*
του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ
~.~
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Να βρεις γυναίκα στην Αθήνα μοιάζει εύκολο, μα λίγα πράγματα είναι εύκολα όταν φαίνονται εύκολα. Εννοώ γυναίκα για σχέση, όχι απλώς για πήδημα. Αν και το «απλώς» δεν είναι καθόλου απλό άμα πρόκειται για γυναίκα, και το «πήδημα» εμπεριέχει την πτώση: απ’ τον παράδεισο, από ύψος, απ’ οπουδήποτε μπορείς να τραυματιστείς, τέλος πάντων – όμως το πήδημα εις βάθος είναι το τρομακτικότερο, αλλά στον τρόμο εμπεριέχεται και η ανατριχίλα, η ξαδέρφη του πόθου και μητέρα της ηδονής. Εκεί, στα άδυτα των αδύτων της γυναίκας, στους κοραλλιογενείς υφάλους των επιθυμιών, δύτης παράτολμος ο άντρας αλιεύει διάπυρα μαργαριτάρια, κλεισμένα στο σαρκοφάγο στρείδι του κορμιού της.
Γυναίκες υπάρχουν πολλές στην Αθήνα, διαλέγεις και παίρνεις. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή, το «διαλέγεις». Βασικά παίρνεις ό,τι πιάνει το χέρι σου. Και πιάνει ό,τι φτάνει η τσέπη σου κι ό,τι αξίζει το ταλέντο σου. Γιατί αλλοίμονο αν δεν ήθελε και ταλέντο η κατάκτηση ενός σάρκινου ποιήματος: της γυναίκας, του πολυπλοκότερου μηχανισμού της φύσεως, του άλυτου γρίφου της ζωής, μετά του χάσματος της μάζας στην θεωρία των Yang-Mills και των εξισώσεων Navier-Stokes, που παραμένουν άλυτοι 43 και 150 χρόνια αντίστοιχα.
Η γυναίκα μυρίζει το ταλέντο από μακριά, όπως τα λεφτά, και τα λεφτά όπως τα κεφτεδάκια στην κουζίνα.
Εσύ, αν ήσουν εμπόρευμα, πόσο θα πλήρωνες να σε αποκτήσεις; Κι αν δεν θα πλήρωνες, γιατί να (την) πληρώσει εκείνη; Πιστεύουμε πως αξίζουμε περισσότερο απ’ όσο αξίζουμε. Κι όσοι λένε πως δεν αξίζουν, πιστεύουν πως αξίζουν περισσότερο απ’ όσους πιστεύουν πως αξίζουν. Είμαστε υπερτιμημένα προϊόντα, δεν μας προτιμά το κοινό και βγαίνουμε σε προσφορά στις εκπτώσεις.
Να βρεις γυναίκα είναι δύσκολο, είτε στην Αθήνα είτε στην Ανδρομέδα, που να μην νιώθεις μόνος όταν δεν είσαι μόνος, που ν’ αδημονείς να την συναντήσεις κι όχι ν’ ανυπομονείς να την αφήσεις, που να δένετε σαν κόμπος ναυτικός, να κουμπώνετε σαν παλτό χειμωνιάτικο και να κολλάτε σαν μαγνητάκια στο ψυγείο.
Τέλος πάντων, το κουράσαμε το θέμα.
Ας μείνουμε στην αρχική πρόταση:
«Να βρεις γυναίκα στην Αθήνα μοιάζει εύκολο». Αλλά δεν είναι! Κι επειδή δεν είναι, χρειάζονται διαμεσολαβητές: Να μου γνωρίσεις μια φίλη σου, να σου γνωρίσω έναν φίλο μου και πάει λέγοντας.
Έτσι προέκυψε το ραντεβού που μου ’κλεισε ο Γιάννης με την Τούλα, αλλά με προειδοποίησε:
«Έχει ένα τικ!»
«Τακ δεν έχει;» αστειεύτηκα.
«Αν είχε τικ και τακ μαζί, όλα θα πήγαιναν ρολόι!» συνέχισε το αστείο εκείνος.
Τότε δεν υπήρχε TikTok ν’ αστειευτώ και μ’ αυτό.
«Δεν με νοιάζουν τα τικ εμένα! Όμορφη είναι;» τον ρώτησα.
«Κούκλα! Αλλά…»
«Ξέρω έχει ένα τικ! Παρακάτω…»
«Διαβάζει, ζωγραφίζει, γυμνάζεται… Τι άλλο θες να μάθεις;»
«Ψηλή; Κοντή;»
«Μέτρια, με αναλογίες μοντέλου, αλλά…»
«Έλεος με το τικ, ρε Γιάννη! Μάτια; Τι χρώμα μάτια έχει;»
«Γαλάζια προς το θαλασσί».
«Ξανθιά ή μελαχρινή;»
«Καστανή, αλλά…»
«Αλλά μ’ έπρηξες, ρε Γιάννη, μ’ αυτό το τικ!»
«Μα δεν σου το ’πα ακόμα!»
«Και καλά έκανες! Θα το δω μόνος μου. Αν το δω κιόλας. Μπορεί εγώ να μην το προσέξω καν».
«Δεν νομίζω!»
«Μα, πρόκειται για χοντρό κουσούρι;»
«Ε, όχι! Αλλά…»
«Αλλά, τι;»
«Το ξέρεις το μαρτύριο της σταγόνας;»
«Της Στάζι;»
«Τι στάζει;»
«Της μυστικής υπηρεσίας πληροφοριών, λέω, της πρώην Ανατολικής Γερμανίας».
«Α, το ξέρεις, λοιπόν».
«Ναι, που στάζει μια σταγόνα στο κεφάλι σου, επί ώρες, μέχρι να τρελαθείς, μαρτύριο τρομερό!»
«Στην αρχή όμως μοιάζει παιχνιδάκι».
«Τι θες να πεις;»
«Και το τικ της Τούλας, φαίνεται ασήμαντο στην αρχή, αλλά μετά… μαρτύριο!»
«Γιάννη, κλείσε εσύ το ραντεβού κι άσ’ τα σε μας αυτά».
Έτσι κι έγινε. Η συνάντηση κανονίστηκε για το ερχόμενο Σάββατο στις εφτά το απόγευμα στο Καφέ Μελίνα στην Πλάκα. Είχα δυο μέρες μπροστά μου να ετοιμαστώ. Να πλύνω την μηχανή μου, να κουρευτώ, να διαλέξω ρούχα, να μπω στο κλίμα του ραντεβού. Μα εκείνο το σαρανταοκτάωρο έγινε μαρτύριο για μένα, σαν την σταγόνα που στάζει…
Σκεφτόμουν συνεχώς το τικ. Τι να ’χει, ρε γαμώτο; Καμιά κρεατοελιά στο πρόσωπο; Έξι δάχτυλα στο κάθε χέρι; Το ένα πόδι μικρότερο απ’ τ’ άλλο; Ένα μάτι; Μισό αυτί; Μα όχι, αυτά ήταν δυσμορφίες. Άλλο σημαίνει τικ. «Τα τικ είναι ακούσιες, αιφνίδιες, γρήγορες και επαναλαμβανόμενες μυϊκές συσπάσεις ή φωνήσεις», το γράφω όπως το διάβασα. Αν είν’ έτσι, σιγά το πράγμα! Εδώ θα βγω με μανεκέν, συσπάσεις και φωνήσεις θα κοιτάμε τώρα;
Την Παρασκευή το βράδυ δεν κοιμήθηκα καλά. Το Σάββατο ήμουν σαν ζόμπι απ’ την αϋπνία. Σκεφτόμουν συνεχώς το τικ! Φανταζόμουν τα μάτια της, τα πανέμορφα γαλάζια μάτια της, να τ’ ανοιγοκλείνει σπαστικά σαν κούκλα, να ζαρώνει το μέτωπό της ασυστόλως, να πλαταγίζει την γλώσσα της σαν οχιά, να χτυπά το πόδι της διαρκώς στο δάπεδο. Πήγε να μου στρίψει!
Πήρα τηλέφωνο τον Γιάννη.
«Πες μου, ρε μπαγάσα, ποιο είν’ αυτό το τικ; Έχω τρελαθεί να διερωτώμαι…»
«Όχι, όχι, ξέχασέ το! Να σκάσεις, ρε μαλάκα! Να βράσεις σαν κάβουρας στο ζουμί του! Όταν ήθελα να σ’ το πω, δεν ήθελες! Τώρα δεν θέλω εγώ!»
«Έλα, ρε φίλε…» προσπάθησα να τον ρίξω στο φιλότιμο.
«Σε λίγες ώρες θα το δεις και μόνος σου. Ως τότε… βράσε, καβουράκι μου, βράσε στο ζουμάκι σου! Άντε γειάαα…»
Πάει κι ο μεσημεριανός ύπνος! Κατέβηκα να γυαλίσω την μηχανή μου.
*
Έφτασα στο Καφέ Μελίνα λίγο νωρίτερα. Είχε όμορφες παρουσίες, γοητευτική γκαρσόνα, ζεστή ατμόσφαιρα και τα φώτα ανάβανε σιγά-σιγά ένα-ένα.
Η ώρα εφτά κι η κοπέλα άφαντη. Να καθυστέρησε στο μετρό; Να έχασε το λεωφορείο; Να έψαχνε ταξί και δεν έβρισκε; Να έρχονταν με το αμάξι της και της χάλασε; Να έπαθε λάστιχο; Ή το… μετάνιωσε και δεν θα ’ρθει; Όχι, αυτό όχι, πρέπει να έρθει οπωσδήποτε! Χρειάζομαι επειγόντως γυναίκα, για φίλη, για αδερφή ψυχή, για γκόμενα, για να την παντρευτώ, για να την… σκοτώσω (με φιλιά), αλλά χρειάζομαι γυναίκα! Κι όχι αύριο ή μεθαύριο ή σε λίγο ή αργότερα, αλλά τώρα, εδώ και τώρα, αυτήν ακριβώς την στιγμή! Αν δεν έρθει, χάθηκα… Είμαι τελειωμένος, δεν έχω ψυχή, δεν έχω πόδια να γυρίσω σπίτι. Έχω, βέβαια, μηχανή, αλλά κι αυτή έχει δύο θέσεις. Γιατί έχει δύο θέσεις; Για να υπενθυμίζει τι ακριβώς χρειάζεται, τι ακριβώς λείπει απ’ την ζωή κάθε άντρα, έστω και μηχανόβιου. Ξέρω, μας λένε καμικάζι, μας κατηγορούν για ρεμάλια. Όχι πως δεν είμαστε, αλλά γιατί είμαστε; Γιατί μας λείπει μια γυναίκα, η μία και μοναδική γυναίκα που θα βάλει τάξη στο χάος, που θα δώσει όλες τις απαντήσεις χωρίς ν’ ακούσει καμία ερώτηση, χωρίς ν’ αρθρώσει λέξη, μόνον μ’ ένα κοίταγμα, μ’ ένα χάιδεμα των βλεφάρων της, μόνον μ’ ένα άγγιγμα – χωρίς καν να σ’ αγγίξει! Μια τέτοια περίμενα εδώ απόψε. Κι αν δεν έρχονταν, θα έχανα την πιθανότητα να την γνωρίσω. Χρόνια ζούσα με (α)πιθανότητες, όπως εκείνοι που ελπίζουν να κερδίσουν το ΛΟΤΤΟ, όπως εκείνοι που λιμοκτονούν για ζωή: οι καρκινοπαθείς που υποβάλλονται σε χημειοθεραπείες, οι με νεφρική ανεπάρκεια που κάνουν αιμοκαθάρσεις κι οι ετοιμοθάνατοι που περιμένουν τον άγγελο. Αν δεν έρχονταν, δεν θα έχανα μόνον την πιθανότητα αλλά θα έμενα με την περιέργεια και γι’ αυτό το τικ, την λαδιά στο τραπεζομάντηλο, την γρατζουνιά στο καινούργιο αμάξι, το γδάρσιμο στο νέο κινητό, την παραπάνω ζάχαρη στον καφέ, τον λιγότερο πάγο στο πιοτό, τον πόντο που έφυγε στο καλσόν – ένα τίποτα, που θα μπορούσε, όμως, να γκρεμίσει τα πάντα.
Εφτά και δέκα. Τζίφος! Δεν θα ’ρθει τελικά… Το ’ξερα, το ’χα προαίσθημα πως δεν θα ’ρθει. Πολύ την γρουσουζέψαμε αυτήν την συνάντηση με τον Γιάννη. Έκανα ό,τι μπορούσα κι από μόνος μου. Πολλές σκέψεις, πολλές προσδοκίες, πολύ άγχος. Και τώρα, να το αποτέλεσμα: δεν ήρθε!
«Καλησπέρα…» μια φωνή ακούστηκε πίσω μου.
Τινάχτηκα πάνω.
«Εσύ είσαι ο Δημήτρης;» ρώτησε η ίδια φωνή, που τώρα μόλις αποκτούσε και σώμα. Και τι σώμα! Μια κουκλάρα κανονική, που δεν πετούσες τίποτα, μόνον πετούσες βλέποντάς την: στις ουράνιες πεδιάδες, στις κοιλάδες του Μανιτού, στα νησιά των μακάρων!
Κάθισε απέναντί μου… ολόκληρη: δεν της έλειπε κάνα χέρι, κάνα πόδι, κάνα μάτι, κάνα αυτί – είπαμε, αυτά δεν είναι τικ αλλά δυσμορφίες. «Τα τικ είναι ακούσιες, αιφνίδιες, γρήγορες και επαναλαμβανόμενες μυϊκές συσπάσεις ή φωνήσεις», το ξαναγράφω όπως το διάβασα. Μα είχα μπροστά μου ένα μανεκέν, συσπάσεις και φωνήσεις θα κοιτάμε τώρα;
Παραγγείλαμε, καφέ για μένα και σοκολάτα για κείνη. Της μίλαγα σιγανά και αργά, κοιτώντας την χαμογελαστά στα μάτια. Και τι μάτια! Λες και κολύμπαγες κατακαλόκαιρο στην Ελαφόνησο. Αυτή με κοίταζε συλλογισμένη, στην στάση που παίρνουν οι διανοούμενοι όταν ποζάρουν για φωτογραφία. Στηρίζουν το πηγούνι στην παλάμη κι έχουν τον δείκτη τους στραμμένο προς τα πάνω, να δείχνει το δυνατό τους σημείο, το πνεύμα τους – ή το αδύνατο σημείο, την απουσία του πνεύματός τους. Ο δικός της δείκτης ακούμπαγε στα χείλη της, λες και στήριζε την μετέωρη παλάμη της.
Είπα ένα αστείο να γελάσουμε. Ο δείκτης εκεί, να σφραγίζει ακόμα το στόμα της. Το χαμόγελο μοιράστηκε αριστερά και δεξιά του δαχτύλου. Έφτασαν και τα ροφήματα. Έπινε την σοκολάτα της με τον δείκτη στα χείλη της κολλημένο! Άρχισα ν’ αγανακτώ! Αυτό δεν ήταν καν τικ, καμία μυϊκή σύσπαση ή φώνηση. Ήταν απλώς μια συνήθεια, που θα μπορούσε κάλλιστα να κοπεί, αρκεί εκείνος που την είχε να το συνειδητοποιούσε.
Αφέθηκα να ξεχαστώ. Μιλήσαμε για μύρια όσα. Η κοπέλα ήταν επιπέδου! Είχε γνώσεις, απόψεις κι ενδιαφέροντα. Αν αφαιρούσες το, ας πούμε, τικ της, έπαιρνε δέκα με τόνο και διαγωγή κοσμιωτάτη.
Είπαμε να πάμε μια βόλτα. Στο περπάτημα –τι διάλο– θα ’βγαζε τον δείκτη απ’ τα χείλη. Αμ, δε! Μόνον αν ήταν κολλημένο με Logo θα παρέμενε εκεί το δάχτυλο σε άλλη περίπτωση. Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι. Και τότε, μπήκα στον πειρασμό να την φιλήσω. Όχι τόσο από ανυπέρβλητο πόθο, όσο για να δω αν θα έβγαζε το δάχτυλο από κει στο φιλί. Αμ, δε, που θα το ’βγαζε! Με το ζόρι αναμέρισα το –ωραιότατο καθ’ ομολογίαν–δάχτυλο με τα χείλη μου για να φιληθούμε. Το ξανάβαλε αστραπιαία στην θέση του και το κόλλησε. Της έπιασα εκείνο το χέρι, δήθεν για να το ασπαστώ. Κιτρίνισε ολόκληρη! Κι αφού προσπάθησε να το απελευθερώσει και δεν μπόρεσε, τόσο σφιχτά που το κρατούσα, σε μια ύστατη προσπάθεια αναπλήρωσης, κόλλησε στα χείλη της, σαν βεντούζα, τον άλλον δείκτη από το άλλο της χέρι.
Έγινα έξω φρενών, μα συγκρατήθηκα. Και με ήρεμη φωνή, την ρώτησα πότε προέκυψε αυτό το πράγμα.
«Ποιο πράγμα;» απόρησε ειλικρινά.
«Αυτό, με το δάχτυλο».
«Ποιο δάχτυλο;»
Έσκαγε γάιδαρο!
«Αυτό, ντε, που το βάζεις μπροστά απ’ τα χείλη».
«Είναι κάτι δικό μου», είπε απλά.
«Φυσικά και είναι δικό σου, αφού δικό σου είναι και το χέρι!»
«Δηλαδή σ’ ενοχλεί;»
«Ξέρω ’γω; Δεν το βγάζεις και λίγο για να δούμε πώς είναι;»
«Δεν μπορώ!»
«Μα γιατί;»
«Γιατί μ’ αρέσει!»
«Αν δεν μπορείς να το βγάλεις καθόλου, δεν νομίζεις πως είναι ήδη ένα πρόβλημα;»
«Με λες προβληματική;»
«Λέω προβληματικό αυτό που κάνεις».
«Δεν βρίσκω διαφορά. Εγώ το κάνω αυτό που κάνω, άρα είμαι προβληματική για να το κάνω».
«Δεν θέλω να μαλώσουμε!»
«Αν δεν το θέλεις, γιατί με προσβάλεις;»
«Δεν σε προσβάλω, εσύ προσβάλλεσαι».
«Α, είμαι και μυγιάγγιχτη τώρα;»
«Δηλαδή αν πιάσω κι εγώ την μύτη μου, και δεν την ξαναφήσω ποτέ, θα το θεωρήσεις φυσιολογικό;»
«Αν σ’ αρέσει;»
«Κι αν, ας πούμε, μ’ αρέσει να τραβήξεις το δάχτυλο απ’ τα χείλη σου, γιατί είναι πολύ όμορφα και δεν θέλω να τα καλύπτεις, τι θα κάνεις; Ό,τι αρέσει σ’ εσένα ή σε μένα;»
«Ό,τι αρέσει σ’ εμένα, βέβαια!»
«Και σ’ αρέσει να κάνεις ό,τι δεν μ’ αρέσει;»
Μισή και πλέον ώρα διαφωνούσαμε γι’ αυτό κι έγινε το κεφάλι μου καζάνι και το μυαλό μου κουρκούτι.
«Δεν πάμε σε κάναν ψυχολόγο, καμιά μέρα, να μας κοιτάξει και τους δύο;» της είπα –έτσι γι’ αστείο– κι έβαλε τα κλάματα. Κι ήταν θλιβερό που ειπώθηκαν τέτοια πράγματα στο πρώτο ραντεβού, μα και φαιδρό σαν έψαχνε στην τσάντα της χαρτομάντηλο να σκουπίσει τα δάκρυα με το ένα χέρι, ενώ το άλλο αναπαύονταν στα χείλη της, δείχνοντας με το δάχτυλο σιωπή, εκείνη ακριβώς που δεν μπόρεσα να κρατήσω.
Βγήκαμε κι άλλες φορές και ξανατσακωθήκαμε. Δεν ήθελα να την πληγώσω, αλλά να την βοηθήσω, λες κι είν’ εύκολο να βοηθήσεις κάποιον χωρίς να τον πληγώσεις. Αν έλειπε το, ας πούμε, τικ της, πολλά πράγματα θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν. Περισσότερο απ’ το ελάττωμά της καθαυτό, με πείραζε ότι δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει. Κι ίσως αυτό να μην ήταν το μόνο που δεν μπορούσε να εννοήσει. Ένα ντόμινο αμφιβολιών ακολούθησε. Οι συναντήσεις μας αραίωσαν, μέχρι που τελικά έπαψαν…
Θα με θεωρείτε υπερβολικό σίγουρα, ειδικώς που το κορίτσι είχε πλείστα σωματικά και διανοητικά προσόντα. Αν ήταν ανάπηρη, θα μου ήταν ευκολότερο. Αν ήταν καθυστερημένη, επίσης. Αν ήταν άσχημη, παρομοίως. Μα ένα τόσο χαρισματικό πλάσμα, με πνεύμα σπινθηροβόλο και καλοφτιαγμένο κορμί, που έσφυζε από υγεία και νειάτα, ήταν τουλάχιστον καταθλιπτικό να το βλέπεις να ταλανίζεται από κάτι σχεδόν τιποτένιο, που όμως δεν μπορούσε να το δει και να το αλλάξει. Κι αυτή η λεπτομέρεια, θαρρείς θόλωνε την κρίση της, εξουσίαζε την ύπαρξή της, άνοιγε την πόρτα της λογικής και εισέβαλε το παράλογο και την κυρίευε, όπως την Τροία το ξύλινο άλογο.
Δεν μπορούσα να το ανεχτώ αυτό! Έμοιαζε με καφετιά κηλίδα σε φρούτο. Μικρή μεν, μα θα το σάπιζε σε λίγο ολόκληρο.
Σκέφτηκα κι εμένα: πόσες καφετιές κηλίδες είχα μέσα μου; Έπρεπε να τις ψάξω επισταμένως, να τις εντοπίσω ευκρινώς και να τις αφαιρέσω ανηλεώς, σαν κακοήθη μελανώματα. Έπρεπε να βρω την γενναιότητα να το κάνω. Έπρεπε να με δω απ’ την πλευρά του άλλου, λες κι αυτός ο άλλος να ήμουν εγώ.
Μετά την πρώτη συνάντηση με την Τούλα, τηλεφώνησα στον Γιάννη.
«Έλα, ρε, της έβαλες χέρι;» μου είπε.
«Της έβαλα χέρι, μα δεν της έβγαλα δάχτυλο!» απάντησα.
Εκείνος εννόησε τι εννοούσα και δεν μίλησε.
Εγώ εννόησα ότι εννόησε και σιώπησα.
Σιωπή, όπως ταιριάζει στα πένθη, στο φιλί και στην μεγάλη έκρηξη του σύμπαντος, η οποία, σημειωτέον, ήταν βουβή: δεν υπήρχε χώρος να διαδοθεί ο ήχος, ούτε μέσο να τον μεταφέρει, ούτε αυτιά για να τον ακούσουν. Γεννηθήκαμε από μια έκρηξη σιωπής, στην ίδια και θα πεθάνουμε. Ενδιάμεσα, θ’ ασχολούμαστε με χαζομάρες…
Αυτό είναι το μεγάλο μου ελάττωμα: να ξεκινώ να μιλήσω για ένα τικ και να καταλήγω σ’ ένα Μπιγκ Μπανγκ. Κι αυτό μου το ελάττωμα είναι το μόνο που δεν θεωρώ χαζομάρα.
Κρατήστε ενός λεπτού σιγή για το κείμενο που μόλις διαβάσατε, όπως ταιριάζει στα πένθη των αποτυχημένων κειμένων –έχω γράψει και καλύτερα– όπως ταιριάζει στο φιλί –του Ιούδα: «τι ωραία που γράφετε!»– όπως ταιριάζει στην μεγάλη έκρηξη του επομένου κειμένου μου, η οποία, σημειωτέον, θα είναι βουβή: δεν υπάρχει χώρος να διαδοθεί ο ήχος, ούτε μέσο να τον μεταφέρει, ούτε αυτιά για να τον ακούσουν.
Λογικό! Δεν έχω γράψει ακόμα λέξη…
*
*
*
