γρήγορα κατάλαβε πως για να γίνει καλός διηγηματογράφος, θα έπρεπε να είναι ιδιοφυία, οπότε πέρασε στο μυθιστόρημα, αφού οποιοσδήποτε, μέσης ηλικίας και καλλιέργειας, μπορεί να γράψει κάποιο. Από την άλλη, ο Μπόρχες ποτέ δεν ένιωσε νοσταλγία ούτε μετάνιωσε ποτέ που δεν έγραψε μυθιστόρημα. Αντιθέτως, ο Χούλιο Κορτάσαρ εξομολογήθηκε κάποτε πως πάντοτε ήθελε να γίνει ποιητής, ωστόσο είχε συναίσθηση των δυνατοτήτων του, λόγος για τον οποίο εξέδωσε πολύ λίγους στίχους και εκείνους, πάλι, ενταγμένους σε βιβλία πεζογραφίας. Πριν λίγους μήνες, μιλώντας στη Μαδρίτη για το ίνδαλμά του, τον Ρουμπέν Νταρίο, ο Μάριο Βάργας Λιόσα παραδέχτηκε ότι το ανεκπλήρωτο όνειρο της ζωής του είναι να γίνει ποιητής, καθώς θεωρεί την ποίηση την ύψιστη έκφραση της λογοτεχνίας. (Όταν γράφει πρόζα ένας ποιητής, φαίνεται ότι γράφει ποιητής﮲ όταν γράφει πρόζα κάποιος μη ποιητής, και πάλι φαίνεται.)
Το 1971 εξέδωσα τη συλλογή Ευοί, το πρώτο ποιητικό μου βιβλίο, στις εκδόσεις Χιρόν στο Μοντεβιδέο, παρακλάδι της ανεπανάληπτης εβδομαδιαίας εφημερίδας Μάρτσα, όπου αρθρογράφησαν πολλοί φιλόσοφοι και διανοούμενοι από Ευρώπη και Λατινική Αμερική, από τον Σαρτρ και τον Πάολο Φρέιρε, τον Καμύ και τον Τσε Γκεβάρα ώς τη Μπωβουάρ και τη Μάρτα Τράμπα. Δύο χρόνια νωρίτερα, είχε δοθεί σε μένα –νεαρά ρομαντική, ατίθαση, με παιδεία και καινοτόμες ιδέες, εγγονή Ιταλών μεταναστών– το Βραβείο Μυθιστορήματος της εφημερίδας Μάρτσα για το μυθιστόρημά μου Το βιβλίο των ξαδερφιών μου, το οποίο κριτική κι αναγνώστες υποδέχτηκαν θερμότατα, εντός κι εκτός Ουρουγουάης. Επρόκειτο για το τρίτο βιβλίο μου (ξεκίνησα να γράφω πολύ νωρίς) και την επόμενη χρονιά εξέδωσα τη συλλογή διηγημάτων Ενδείξεις πανικού, προειδοποίηση και οδηγία προς ναυτιλωμένους για την άνοδο του φασισμού, τον οποίο ένιωθα να πλησιάζει (μεταφρασμένο στα αγγλικά τριάντα χρόνια αργότερα υπό τον τίτλο Panic Signs, απέσπασε το Βραβείο Kαλύτερου Ξενόγλωσσου Βιβλίου στην Έκθεση Βιβλίου του Λος Άντζελες στις ΗΠΑ.) Έτσι, το Ευοί ήταν μεν το πρώτο ποιητικό μου βιβλίο, συνολικά δε το πέμπτο τού έργου μου. Η λέξη του τίτλου, λατινογενής, συνιστά ονοματοποίηση του Ευοί ευάν, ιαχής των Βακχών κατά τις τελετές λατρείας του Διονύσου, καλούμενες βακχικά ή όργια, και αποτυπώνει τη στιγμή όπου οι αισθήσεις απελευθερώνονται και τα σώματα, εκστατικά, μεταμορφώνονται με τα προσωπεία, τα χρώματα, τις σπονδές και την αχαλίνωτη λίμπιντο. Το βιβλίο είχε υπότιτλο «Ποιήματα ερωτικά», καθώς και δύο μόττα. Το πρώτο, από τη σπουδαιότερη ποιήτρια της αρχαιότητας, τη Σαπφώ: «Ἔρος δηὖτέ μ᾽ ὀ λυσιμέλης δόνει,/ γλυκύπικρον ἀμάχανον ὄρπετον», το οποίο αφαιρέθηκε από την παρούσα έκδοση και προστέθηκε στο βιβλίο μου Έρως ξανά. Το δεύτερο, ειρωνικότερο, του Ζαν Κοκτώ: «Η ποίηση είναι απαραίτητη, πολύ θα ήθελα όμως να ξέρω προς τι.» Θεωρώ πως αμφότερα συνιστούν το κλειδί τού βιβλίου (τα μόττα εξάλλου δεν είναι, παρά αυτοαναφορές), ήτοι η ερωτική έξαψη και η αποστασιοποιητική ειρωνεία. Παρέμεινα πιστή σε αυτές τις δύο τάσεις σε όλην την ποιητική μου πορεία, παρόλο που κάποια βιβλία μου έθιξαν θέματα περισσότερο δραματικά, όπως την εξορία, τη μοναξιά ή την καταγγελία των φρικαλεοτήτων της δικτατορίας.
Η νεότητα χαρακτηρίζεται από θράσος. Μετά από τέσσερα βιβλία πρόζας, όπου κατά τρόπο αλληγορικό και μεταφορικό έθιγα τις δραματικές πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις στη χώρα μου, όχι πολύ διαφορετικές από εκείνες σε χώρες της υπόλοιπης Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης (η αξέχαστη δεκαετία του εξήντα, η εποχή των χίπηδων, των Κόκκινων Ταξιαρχιών, του «Κάνε έρωτα, όχι πόλεμο», των Τουπαμάρος και των ταινιών ενός Μπέργκμαν κι ενός Αντονιόνι), και έχοντας φτάσει να θεωρηθώ συγγραφέας επαναστατική, είχα τη φαεινή ιδέα να τολμήσω το άλμα και να προτείνω τώρα έναν αχαλίνωτο ερωτισμό, μια επανάσταση ερωτική, η οποία ακόμη εκκρεμούσε. Με άλλα λόγια, να ταράξω τον μικροαστό, στόχο και σύνθημα των συμβολιστών και των ρομαντικών ποιητών, για παράδειγμα του Ρεμπώ, του Μπωντλαίρ, του Ουιντόμπρο, του Βαγιέχο και του Νερούδα. Όμοια με τον Μαγιακόφσκι, τον Γιεσένιν και τον Ρόκε Ντάλτον, έσφαλα: το βιβλίο όχι μόνο τάραξε τους μικροαστούς, αλλά σκανδάλισε και τους κόλπους της Αριστεράς. Θυμήθηκα, τότε, τις δύο προκατόχους μου, τη Σαπφώ που αυτοκτόνησε και την Ντελμίρα Αγκουστίνι, την οποία δολοφόνησε ένας ζηλιάρης σύζυγος. Το Ευοί προκάλεσε σκάνδαλο στο Μοντεβιδέο, αλλά υποθέτω πως ίδια θα ήταν η τύχη του και σε οποιαδήποτε άλλη ισπανόφωνη χώρα, όπου ο ερωτισμός και η λαγνεία παρέμεναν αποκλειστικότητα των αντρών. Σκάνδαλο, συνάμα και βιβλίο φετίχ: οι μειονότητες ταυτίστηκαν μαζί του, το γιόρτασαν, το λάτρεψαν και το περιέβαλαν με την αγάπη τους. Είναι βιβλίο επαναστατικό από πολλές απόψεις, τόσο μορφολογικά, όσο και σημασιολογικά. Ευχαριστιέται την παρεκτροπή και λούζει με τρυφερότητα και ειρωνεία το αντικείμενο του πόθου. Απαγορευμένο από τη στρατιωτική δικτατορία στη χώρα μου, όπως και το σύνολο του έργου μου, υπήρξε βιβλίο δυσεύρετο, διακινούμενο από χέρι σε χέρι σε χειρόγραφα αντίγραφα, ώσπου, εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση στις Ηνωμένες Πολιτείες, χάρη στην εξαιρετική μετάφραση στα αγγλικά της Ντιάνα Ντέκερ. Η ίδια μετέφρασε αργότερα και τη Βάρβαρη Βαβέλ, η οποία είχε αποσπάσει το Βραβείο Ποίησης της Πόλης της Βαρκελώνης το 1992, όπως και το Βραβείο Καλύτερης Ποιητικής Συλλογής Μεταφρασμένης στα Αγγλικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον.
Δραπέτευσα απ’ την πατρίδα μου με το χειρόγραφο της Περιγραφής ενός ναυαγίου στη βαλίτσα, έχοντας τις κίτρινες, θαλασσιές και πράσινες σελίδες του ως μοναδικό ενθύμιο. Τα διαφορετικά χρώματα στόχευαν στην αποτύπωση του συναισθήματος που επεδίωκε να μεταδώσει το κάθε ποίημα: κίτρινο για τη μελαγχολία, θαλασσί για τη θάλασσα και πράσινο για την ελπίδα. Ανέκαθεν με παραξένευε το γεγονός ότι οι εκδότες δεν τυπώνουν τα βιβλία με σελίδες σε διαφορετικά χρώματα, όχι μόνο για λόγους αισθητικούς, αλλά και για τις δυνατότητες συναισθηματικής έκφρασης που προσφέρουν. Επρόκειτο για ένα ακόμη προφητικό βιβλίο, το χρονικό μιας ιστορικής και συναισθηματικής ήττας, δύο σε ένα. Γράφοντάς το, δε φανταζόμουν πως θα αναγκαζόμουν να εγκαταλείψω το Μοντεβιδέο με το καράβι, εγώ, που υπεραγαπώ μεν τη θάλασσα, αλλά δεν ξέρω κολύμπι. Το ναυάγιο συνιστά προσφιλές θέμα των μεγάλων Ρομαντικών ζωγράφων, όπως των αγαπημένων μου Γουίλιαμ Τέρνερ και Κάσπαρ Ντάβιντ Φρήντριχ, τα έργα των οποίων γνώριζα μόνο από αντίγραφα (πρώτη φορά είδα από κοντά έργο του Τέρνερ το 1974 κατά τη διάρκεια της δεύτερης εξορίας μου στο Παρίσι, ενώ τους μυστηριώδεις και υποβλητικούς πίνακες του Φρήντριχ τους θαύμασα στο παλάτι του Σαρλότενμπουργκ στο διχοτομημένο ακόμη τότε Βερολίνο, το οποίο επισκέφτηκα το 1980 χάρη σε υποτροφία του DAAD, της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών).
Το ταξίδι με το καράβι της εξορίας ήταν και το πρώτο ταξίδι της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα βγει από την Ουρουγουάη, ούτε καν για να γνωρίσω το Μπουένος Άιρες, αλλά, όμοια με το Νερούδα και τον Αλμπέρτι, λάτρευα τη θάλασσα, τα καράβια και τις άγκυρες, τα ναυάγια και τα βυθισμένα κουφάρια στα βάθη των ωκεανών, τους σκελετούς πλεούμενων που ξεβράζονταν σε ερημικές παραλίες, σε ακτές που τις έδερναν οι άνεμοι. Ίσως γι’ αυτό, από αγάπη για τη θάλασσα, να έχω τη συλλογή καραβιών σε μινιατούρα, μικροσκοπικές απομιμήσεις παλιών πλεούμενων, ψαροκάικων, καραβελλών, καραβιών εγκλεισμένων σε μπουκαλάκια, ξύλινων καραβιών όπως το Βάσα, ναυαρχίδα του σουηδικού στόλου που ναυάγησε μαζί με τις ξυλόγλυπτες θεότητές του ή ένα ασημένιο κουταλάκι με την αναπαράσταση του Τιτανικού, δώρο αγαπημένης φίλης (ποτέ δεν τη ρώτησα πώς το απέκτησε, αφού εμείς οι συλλέκτες γνωρίζουμε καλά πως τα αντικείμενα είναι εκείνα που βρίσκουν εμάς κι όχι το αντίστροφο, ελκούμενα από τον πόθο μας). Φετιχισμός; Μα φυσικά! Ο σπουδαιότερος ποιητής του 20ού αιώνα, ο Πάμπλο Νερούδα, χρειάστηκε να κατασκευάσει τρία σπίτια, προκειμένου να στεγάσει τις συλλογές του. Εγώ, πολύ ταπεινότερη και φτωχότερη από το Χιλιανό, αρκέστηκα στην επίσκεψή τους στη Μαύρη Νήσο –η οποία δεν είναι ούτε μαύρη ούτε νήσος– μετά την πτώση του καθεστώτος Πινοτσέτ, εν είδει απότισης φόρου τιμής σε κάποιον που μετέτρεψε το συλλεκτισμό σε ποίηση.
Ο ξεριζωμός τής εξορίας, ως είδος απώλειας, έχει πάντα κάτι από ακρωτηριασμό, από σιωπή. Ενώ θρηνούσα, σκεπτόμενη ότι μακριά από την πόλη, την πατρίδα μου, την εφημερίδα Μάρτσα, την παραλιακή της Πιριάπολης με τις ταμάρινθους, το Καφέ Σοροκαμπάνα, τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μου δε θα μπορούσα να γράψω ούτε μία γραμμή ποτέ ξανά στη ζωή μου, έγραψα μονοκοπανιά στη Βαρκελώνη τα ποιήματα της συλλογής Κατάσταση εξορίας. Ήταν το 1973. Δεν μπήκα καν στον κόπο να επιχειρήσω την έκδοση. Πέραν του γεγονότος ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα περνούσαν από τη λογοκρισία του Φράνκο (είχα επιστρέψει στη Βαρκελώνη το 1974, μετά τη δεύτερη εξορία μου στο Παρίσι), με χαρακτηρίζει κι ένα είδος αιδούς: δεν αρέσκομαι στη δημόσια κλάψα. Και θεωρούσα ότι τα ποιήματα αυτά, γεννημένα από έναν πόνο συλλογικό, μόνο θα ενέτειναν την αίσθηση του ξεριζωμού, της συμφοράς και της τραγωδίας. Το 1974 εξέδωσα μονάχα την ενότητα με τίτλο «Αλληλογραφία» με την Άνα Μαρία Μόιξ, σε μια εξαιρετική ανθολογία ποίησης και πρόζας των εκδόσεων Τούσκετς τιτλοφορούμενη Σκανδαλώδης λέξη, η οποία συμπεριελάμβανε τους σημαντικότερους συγγραφείς εκατέρωθεν του Ατλαντικού.
Παρ’ όλο που είχα διαβάσει, όντας ακόμη στο Μοντεβιδέο, τους σπουδαιότερους Ισπανούς συγγραφείς του Μεταπολέμου και εξόριστους όπως τον Χοσέ Μπεργαμίν, τον Φρανθίσκο Αγιάλα, τον Ραμόν Γκόμες δε λα Σέρνα, τον Μαξ Αούμπ, τον Πέρε Κάλντερς, τη Μαρία Θαμπράνο και τον Λουίς Θερνούδα, καθώς και όσους είχαν πεθάνει ή είχαν καταφέρει να επιβιώσουν του φασισμού του Φράνκο, δε διατηρούσα αλληλογραφία μαζί τους, τουλάχιστον όχι του είδους που είχα επιχειρήσει να αποκτήσω με την Άνα Μαρία Μόιξ. Το ότι εκείνη τη στιγμή ήμουν η σπουδαιότερη νεαρή συγγραφέας της Ουρουγουάης, με πέντε βιβλία στο ενεργητικό της πριν τα τριάντα, δε σήμαινε τίποτε απολύτως ούτε στη Βαρκελώνη ούτε στην Ισπανία ολόκληρη. Το μπουμ της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας θα ερχόταν αργότερα, ωφέλησε μόνο κάποιους λίγους και μεταξύ αυτών δεν υπήρχε ούτε μία γυναίκα. Ένιωσα λοιπόν ότι έπρεπε να ξεκινήσω απ’ το μηδέν. Το επάγγελμά μου δεν υφίστατο (στην Ουρουγουάη ήμουν καθηγήτρια συγκριτικής φιλολογίας), όπως δεν υφίστατο κι ένας χώρος σαν εκείνον της Μάρτσα, αν και οφείλω να αναγνωρίσω –και θα είμαι ισοβίως ευγνώμων– τη γενναιοδωρία του περιοδικού Τριούμφο, το οποίο αμέσως με υποδέχτηκε, παρόλο που ήμουν γυναίκα, Λατινομερικάνα και άρτι αφιχθείσα. Οι σελίδες του έφερναν φρέσκο αέρα μέσα στον εγκλεισμό του φρανκισμού, συνιστούσαν σύμβολο της Επανάστασης του ’68 και σημείο ταυτοποίησης για την αριστερά.
Το 1974 συμμετείχα στο διαγωνισμό για το Βραβείο των Εκδόσεων Ινβεντάριος Προβιζιονάλες ντε Ποεζία στις Κανάριες Νήσους με τη συλλογή Διασπορά. Τότε, εργαζόμουν στις εκδόσεις Λούμεν στη Βαρκελώνη και δεν είχα ενημερώσει κανέναν για τη συμμετοχή μου, όπως δεν το είχα κάνει ούτε στο Μοντεβιδέο όταν κέρδισα το Βραβείο Διηγήματος των εκδόσεων Άρκα για το βιβλίο μου Τα εγκαταλειμμένα μουσεία ή το Βραβείο Μυθιστορήματος της εφημερίδας Μάρτσα. Η Διασπορά απέσπασε το βραβείο όταν στην κριτική επιτροπή του προέδρευε ο Κάρλος Μπαρράλ. Παράξενο πώς, ποτέ δεν το εισέπραξα. Ήμουν άγνωστη γαρ, εξόριστη, δίχως αντζέντη, με αρκετά βιβλία μεν στο ενεργητικό μου, αλλά από μια χώρα, την οποία γνώριζε κανείς μόνο από το ποδόσφαιρο κι ένα δικτατορικό καθεστώς δίχως καν το πρεστίζ που προσφέρει σε ανάλογες περιπτώσεις το όνομα του επικεφαλής, όπως στην περίπτωση του Πινοτσέτ ή του Βιδέλα (οι δικτατορίες δίχως όνομα είναι οι χειρότερες, αποκτούν διαστάσεις μεταφυσικές). Με άλλα λόγια, έπεσα θύμα της απειρίας μου και της προκατάληψης εναντίον των «Λατίνων». Λίγο αργότερα, το εξέδωσαν οι εκδόσεις Λούμεν. Εκ των υστέρων, φαντάζομαι το σκάνδαλο που θα πρέπει να προκάλεσε σε κριτικούς και κοινό με τον ερωτισμό, την ειρωνεία και τον αχαλίνωτο χαρακτήρα του. Πρόκειται για ποιήματα ερωτικά, της αγάπης, παιχνιδιάρικα ή μελαγχολικά, κάποτε ειρωνικά κι άλλοτε για έρωτες ομόφυλους, σε ρήξη με τις παραδοσιακές νόρμες του φύλου («διείσδυσέ με/ δυτική και ξεπεσμένη / παρωδώντας τους πιο αλλότροπους θεούς: / αιώνες παρατεταμένης κατάπτωσης / επιτρέπουν για την περίσταση / να αλλάξουμε ρόλους»). Ωστόσο, το εκτενέστερο ποίημα της συλλογής, που της χάρισε και τον τίτλο,[1] επαναφέρει το θέμα τής εξορίας, και μάλιστα τόσο επιτυχημένα, που έκτοτε η λέξη ‘διασπορά’ μετατράπηκε σε συνώνυμο της εξορίας των Λατινοαμερικάνων, εν μέρει χάρη στη διάδοσή της από τον Χουάν Κάρλος Ονέττι που εκτιμούσε ιδιαίτερα το βιβλίο –όπως και άλλοι πεζογράφοι, αγαπούσε κι εκείνος την ποίηση.
Το πέρασμα του χρόνου, η επανέκδοσή του και το γεγονός ότι επιλέχθηκε από τις εκδόσεις Πλανέτα ως ένα από τα εκατό καλύτερα βιβλία του εικοστού αιώνα επιβεβαιώνουν όσα ένιωθα γράφοντάς το: άνοιγα το δρόμο σε μια νέα μεταμοντέρνα ποίηση, περισσότερο ασυγκράτητη, πιο φρέσκια, ικανή να περιπαίξει θρησκευτικά σύμβολα και να αμφισβητήσει τις σεξουαλικές νόρμες και τις νόρμες του φύλου, δίχως το φόβο της κοινωνικής ή θρησκευτικής κατακραυγής. Μία ποίηση άλλοτε παιχνιδιάρικη και πληθωρική κι άλλοτε ειρωνική και χιουμοριστική που προκαλεί το μειδίαμα.
Ποτέ δεν απαρνήθηκα το χιούμορ στην ποίησή μου. Είμαι πεπεισμένη ότι σμικρύνει το Εγώ, σχετικοποιεί τον πόνο της ζωής και συνδράμει την εξυπνάδα. Στην ποίηση, η σοβαροφάνεια, η ρητορεία και η αλαζονεία μού φαίνονται τόσο επιβλαβή, όσο και ο κατ’ επίφαση λυρισμός, ο λυρισμός των λουλουδιών, της άνοιξης, του δειλινού, της αυγής και των σιτοβολώνων, λέξεις που θα έπρεπε να απαγορευτούν στην ποίηση, ακόμη και στη βουκολική. Το βιβλίο καταλήγει με σειρά ποιημάτων αφιερωμένων στην Αλεχάντρα Πισαρνίκ, άγνωστη τότε στην Ισπανία, την οποία όμως σεβόμουν πολύ. Αυτοκτόνησε το 1973, έχοντας προηγουμένως επηρεάσει βαθύτατα την ποίηση της Αργεντινής. Για πολλά χρόνια προσπάθησα να την εκδώσω στην Ισπανία, αλλά μάταια. Ο χρόνος, που όλα τα γιατρεύει, φρόντισε για την επανόθρωση αυτού του ατοπήματος τριάντα χρόνια αργότερα.
Η Γενική γλωσσολογία (Linguistica General), εκδόθηκε από έναν μικρό κι ενθουσιώδη εκδοτικό της Βαλένθια, τον Προμετέο. Το λογοπαίγνιο του τίτλου[2] αρχικά μάλλον δεν έγινε κατανοητό στην Ισπανία, ωστόσο μου χάρισε ένα από τα ωραιότερα δώρα της ζωής μου. Με τον Χούλιο Κορτάσαρ ήμασταν πολύ καλοί φίλοι ήδη από το 1973, χρονιά που γνωριστήκαμε. Διάβασε λοιπόν το βιβλίο και μου έστειλε με το ταχυδρομείο μια κασέτα, όπου απήγγειλλε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Η απαγγελία του ήταν βαθιά, συγκλονιστική. Διατηρώ την κασέτα και κάποιες φορές την ακούω, όχι για τα ποιήματα αυτά καθευτά, παρά για τον τονισμό στη λήγουσα και τα γαλλοπρεπή ρω του.
*
*
Το 1980 έζησα για κάποιο διάστημα στο Βερολίνο, στην πόλη ακόμη τότε του Τείχους, μετά από πρόσκληση του DAAD. Υπέροχη δυνατότητα, η οποία με γλίτωσε από τη στενότητα. Οι συγγραφείς πάντα ζούμε από μέρα σε μέρα, δίχως μια δεκάρα στην τσέπη –τουλάχιστον όχι όσοι από μας δεν αποκτούν αναγνωστικό κοινό των εκατό χιλιάδων ατόμων–, και η υποτροφία μού εξασφάλιζε στέγη, σίτιση κι ελεύθερο χρόνο, δηλαδή χρόνο για συγγραφή, στην πιο σικάτη γειτονιά του Βερολίνου, οδός Κονστάντσεστράσε, κοντά στο Κούνταμ. Είμαι αμετανόητη σινεφίλ και στα νιάτα μου στο Μοντεβιδέο είχα δει όλες τις ταινίες από Βόρεια Αμερική, Ευρώπη και Ρωσία σχετικά με το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχής γενομένης από το Όταν περνούν οι γερανοί (η αγαπημένη μου βέβαια ήταν ο Κύριος Κλάιν, μία αινιγματική, ωραία και μυστηριώδης ταινία του Ζοζέφ Λοσέυ με θέμα το σωσία, με έναν πανέμορφο και ψυχρό Αλαίν Ντελόν σε ρόλο πρωταγωνιστικό, ψυχρότητα απαραίτη για τις ανάγκες του ρόλου). Τα βαθιά ριζωμένα αντιφασιστικά μου αισθήματα δεν ήταν απαραιτήτως ενθαρρυντικά για την επίσκεψή μου στο Βερολίνο, ωστόσο οι πόλεις δε φέρουν ευθύνη για τα πεπραγμένα των πολιτικών τους. Θυμάμαι που, πριν την άφιξή μου για πρώτη φορά με το αεροπλάνο (την εποχή της διχοτομημένης πόλης δεν υπήρχαν απευθείας πτήσεις, ώστε να είναι απαραίτητη η στάση στη Φρανκφούρτη), είχα έναν καλό οιωνό: ο εκδοτικός Μπλούμε, στη Βαρκελώνη, εξέδωσε μια βιογραφία του Κάσπαρ Ντάβιντ Φρήντριχ, την οποία και διάβασα με προσήλωση. Μου φάνηκε καλό σημάδι. Σε περίπτωση που το Βερολίνο δεν μου άρεσε, τουλάχιστον θα είχα τη δυνατότητα να περνάω τη μέρα μου στο Σαρλότενμπουργκ, θαυμάζοντας τους πίνακες ενός από τους αγαπημένους μου ζωγράφους. Ωστόσο, κάτι μου έλεγε ότι το Βερολίνο θα μου άρεσε. Όταν το αεροπλάνο κόντευε να προσγειωθεί, κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο κι ένιωσα ένα αίσθημα οικείο και καθησυχαστικό: τα δάση, τα νερά, τα σπίτια, η αρμονία της πόλης, τα πάντα μού θύμιζαν μητρικό πλακούντα. Με κατέκλεισε το αίσθημα της επιστροφής στην εστία, αίσθημα εντελώς παράλογο, αφού δεν είχα ξαναπατήσει το πόδι μου στο Βερολίνο. Ακριβώς όμως επειδή είναι παράλογα, επιβιώνουν τα αισθήματα και τα συναισθήματα. Το ερωτεύτηκα το Βερολίνο. Ήταν έρωτας αμοιβαίος και κεραυνοβόλος. Το διαμέρισμα που μου παραχωρήθηκε διέθετε τεράστια βιβλιοθήκη και μετάνιωσα που δεν ήξερα γερμανικά για να διαβάσω τον Χάινε, τον Γκαίτε και τον Χαίντερλιν από το πρωτότυπο. Ήταν στη σοφίτα, με μια βεραντούλα, όπου στο πιτς φιτίλι φύτεψα μια ντοματιά που, προς μεγάλη έκπληξη των γειτόνων και κατοπινών Βερολινέζων φίλων, επεβίωσε και συνέχισε να μεγαλώνει παρά τους παγετούς και το χιόνι.
Μου αρέσει να διατρέχω τις πόλεις σαν άλλη τουρίστρια, ανακαλύπτοντας μικρούς θησαυρούς, όπως το σιδεράδικο με τα παλιά ρόπτρα, το παντοπωλείο με τα κουμπιά από φίλντισι, τον παπουτσή με τα καλαπόδια, τα καφέ με τις κουρτινούλες, όπου –μπαίνοντας– σε υποδέχεται το μεθυστικό άρωμα του φρεσκοκομμένου καφέ, κινηματογράφους και μουσεία. Το Βερολίνο, διχοτομημένο τότε από το Τείχος, συνιστούσε μεταφορά της ίδιας της ζωής: πάντοτε, μεταξύ επιθυμίας και πραγματικότητας, υπάρχει ένα τείχος, μια δυσκολία, ένα εμπόδιο. Κατά τα άλλα, την πόλη χαρακτήριζε μια ρυμοτομική αρμονία καθαρά θηλυκή: κτίρια τριών ορόφων, οδοί που ξεκινούσαν και κατέληγαν σε πάρκα, το υπέργειο μετρό. Δεν έσφαλλα. Ανακάλυψα ότι αυτή η προστατευτική και θελκτική όψη με τις ήπιες, γλυκές γραμμές και την ομορφιά των κήπων οφειλόταν στο γεγονός ότι η πόλη, ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς στον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε χάσει σχεδόν όλους τους άντρες της και ανοικοδομήθηκε από τις γυναίκες, στην πλειοψηφία τους χήρες ή ορφανές. Αυτή η θηλυκή ματιά απέρριπτε τις απότομες τομές και προτιμούσε τις καμπύλες από τις αυστηρές γραμμές, όπως και τη θέρμη τού ξύλου από την ψυχρότητα του τσιμέντου ή του γρανίτη. Ήδη τότε, το Βερολίνο συνδύαζε όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των μεγαλουπόλεων (καλές συγκοινωνίες, καθαρά και γρήγορα μεταφορικά μέσα, χώρους αναψυχής, πολιτιστική ζωή, καφέ, θέατρα, καταστήματα ειδών του σεξ και ντίσκο) με την ομορφιά και την αρμονία των μικρών.
Γερμανικά δεν έμαθα (είμαι ανεπίδεκτη σε γλώσσες μη λατινογενείς), αλλά απέκτησα έναν καλό φίλο εκδότη, με τον οποίο ακούγαμε τζαζ, επισκεπτόμασταν το Σαρλότενμπουργκ, παίζαμε μπιλιάρδο και συζητούσαμε περί ζωγραφικής, φωτογραφίας και πολιτικής. Κι έγραψα βέβαια τη συλλογή Η Ευρώπη μετά τη βροχή, βιβλίο λυρικό, ύμνος στην πόλη με τις φλαμουριές και τα κοτσύφια, τα μαύρα εκείνα πουλιά που κουρνιάζουν στα χιονισμένα κλαδιά των δεντρών.
Το 1992 βρισκόμουν στη Σεβίλλη τελειώνοντας το μυθιστόρημά μου Η τελευταία νύχτα του Ντοστογιέφσκι, όταν μια συμπατριώτισσα φίλη, με την οποία συγκατοικούσα στη Βαρκελώνη, τηλεφώνησε για να μου ανακοινώσει ότι μου είχαν απονείμει το Βραβείο της Πόλης της Βαρκελώνης για τη συλλογή μου Βάρβαρη Βαβέλ που είχα εκδόσει ένα χρόνο νωρίτερα στις εκδόσεις Λούμεν. Καθότι χωρατατζού, δεν της έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Μετά από λίγο, όμως, μου τηλεφώνησε η ατζέντισσά μου, επιβεβαιώνοντάς μου το νέο. Πρόκειται για βραβείο που απονέμει η Δημαρχία της πόλης και στο οποίο δεν επιβάλλεται η δήλωση συμμετοχής, λόγος για τον οποίο δε γνώριζα το ενδεχόμενο. Η χαρά μου απερίγραπτη, για διάφορους λόγους. Η κριτική επιτροπή το αγνοούσε, αλλά το 1992 συμπληρώνονταν είκοσι χρόνια από την άφιξή μου στη Βαρκελώνη. Μου φάνηκε λοιπόν πράξη απόδοσης ποιητικής δικαιοσύνης (παρ’ όλο που θα ήταν υπέροχο να υπάρχει, δεν υφίσταται πάντοτε): η πόλη γιόρταζε τα είκοσι χρόνια από την άφιξή μου, απονέμοντάς μου την υψηλότερη διάκριση που διέθετε. Ένιωσα σαν να με ανακήρυσσαν σε θετή κόρη ή κάτι παρόμοιο. Όταν κανείς χάνει τη μάνα –την πατρίδα του–, επιδιώκει να αγαπηθεί πολύ τουλάχιστον από τη μητριά του. Στη συνέντευξη τύπου στο Δημαρχείο ήταν παρών ο πολιτικός Φρανσές Βισένς, ένας ακόμη λόγος χαράς. Το 1973 διηύθυνε το Ίδρυμα Μιρό κι εγώ είχα γράψει ένα διθυραμβικό κείμενο στο περιοδικό Τριούμφο για το μουσείο. Μόλις είχε επιστρέψει από την εξορία, και εγώ, με το θράσος της νιότης, του ζήτησα να συμμετέχει στην πρώτη δημόσια εκδήλωση συμπαράστασης με τους πολιτικούς κρατούμενους στην Ουρουγουάη, την οποία διοργάνωνα στο στάδιο Σαν Αντρέου. Είχε επίγνωση του κινδύνου (εγώ διακινδύνευα την παραμονή μου και όντως χρειάστηκε να καταφύγω στο Παρίσι λίγο αργότερα), όμως επέδειξε μεγάλη γενναιοδωρία κι αλληλεγγύη συμμετέχοντας στην εκδήλωση ως ομιλητής. Έκτοτε δεν είχαμε ξανασυναντηθεί, εξού και η νέα μας συνάντηση με αφορμή την απονομή του βραβείου υπήρξε ιδιαίτερα συγκινητική.
Με την πτώση της δικτατορίας στην Ουρουγουάη το 1985, η ποίησή μου επικεντρώθηκε στις άλλες μεγάλες επαναστάσεις που εκκρεμούσαν, αυτές της γυναικείας και της σεξουαλικής χειραφέτησης. Στη συλλογή Έρως ξανά περιλαμβάνεται πάλι το σχετικό παράθεμα της Σαπφούς, λες και δεν είχαν παρέλθει χρόνια μεταξύ της πρώτης μου συλλογής και ετούτης. Πώς αλλιώς, αφού ο ερωτισμός είναι ο δρόμος προς την αιωνιότητα και την υπερβατικότητα.
Το 2004 εξέδωσα τις Στρατηγικές του πόθου, συλλογή την οποία θεωρώ από τα καλύτερα βιβλία μου περί έρωτος, αγάπης και συναισθηματικής απογοήτευσης. Έτυχε πολύ θερμής υποδοχής τόσο από την κριτική, όσο και από το κοινό, ώστε πέντε μήνες αργότερα να τυπώνουμε την τρίτη έκδοση. Όντας το 2005 χρονιά του Θερβάντες, η Ισπανική Εταιρεία Συγγραφέων αποφάσισε να απονέμει το Βραβείο Θερβάντες για κάθε λογοτεχνικό είδος. Η επιλογή έγινε με συμμετοχή όλων των μελών, μέσω ταχυδρομικής ψήφου. Προς έκπληξή μου, η συλλογή μου κέρδισε το Βραβείο Θερβάντες για την Ποίηση. Και λέω προς έκπληξή μου, γιατί πρόκειται για βιβλίο με έντονη ερωτική φόρτιση, αρκετά ποιήματα για τον έρωτα μεταξύ γυναικών και δίχως υποχωρήσεις χάριν σεμνοτυφίας.
Η παρούσα έκδοση των ποιητικών μου απάντων αφήνει απ’ έξω μία μόνο συλλογή, τις Ανήσυχες μούσες. Είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία κι εκδόθηκε με ιδιαίτερο μεράκι και φροντίδα από τις εκδόσεις Λούμεν. Πρόκειται για πενήντα ποιήματα με θέμα ισάριθμα έργα τέχνης, από την Τζοκόντα ώς μία από τις κυρίες του Μποτέρο, έργα που τυπώθηκαν σε δύο έγχρωμες σελίδες στο τέλος του βιβλίου. Έκδοση μεγάλης φροντίδας (το έργο του εξωφύλλου κολλήθηκε με το χέρι σε κάθε αντίτυπο), απαίτησε υψηλό κόστος για την απόκτηση των δικαιωμάτων αναπαραγωγής των έργων. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν ακριβό ως βιβλίο, ίσως επειδή η εκδότρια, Έστερ Τούσκετς, κατέβαλε προσπάθεια προκειμένου να είναι προσιτό στους αναγνώστες ποίησης, οι οποίοι ως επί το πλείστον δεν συγκανταλέγονται στους πλουσιότερους του κόσμου. Κατόπιν συμφωνίας με τον Αντρέου Χάουμε, καινούργιο κι ευαίσθητο επιμελητή ποίησης των εκδόσεων Λούμεν, δε συμπεριέλαβα κανένα ποίημα αυτής της συλλογής στην παρούσα έκδοση. Στόχος μας, η επανέκδοση της συλλογής, αυτούσιας, με τα αντίγραφα των έργων.
Σύμφωνα με τον Φρόυντ, κάθε χαρά ενός ενήλικα συνιστά εκπλήρωση μιας παιδικής επιθυμίας. Ιδού λοιπόν η εκπλήρωση του ονείρου μου να δω τυπωμένα Άπαντα τα ποιητικά μου, και δη δίχως να χρειαστεί να πεθάνω πρώτα. Μπορώ, επομένως, να πω πως είμαι ευτυχής. Έχουν παρέλθει περισσότερα από τριάντα χρόνια από την έκδοση του πρώτου ποιητικού μου βιβλίου, ο κόσμος άλλαξε τάχιστα, όμως τα αισθήματα και τα συναισθήματα μένουν πάντα τα ίδια. Δεν τροποποίησα τα αρχικά ποιήματα ούτε στο ελάχιστο, όχι από πίστη σε αυτά, αλλά επειδή δε μου φάνηκε απαραίτητο. Διαβάζοντάς τα σε χρονολογική σειρά, σαν τους τίτλους μιας ταινίας, ανακάλυψα πως δε μετανιώνω για κανένα από αυτά και πως η ποίησή μου αυτά τα τριάντα χρόνια, παρά την ποικιλία θεμάτων και τόνων (ελεγειακός, συναισθηματικός, εκστατικός, ειρωνικός, μελαγχολικός, θλιμμένος, μοναχικός, ονειροπόλος, μεταφυσικός, σαρκαστικός ή παιχνιδιάρικος), χαρακτηρίζεται από τη συνοχή που της προσδίδουν η ενθύμηση, ο διάλογος του φανταστικού με το πραγματικό, η αντίστιξη των φωνών και η αποστροφή σε ένα αμφιλεγόμενο αντικείμενο του πόθου, άλλοτε ιδαίτερα εγγύ και άλλοτε ιδιαίτερα μακρινό. Σε κάθε περίπτωση, μπορώ να πω πως το συχνότερο θέμα είναι ο πόθος, κίνητρο ζωής και θανάτου. Υπάρχει όμως έργο που να μη θίγει τον πόθο, να μη γεννάται από αυτόν ή να μην τον καταγγέλλει; Προκειμένου για την υπόσταση του ποιήματος, προϋποτίθενται δύο πόθοι: εκείνος του ποιητή και εκείνος του αναγνώστη που μετατρέπεται σε ποθόν υποκείμενο. Αν η ψυχανάλυση πλησιάζει ολοένα περισσότερο την ποίηση (στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Λακάν διάβαζε αποκλειστικά ποίηση, πέραν του Οδυσσέα του Τζόυς που και αυτός συνιστά ποίηση υπό μορφή πρόζας), οφείλεται στο γεγονός ότι έχει ως εργαλείο τη λέξη και η λέξη είναι μετερίζι των ποιητών.
*
Θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στις εκδόσεις Λούμεν που πάντοτε καλοδέχονται την ποίησή μου και ιδιαίτερα στον Αντρέου Χάουμε, διευθυντή της έκδοσης, για την ευστροφία, την ευαισθησία και τη ζέση του. Αλλά και στις αναγνώστριες, στις γυναίκες αναγνώστριες που υποστηρίζουν με τον πόθο τους την έκδοση των ποιημάτων μου, τα διαδίδουν από στόμα σε στόμα, τα απαγγείλλουν, τα χορεύουν, τα σκηνογραφούν και, κάποτε, τα μελοποιούν. Ακόμη, θέλω να ευχαριστήσω τις μεταφράστριες και τους μεταφραστές μου που καταγίνονται με μία εργασία τόσο συναρπαστική, όσο και μονίμως ανικανοποιητική. Έχουν αφιερώσει πολλές ώρες στις λέξεις μου κι ελπίζω αυτό το βιβλίο να τους επιβεβαιώνει ότι δεν τις πήρε ο άνεμος.
Ελπίζω η παρούσα έκδοση των ποιητικών απάντων μου να μην είναι μεταθανάτια, όπως νόμιζα ως παιδί.
ΚΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙ ΡΟΣΣΙ
Βαρκελώνη, 12 Ιουλίου 2005
ΥΓ. Λίγες μέρες μετά τη συγγραφή του παραπάνω προλόγου, αρρώστησα βαριά με πνευμονία. Μέσα στο παραλήρημα του πυρετού σκεφτόμουν: «Νά λοιπόν, που Άπαντα τα ποιητικά εκδίδονται πάντα μετά θάνατον».
~.~
[1] ΣτΜ: Μεταφράζεται στο παρόν αφιέρωμα, τελευταίο της ενότητας Εξορία/Διασπορά
[2] ΣτΜ: “general”: ως επίθετο σημαίνει γενικός, ως ουσιαστικό στρατηγός. General ήταν το προσωνύμιο του Φράνκο, λογοπαίγνιο στο οποίο αναφέρεται εδώ η Πέρι Ρόσσι.
/
/
/


