Η ποιητική οντολογία του Κώστα Γουλιάμου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Η έβδομη ποιητική συλλογή του Κώστα Γουλιάμου με τον ποιητικότατο τίτλο Το μάτι της λέξης αποτελεί ένα συνθετικό έργο ωριμότητας που επεκτείνει τους βασικούς θεματικούς και μορφολογικούς άξονες μιας δύσβατης και πολύσημης ποιητικής, η οποία συνυφαίνει λειτουργικά και αισθητικά πρωτότυπα τις ποιητικές και πολιτικές (επίκαιρες και διαχρονικές), αλλά και τις υπαρξιακές και οντολογικές ανησυχίες ενός λόγιου ποιητή (poeta doctus) και πολιτικού άνδρα μπροστά σε ένα δυστοπικό μέλλον. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, πως σε όλο το μήκος και πλάτος της συλλογής επιχειρείται ένας διακειμενικός διάλογος τόσο με την προγενέστερη ποίηση (ελληνική και παγκόσμια) όσο και με ποικίλες άλλες μορφές τέχνης (π.χ. ζωγραφική, μουσική. γλυπτική), καθώς και μια αγωνιώδης επαναδιαπραγμάτευση του προσωπικού και συλλογικού παρελθόντος της ελληνικής Αριστεράς, το οποίο επανέρχεται δυναμικά και ανασημασιοδοτεί το παγκοσμιοποιημένο, αλλά παρόλα αυτά αλλοτριωμένο και απάνθρωπο πολιτικό και ποιητικό μας παρόν.

Μέσα στα λεκτικά κύτταρα, επομένως, του ανά χείρας συνθετικού ποιήματος, τίθεται ως ατομικό, κοινωνικό, εθνικό και παγκόσμιο ζητούμενο να ανοίξει μέσα μας  «το μάτι της λέξης», με άλλα λόγια να εξανθρωπιστούμε μέσω της ποίησης, αλλά και να αναζητήσουμε κρυμμένες οντολογικές και υπαρξιακές αλήθειες πέρα από τον θάνατο και το ορατό. Η ποίηση, επομένως, εννοείται εδώ ως οντολογική διείσδυση στη βαθύτερη, την κρυμμένη ουσία των πραγμάτων, με άλλα λόγια ως καταβύθιση στο κατά Παρμενίδην «Είναι». Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Η συλλογή αποτελείται από τρία και περίπου ίσα μέρη: «Η λάμψη των οστών», «Φλόγα σωμάτων» και «Στην ερημιά της ύλης». Στο πρώτο μέρος του βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Η λάμψη των οστών» δεσπόζει η πολύσημη και καταλυτική λειτουργία του φωτός που φωτίζει οντολογικά, ποιητικά και πολιτικά το άδικα χυμένο αίμα των νεκρών συντρόφων, ζωντανεύοντας το τραύμα της ήττας του εμφυλίου μέσα στη μνήμη. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι το πρώτο ποίημα με τίτλο «Ημερολόγιο λαού (3 Δεκέμβρη 1944)» επαναφέρει το θέμα των Δεκεμβριανών, ενώ το πρώτο μέρος κλείνει επίσης με τρεις σαφείς και τραυματικές αναφορές στον εμφύλιο: το ποίημα «Σαϊδόνα της Μάνης (27/03/1942)» αναφέρεται στο κάψιμο του συγκεκριμένου χωριού κατά τον εμφύλιο, το ποίημα  [«11.9.1943 Αετός Μεσσηνίας» στο ολοκαύτωμα του χωριού Αετός από γερμανικά αντίποινα στις 11 Σεπτεμβρίου 1943, και, τέλος, το ποίημα «16 Αυγούστου 1949 Συνέσοβα Αρκαδίας»] αναφέρεται στην τραγική ιστορία του  ανταρτοεπονίτη  Καπετάν Πέρδικα, ο οποίος αφού σκοτώθηκε σε ενέδρα χωροφυλάκων στις 16 Αυγούστου 1949 στην τοποθεσία Συνέσοβα, κρεμάστηκε παραδειγματικά στην πλατεία Άρεως στην Τρίπολη στο τέλος του εμφυλίου.

16 Αυγούστου 1949

Συνέσοβα Αρκαδίας

———-

Πήρα, μάνα, το γράμμα σου και καρτερώ
Άφησα τον ερειπωμένο νερόμυλο
Έφυγα στο βουνό
Ψηλά στο μαύρο μάρμαρο
Σ’ αυτό το μακρινό σύμπαν
Nεκρός ή μελλοθάνατος

Συνήθισα, μάνα, την κόλαση
Τους ανθρώπους π’ αρχίζουν χωρίς να τολμούν
Συνήθισα τις ενέδρες των χωροφυλάκων
Στις κόγχες των βράχων
Συνήθισα ακόμα και το φεγγάρι
Σε λάθος νύχτα

Πήρα χαράματα το γράμμα σου
Όπως έτρεχα ανάμεσα στα έλατα
Μεμιάς η φύση έσω μου σαν ώριμη λάμψη
Ρίζα τρυφερή του ποταμού
Ήμουν νεκρός μες στα χαμόκλαδα
Έτσι γράφει η εφημερίδα
Δεν πρόλαβα, μάνα, το χιόνι
Μήτε τον παγωμένο ιδρώτα των συντρόφων
Όμως πρόλαβα, μάνα, το σώμα μου
Με τυραννά η μυρωδιά του στην πλατεία

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, λοιπόν, διαδραματίζεται μια νέκυια, ένας νεκρόδειπνος για τους νεκρούς συντρόφους, μια ελεγεία της μνήμης για το νεκρό όραμα της επανάστασης και της Αριστεράς. Ο ποιητής, ωστόσο, όπως και στις δύο προηγούμενες συλλογές του δεν μιλά μόνο εκ μέρους των νεκρών συντρόφων, αλλά εκ μέρους όλων των αφανών και των απανταχού αδικημένων και οδοιπόρων, των μεταναστών, των αγνοουμένων και των προσφύγων της τουρκικής κατοχής, συμφύροντας αξεδιάλυτα μέσα στην οντολογική χοάνη του ποιήματος το διαχρονικό με το επίκαιρο, το παρελθόν με το παρόν, τον τόπο με τον χρόνο. Κι ίσως γι’ αυτό ο ποιητής (σκοπίμως κατά την άποψή μου) δεν ρίχνει το φως της ταπεινής του τέχνης στους ανθρώπους της εξουσίας, της δημοσιότητας, της ανηθικότητας, της αισχροκέρδειας και των καταχρήσεων, οι οποίοι οδήγησαν και οδηγούν με τις επιλογές τους τον κόσμο στην καταστροφή, αλλά αντίθετα φωτίζει ποιητικά τους αφανείς ανθρώπους-ήρωες που ανήκουν στην πονεμένη, την αθέατη πλευρά της ιστορίας.

Οι σαφείς, πάντως, πολιτικές, αλλά και κοινωνικές προεκτάσεις της επιλογής αυτής αποκαλύπτουν μια δυναμική ποιητική και πολιτική ηθική που λειτουργεί διττά: από τη μια αντιμάχεται μια τέχνη κοινωνικά απούσα και αδιάφορη, η οποία  συγκαλύπτει εντέλει το φαύλο και την αδικία, κι από την άλλη υπονομεύει το καπιταλιστικό σύστημα κοινωνικών αξιών, υποβάλλοντας ποιητικά (και όχι συνθηματικά) την ανάγκη μιας κοινωνικής ανατροπής που θα οδηγήσει σε ένα δικαιότερο κόσμο.

Όταν ανοίγει, με άλλα λόγια, «το μάτι της λέξης» (κι εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στο πρώτο μέρος του βιβλίου αλλά σε όλη την ποιητική σύνθεση) ανοίγει μπροστά μας ένα διαρκές παρόν μα και συνάμα ένα διαχρονικό δράμα και τραύμα, όπου ο συμπυκνωμένος χρόνος της μνήμης και κατ’ επέκταση του ποιήματος κινείται συνεχώς μπρος-πίσω με μια κινηματογραφική οπτική-τεχνική, η οποία συνενώνει αριστοτεχνικά το ιδιωτικό με το ιστορικό και το πολιτικό. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι ο Καπετάν Πέρδικας παρουσιάζεται στην αρχή του ποιήματος να απαντά σε γράμμα της μάνας του λες κι είναι ακόμη ζωντανός, ενώ  στην εκβολή του ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται έκπληκτος ότι ο ήρωας είναι από καιρό κρεμασμένος στην πλατεία.

Εν συνεχεία, στο δεύτερο μέρος της συλλογής που τιτλοφορείται «Φλόγα  σωμάτων», δεσπόζει η οντολογική διαλεκτική ουσιαστικών θεμάτων όπως έρωτας και αγάπη, ζωή και θάνατος, χρόνος και μνήμη, λόγος και σιωπή. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι στο μέρος αυτό η δεσπόζουσα ερωτική αναζήτηση συνυφαίνεται άρρηκτα με την έντονη υπαρξιακή και οντολογική αγωνία-προβληματισμό του ποιητικού υποκειμένου, αποτυπώνοντας πολύσημα τον πυρήνα του ποιητικού στοχασμού, ο οποίος εδράζεται αφενός στη σχέση της ποιητικής συνείδησης με τη μνήμη, την ιστορία και την κοινωνική πραγματικότητα, και αφετέρου με τη φθορά, τη θνητότητα και τη γλώσσα.

Η οντολογική, επομένως, ποιητική όραση του Γουλιάμου, δεν φωτίζει μόνο τις υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητή ο οποίος αισθάνεται εντονότερα τη βαριά σκιά του χρόνου, αλλά ταυτόχρονα αφυπνίζει τη βασανισμένη και διαμεσολαβημένη προσωπική και συλλογική μνήμη του εμφυλίου που ενεργοποιείται όταν αγγίζει τη σύγχρονή μας εφιαλτική, δυστοπική  πραγματικότητα,[1] αποκαλύπτοντας εντέλει στο δραματικό βάθος μια διαλεκτική, ποιητική διαδικασία· μια διαδικασία επώδυνη και συνάμα λυτρωτική που εξελίσσεται παράλληλα και ταυτόχρονα από τη μια μέσα στην οδύνη και στην πικρή συνειδητοποίηση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί, εντέλει, να κρατηθεί αλώβητος από την παντοδύναμη φθορά, κι από την άλλη μέσα στη ζεστασιά του αδέκαστου φωτός της ζωής, του έρωτα και του θαύματος. Και, βέβαια, μέσα στη διαλεκτική δομή αυτού του εξαιρετικά εύθραυστου οντολογικού ποιητικού στοχασμού, όπου ζωή και θάνατος συνυπάρχουν, «Το μάτι της λέξης» δεν αποτυπώνει μόνο τον συνεχή διάλογο ορατού και αθέατου, αλλά και την ποιητικά οργανική σχέση μιας τραυματισμένης μνήμης με τη σαφή ποιητική και πολιτική ηθική του συγγραφέα.

Μια ουσιώδης, λοιπόν, προϋπόθεση για την ορθή ανάγνωση του βιβλίου είναι αφενός η συνειδητοποίηση της βαθιά αφομοιωμένης διακειμενικότητας της ποίησης του Γουλιάμου (π.χ. Ευριπίδης, Αισχύλος, Νεόφυτος Έγκλειστος, δημοτική ποίηση, Βαλαωρίτης, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Λειβαδίτης, Κατσαρός Dylan Thomas, Julio Cortazar) και αφετέρου η αναγνώριση της συστηματικής ενοποίησης των πολλαπλών, ενίοτε πολύπλοκων και συχνά αντίρροπων διαρθρώσεων των βιωματικών, διακειμενικών και πολιτικοκοινωνικών αναφορών μέσα στο ποίημα, γεγονός που προϋποθέτει βεβαίως ως αναγνωστική βάση τη σκοτεινή φιλοσοφία του Ηράκλειτου, αλλά και τη νοηματική προσπέλαση ενός αφαιρετικού μεταϋπερρεαλιστικού ποιητικού λόγου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, η αφηγηματική, αλλά και λυρική ταλάντωση ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, το ιδιωτικό και το συλλογικό, το συγκεκριμένο και το αφηρημένο, το πραγματικό και το φανταστικό, τη μνήμη και τη λήθη, το διαχρονικό και το επίκαιρο αποτελεί σε όλο το μήκος του βιβλίου ένα επιμέρους στοιχείο μιας ευρύτερης οντολογικής διαλεκτικής ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία της παιδικής ηλικίας του ποιητή με έδρα τη γενέθλια Μεσσηνία, η οποία ανακινεί προσωπικά, αλλά και συνολικότερου εύρους πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, που αποδεικνύουν ότι το ποίημα πατά γερά στον τόπο και στην εποχή του.

Τεκμήρια, πάντως, αυτής της σημαίνουσας οντολογικής διαλεκτικής είναι η δυναμική επαναφορά πολύσημων λέξεων-συμβόλων (π.χ. άστρα, ουρανός, φως, αντάρτης, κόκκινο, όνειρο, φεγγάρι, σύντροφοι, βουνά) που συμπυκνώνουν τρεις αλληλένδετες και επικαλυπτόμενες χρονικές και θεματικές περιοχές (παρελθόν, παρόν, μέλλον) – (προσωπικό, συλλογικό, καθολικό). Πιο συγκεκριμένα το προσωπικό και συλλογικό τραύμα του εμφυλίου, η πολιτική και κοινωνική αδικία του σύγχρονου καπιταλισμού (πρόσφυγες, άνεργοι, μετανάστες, υποσιτισμός, εκμετάλλευση κ.ά.), καθώς και η επίμονη (και σε αυτή τη συλλογή) διαπραγμάτευση του ζωντανού τραύματος της τουρκικής εισβολής και κατοχής του νησιού, δεν εκπίπτουν στον εύκολο πολιτικό και ιστορικό διδακτισμό, αλλά μετουσιώνονται ποιητικά ως εσωτερικός οντολογικός κραδασμός ενός ανθρώπου και ποιητή που είναι παντρεμένος με μια Κύπρια, τη Μαρία, που βίωσε και βιώνει, όπως όλοι μας, την τουρκική εισβολή και κατοχή στο πετσί της. Ας ακούσουμε, όμως, τον ίδιο τον ποιητή: «IV. σ. 38»

IV.

Χάθηκαν τ’ άλογα και οι σημαίες καρφωμένες
ξεψύχησαν στο παγωμένο φράγμα

–πού ταξιδεύουν οι νεκροί

Όσους ρωτάς δεν ξέρουν
Και όσοι ξέρουν δε μιλούν
Όσοι μιλούν ξεχνούν όσους μετρούσαν με λυχνάρια σκλάβους

– πού ταξιδεύουν οι πρόσφυγες

Στο δρόμο για τον Πενταδάχτυλο
Λάθος οστά
Λάθος θάνατος
Γύρω γυναίκες γονυπετείς στο χώμα που κάποτε έψαλλαν
Πρωινά κατάψυχρα

…νερά της ακάρπου θαλάσσης…

Στα σκοτεινά νερά η Μαρία
Πιστή ἄχρι θανάτου
Όπως γερνούν οι πορτοκαλιές
Σαν άθροισμα απουσίας

Έλεγε η Μαρία περπατώντας στο χιόνι:
ό,τι πενθώ μένει δικό μου
πικρά περιβόλια π’ άφησα με ήλιο παιδούλα
όταν ρίζωσε η θύελλα
και η σκόνη έκαψε τα μαλλιά μου
και δεν ξεχώριζα το ρήμα γεννήθηκα
από το μαύρο αίμα του Αυγούστου
κι αυτός ο Αύγουστος δικός μου, κατάδικός μου.

Σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα μέρη της συλλογής που αποτελούνται από ποιήματα αριθμημένα με λατινικά στοιχεία, το τρίτο μέρος του βιβλίου που τιτλοφορείται «Στην ερημιά της ύλης» αποτελείται από ποιήματα που φέρουν τίτλο. Το στοιχείο αυτό, ωστόσο, δεν πλήττει τη συνεκτικότητα της ποιητικής σύνθεσης, καθώς και σε αυτό το μέρος ο ποιητής πραγματεύεται με διαλεκτικό τρόπο τα ίδια θέματα, αλλά κάτω από το πρίσμα τώρα της εφιαλτικής και εξαιρετικά επικίνδυνης για τις μέλλουσες γενιές σύγχρονής μας πολιτικής, οικολογικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσα, λοιπόν, στη μεταμοντέρνα καπιταλιστική πραγματικότητα, όπου η ανθρώπινη συνείδηση συγκροτείται με τους μεταβλητούς όρους μιας  παγκοσμιοποιημένης τεχνολογικής ανάπτυξης, η οποία και διαμορφώνει με βάση το κέρδος και την ύλη αλλοτριωμένες μορφές κοινωνικών σχέσεων, η κοινωνική ανισότητα, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η υπονόμευση της δημοκρατίας, η παραχάραξη της μνήμης και η επαναβίωση μηχανιστικών και φασιστικών αντιλήψεων αποτελούν κινδύνους που βασανίζουν τον ποιητή και πολιτικό στοχαστή Κώστα Γουλιάμο.

Μέσα σ’ αυτό, λοιπόν, τον παραμορφωτικό, απάνθρωπο και δυστοπικό παγκοσμιοποιημένο κόσμο, η αγωνιώδης συνθετική προσπάθεια της διαλεκτικής ποιητικής οντολογίας του Γουλιάμου αποτυπώνεται και μορφολογικά μέσα στο ίδιο το ποίημα. Πιο συγκεκριμένα, από τη συλλογή Μανία φιδιού (Έψιλον, 1995), αλλά ειδικότερα στις συλλογές Ομιλία της νύχτας (Gutenberg, 2017) και Υγρό γυαλί (Gutenberg, 2020), ο ποιητής επιχειρεί  συνειδητά να αποτυπώσει τη σύγχρονή του οντολογική και κοσμική αποσπασματικότητα, αλλοτρίωση και αποδιοργάνωση, εξαρθρώνοντας, θρυμματίζοντας και παραμορφώνοντας τη λογική σύνταξη και το νόημα, γεγονός που προϋποθέτει βεβαίως τη  μαθητεία του σε πρωτοποριακά κινήματα, αλλά και τη συνεχή ενεργητική στάση του αναγνώστη.[2] Και σε αυτό το σημείο, πάντως, συγκλίνει πάλι η πολιτική με την ποιητική του ηθική, καθώς ο ποιητής αρνείται να αποτυπώσει λογικά έναν παράλογο, απάνθρωπο και δυστοπικό κόσμο, ανοίγοντας διάπλατα το ματωμένο «μάτι της λέξης» και επιτείνοντας την ανοικείωση της ποίησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αφαιρετικότητα και η πύκνωση,[3] η έντονη διακειμενικότητα που προϋποθέτει τον  δυναμικό διάλογο με σπουδαίους συγγραφείς, και καλλιτέχνες (ζωγράφους, μουσικούς, φιλοσόφους κ.ά.), η μουσική και ρυθμική αγωγή του λόγου, η αισθητικά δραστική σύζευξη λυρικού και στοχαστικού-φιλοσοφικού στοιχείου, και τέλος η αφηγηματική συμπαράθεση και συνειρμική συσσώρευση εμπειριών, στοχασμών, διακειμένων και συναισθημάτων σε μια ποιητική μήτρα ψυχολογικού χρόνου όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυπάρχουν και επικαλύπτονται οντολογικά, αποτελούν τα κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά μιας μεταϋπερρεαλιστικής ποιητικής οντολογίας που συμβάλλουν στην επίταση της πολυσημίας και μιας γόνιμης σκοτεινότητας.[4]

Συνοψίζοντας, η πρόσφατη συλλογή του Κώστα Γουλιάμου Το μάτι της λέξης, μπολιασμένη γόνιμα από τη φιλοσοφία και το δοκίμιο, συστήνει με μοναδική ευαισθησία, παρατηρητικότητα και στοχασμό ένα συμπαγές λογοτεχνικό τοπίο, το οποίο πέρα από αισθητική απόλαυση παράγει κρίσιμους προβληματισμούς σε έναν άρρωστο κόσμο. Έχουμε, εντέλει, μια μοντέρνα ποιητική γραφή που επιχειρεί αφενός να αποκαλύψει και να εκφράσει την οντολογική, κοινωνική, σωματική και πνευματική παραμόρφωση και αλλοτρίωση του δυτικού ορθολογιστικού πολιτισμού και αφετέρου να υπενθυμίσει στον σύγχρονο άνθρωπο τη χαμένη του αρμονία,[5] η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη δυναμική επικοινωνία της τέχνης και εν προκειμένω της ποίησης με την πολιτική. Αλλά για του λόγου το αληθές, ας ακούσουμε τον ίδιο τον ποιητή:

Όσα δεν πρόλαβε το άστρο 

Στην άγρυπνη μνήμη του άστρου
Ονειρεύεται το κοριτσάκι
Ένα κομμάτι φως σαν κίτρινη σκόνη
Ξεχασμένο
Στην πανσέληνο του χιονιού
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
–καλά μάντεψες–
Μέρα νύχτα γυρεύει το ασύλληπτο ψέμα

Ω, με κούρασε ο θόρυβος του άστρου
Στις εσχατιές της πυρωμένης γιορτής
Ο άνεμος όπως φυσάει στις φτωχές γειτονιές
Και η νύχτα αγκαλιάζει τη ματωμένη σάρκα
Τα χιλιόμετρα ακτημοσύνης
Που θρέψαν ποντίφικες σε συγχωροχάρτια
Ενοχλημένοι με την Παναγία και το Θείο Βρέφος
Με τον Καρδινάλιο Rolin
–που δε γνώρισες–
και το κοριτσάκι με τα σπίρτα
–αν άκουσες–
Το ξέρασε η θάλασσα

Στήνουν χορούς μελωδίες σε κοσμικά mall
Πληρώνουν τη χαρά τους
–καθόλου παράξενο–

Όλα γεννιούνται στο πετρωμένο χιόνι
Στη βιτρίνα του Άι-Βασίλη
Με τους αφηνιασμένους τάρανδους της Coca-Cola
Όλα σε τάξη κατανάλωσης
Ανύποπτης
–αν κρίνω από το ύφος της νύχτας–
Για το κοριτσάκι με τα σπίρτα

 


[1] Ο ποιητής γεννήθηκε το 1955 στην Καλαμάτα.
[2] Ο ποιητής αναφέρει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Εξόρμηση (3-4 Δεκ. 1983): «Άρχισα να γράφω και, συνάμα, προσπαθούσα να μιμηθώ την εκφραστική εξάρθρωση, την αισθητική εκτροχιασμού και παραμόρφωσης του μπάρμπα-Γιάννη Σκαρίμπα. Βυθίστηκα στην αρχαϊκή του κλίμακα, στις ρωγμές της γραφής του …».
[3] Στην ίδια συνέντευξη ο ποιητής σημειώνει: «Η σύλληψη δεν είναι κάτι προκατασκευασμένο. Ωστόσο, από κάπου καθορίζεται. Έχει αφετηρία. Συγκεκριμένες εικόνες, π.χ. ένα τρένο, μια πλατεία, ένα άγνωστο πρόσωπο που είδαμε μέσα από τα παράθυρα του λεωφορείου, μπορούν να γίνουν στίχοι. Ακόμα και το χρώμα και ο ήχος και αυτές οι οσμές είναι μια ανοιχτή πρόκληση για να φανταστείς το διαφορετικό. Με λίγα λόγια, αυτό που σε απειλεί πρέπει να εκφράσεις. Κι ο καθένας εκφράζεται με διάφορους σχηματισμούς της γλώσσας. Προσωπικά, έχω μια ερωτική, θα έλεγα, σχέση με την αφαίρεση. Με την αφαίρεση που, όπως και στα μαθηματικά, ξεκινά από πραγματικά δεδομένα. Ψάχνω, λοιπόν, για το υπόλοιπο. Να το εκφράσω, να του δώσω σχήμα. Πιστεύω, δηλαδή, ότι με την αφαίρεση προχωρά κανείς πέρα από κάθε συμβατικό επίπεδο. Άλλωστε, είναι αυτή που δημιουργεί και τη διαφορετική συνείδηση στις αισθήσεις, τα πάθη, τις ιδέες, τα συναισθήματα. Πρόκειται, λοιπόν, για ρηγματικό μηχανισμό κι έχω ανάγκη από τέτοια ρήγματα».
[4] Βλ. σχόλιο του ίδιου του ποιητή σε συνέντευξη του στην εφημερίδα Φιλελεύθερος (Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2025): «Ειδικότερα, ο «λόγος» του υπερρεαλισμού έχει αντοχή στον βαθμό που με την αισθητική και κοινωνική του ύλη μπορεί ν’ αναδημιουργήσει το πολύσημο κοσμολογικό, το γνωσιολογικό και οντολογικό νόημα του κόσμου, ενθαρρύνοντας τον αναγνώστη να δημιουργήσει το δικό του νόημα σε πείσμα του ίδιου του έργου. Επιπλέον, ο υπερρεαλισμός είναι λόγος διακειμενικός. Εκεί οφείλεται η διαχρονική του φύση. Η ποιητική του μορφολογία ανανεώνεται συνεχώς, στο βαθμό που συμπυκνώνει πτυχές και τροπικά σημεία της μουσικής, του κινηματογράφου, των τεχνών, της φιλοσοφίας ή των επιστημών. Αυτή δε η διακειμενική σχέση όταν είναι αυθεντική δίνει διάρκεια και μοναδικότητα στον υπερρεαλισμό καθώς ποιητικά αναδύεται η μεταμορφωτική άλως της αισθητικής αλλά και η συνεκτική ολότητα του ποιητικού νοήματος».
[5] Βλ. επίσης Μίκης Θεοδωράκης – Κώστας Γουλιάμος, Στη διαλεκτική της αρμονίας, Gutenberg, Αθήνα 2018.
~.~
*
*
*