*
Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;
Πόσο σ’ αρέσει να ξεχνιέσαι
και πόσο γρήγορα ξεχνάς.
Στης λύπης το μαντίλι δέσε
δώδεκα κόμπους ξενοιασιάς.
Τί κι άν θολώνει το ποτάμι,
τί κι άν οι θύμησες ριγούν;
Στης βουβαμάρας το θαλάμι
μήν τις αφήσεις να πνιγούν.
Βγές για περίπατο και μίλα.
Στο δάσος δέ σ’ ακούει κανείς.
Τα χρυσοκόκκινα τα φύλλα
σκύψε και μέτρα τα. Μπορείς;
Ασπριδερά, καφέ και γκρίζα
καβάλησαν στα κουτουρού
μικρά ομπρελάκια δίχως ρίζα
τα δαχτυλίδια ενος κορμού.
Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;
Βρές μια γερή βαλανιδιά
κι αφού την αγκαλιάσεις, άσε
στη φλούδα-της μια χαρακιά.
///
Κι η ζωή πήρε τον δρόμο-της
Δέ με γδύσαν, δέ μ’ αδίκησαν
της Αδάκρυτης οι γιοί.
Μόνο μ’ έμπλεξαν στα δίχτυα-τους
και μου πνίξαν την ψυχή.
Κι η ζωή πήρε τον δρόμο-της:
ζαβολιές, τρικλοποδιές,
στην αλήθεια φτιασιδώματα,
με τα ψέματα αγκαλιές.
Και το ψέμα – τα πλοκάμια-του
στον λαιμό πόσο γλυκά!
Πόση λίγδα στου πουκάμισου
τον ξεδιάντροπο γιακά!
Στάξε στάξε απ’ όλες πέρασαν
του κορμιού-μου τις ρωγμές,
πρίν της ώρας-μου με γέρασαν
του κακού οι σταλαματιές.
Κι όταν ήρθε πιά η αρρώστια
και με κύλησε στη γή,
Σ’ είδα πρόσωπο με πρόσωπο.
Μα δέ σώθηκε η ψυχή…
///
Σάν αερικό
Στον άνυδρο αγκαθότοπο της σκέψης
υψώθηκα σάν φίδι φτερωτό
και σού ’φραξα τον δρόμο. Μήν πιστέψεις
πως ήρθα να σου φέρω γιατρικό.
Δέν έχω να σου δώσω απο τη σκόνη
που αλέθουν με τα ξόρκια στο γουδί.
Μόνο τον ίσκιο-μου έχω που σκαλώνει
στ’ αγκάθια καθώς σέρνεται στη γή.
Και δέ ζητώ, δέ θέλω ν’ αγαπήσεις
τον κύκλο που σε κλείνει απο παντού –
μου φτάνει την οργή-σου να σκορπίσεις
στα δώδεκα σημεία τ’ ουρανού.
Μου φτάνει να σε γλείφει μέρα νύχτα
μιας φλογισμένης γλώσσας η απειλή,
και να βραχνιάσεις κράζοντας «αλύχτα!»
στης φαντασίας το αδέσποτο σκυλί.
Κι όταν ανθίσει μέσα-σου το αγκάθι
και δέσει τον αλλόκοτο καρπό,
θα ’ρθεί, στερνό-μου χάρισμα, η αγάπη
να σ’ αγκαλιάσει σάν αερικό.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
Από τη συλλογή Τρίτη ηλικία
*
*
*
