Σχολικές τάξεις; Μονάδες Εντατικής Θεραπείας…

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Αγαθοκλής Αζέλης

~.~

Πριν πολλά χρόνια διάβασα ένα πολύκροτο άρθρο Γερμανίδας εκπαιδευτικού στην εμβληματική εφημερίδα Die Zeit, το οποίο έχει συζητηθεί και σε επιστημονική βιβλιογραφία. Σκεφτόμουν από τότε που το διάβασα ότι θα ήταν χρήσιμη η ανάγνωσή του και αποφάσισα, λίγο πριν ξεκινήσει το νέο σχολικό έτος, να το μεταφράσω.

Η κατάσταση που παρουσιάζει η συντάκτρια αναφέρεται σε μεμονωμένο σχολείο το έτος 1993. Στο μεταξύ πολλά έχουν αλλάξει από το μακρινό 1993. Προς το καλύτερο; Δεν το γνωρίζω.  – ΑΖ

///

της Beate Szillis-Kappelhoff

~.~

Έχω την τύχη να μένω σε ένα χωριό περίπου 6000 κατοίκων. Η ζωή έχει ακόμη αγροτικά χαρακτηριστικά, αν και οι κοινωνικοί έλεγχοι έχουν εξασθενήσει και τη θέση τους καταλαμβάνει ένας αστικός ηδονισμός. Το σχολείο και το διδακτικό προσωπικό είναι διαχειρίσιμα σε μέγεθος, εδώ και 25 χρόνια γερνάμε μαζί αρμονικά.

Οι μεγάλες διακοπές μας αποτελούν φυσικά αγκάθι στο μάτι της κοινωνίας. Αλλά παρακαλώ να ληφθεί υπόψη ότι δεν ευθυνόμαστε εμείς οι εκπαιδευτικοί για τη ρύθμιση των διακοπών· αν μας ρωτούσαν, θα δίναμε προτεραιότητα στις ανάγκες των παιδιών, όχι του κόσμου των ενηλίκων (άδειες εργαζομένων, αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας).

Δεν θέλω να εξιδανικεύσω τον εαυτό μου, απολαμβάνω πραγματικά, αμέσως μετά το άγχος της λήξης των μαθημάτων, να χασομεράω για μερικές ημέρες. Έπειτα ακολουθούν  οι οικογενειακές μας διακοπές, αλλά μετά αρχίζει πάλι η δουλειά. Στην τελευταία συνεδρίαση  πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές λαμβάνουμε τα σχέδια ανάθεσης για τη νέα σχολική χρονιά. Αρχίζω να μελετώ οδηγίες, σχολικά βιβλία, ειδική βιβλιογραφία, οπτικοακουστικό υλικό και άλλα βοηθήματα, οργανώνω ασκήσεις, σχολικές εκδρομές, και συντάσσω τα πρώτα γενικά πλάνα κατανομής της ύλης για όλο το διδακτικό έτος.

Τα βασικά μου μαθήματα είναι η Φυσική, τα Μαθηματικά και η Μουσική. Αλλά τα τελευταία 25 χρόνια χρειάστηκε να διδάξω σχεδόν κάθε πιθανό μάθημα – ακόμη και Γαλλικά, Καλλιτεχνικά και Θρησκευτικά. Η εμπειρία μου με βοηθάει πολύ, αλλά τουλάχιστον στη Φυσική και τη Μουσική πρέπει να επικαιροποιώ τις γνώσεις, καθώς η γνώση των εξελίξεων και η προσαρμογή της γνώσης στις ανάγκες των παιδιών αποτελούν παιδαγωγικές επιταγές. Είναι λοιπόν αυτονόητο να διαβάζω για τις νεότερες εξελίξεις στη Φυσική, ενώ και στη Μουσική γνωρίζω από πανκ μέχρι τέκνο. Στα Μαθηματικά, δεν αλλάζουν πολλά – εκεί αποτελεί μάλλον πρόκληση το να μην αποβλακωθώ.

Η ευελιξία στον καταμερισμό του εργασιακού χρόνου –σε σύγκριση με φίλους από τον ιδιωτικό τομέα– είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του επαγγέλματός μου. Απολαμβάνω τους απογευματινούς μου περιπάτους, αλλά όταν υπάρχει φόρτος εργάζομαι και 12 έως 16 ώρες συνεχόμενα, ακόμη και τη νύχτα ή τις Κυριακές. Πιστεύω πως αξίζω τον μισθό μου.

Στο δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα, η βαθμίδα προσανατολισμού (Orientierungsstufe), η γενική μέση βαθμίδα (Hauptschule) και τη μέση βαθμίδα (Realschule) –οργανωτικά διακριτές- συστεγάζονται , με κάποια πλεονεκτήματα για τους μαθητές. Εμείς οι εκπαιδευτικοί όμως διδάσκουμε και στις τρεις μορφές σχολείου, αναλόγως των οργανωτικών αναγκών. Στη Φυσική της  Hauptschule πρέπει να απλοποιώ περίπλοκα ζητήματα έτσι ώστε οι μαθητές με απλοϊκές προσωπικότητες να μπορούν να τα κατανοήσουν, χωρίς όμως να γίνονται επιστημονικά λανθασμένα.

Στο μάθημα, πρέπει να κάνω εισαγωγή στην προβληματική του θέματος,  να εφαρμόζω ή  να αναθέτω πειράματα και να διασφαλίζω την αποτελεσματικότητα.  Ταυτόχρονα, πρέπει να προσέχω να μη στραγγαλιστούν οι μαθητές με καλώδια ή να μη σκοτωθούν μεταξύ του με τα τρίποδα. Στη Realschule, αντίθετα, τα πράγματα είναι πολύ πιο ήρεμα. Εκεί μπορώ να αναθέτω ασκήσεις, να γίνονται μετρήσεις και σπάνια υπάρχουν προβλήματα πειθαρχίας.

Για μένα, η διδασκαλία σε τμήμα Realschule είναι ξεκούραση – ενώ οι συνάδελφοι με οργανική θέση στη Realschule εξουθενώνονται στη διδασκαλία της Hauptschule, γιατί δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στη μεθοδολογία της. Οι εκπαιδευτικοί της Hauptschule έχουμε συνήθως τους πιο δύσκολους μαθητές, δουλεύουμε περισσότερες ώρες εβδομαδιαία και έχουμε ένα χαμηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο από τους συναδέλφους της Realschule.

Τρομάζω όταν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης γίνεται λόγος για «εκπαιδευτικούς και γονείς» ή «σχολείο και οικογένεια» σε σχέση με τη βία. Αυτή η σειρά βασίζεται σε ένα σοβαρό στοχαστικό λάθος: οι γονείς πρέπει να αναφέρονται πρώτοι κι εμείς οι εκπαιδευτικοί δεν θέλουμε να τους απαλλάξουμε από την ευθύνη τους, γιατί αυτό θα επέρριπτε υπερβολικές ευθύνες σε μας. Μια κοινωνία που νοιάζεται κυρίως να διασκεδάζει, είναι άρρωστη και παράγει τα παιδιά με τα οποία τρομάζει η ίδια. Με εξοργίζει όταν βλέπω οικογένειες πρόθυμες να δουλεύουν εξαντλητικά για να αποκτήσουν ένα πολυτελές αυτοκίνητο αφήνοντας συνάμα τα παιδιά τους να εκφυλίζονται. Πώς μπορεί το σχολείο –ως ένας από τους πιο αδύναμους θεσμούς– να λύσει προβλήματα που η κοινωνία –ας αναλογιστεί κανείς τις πολυάριθμες διαλυμένες οικογένειες– δεν προσπαθεί καν σοβαρά να αντιμετωπίσει;

Μάθημα Μαθηματικών:

Ένα αγόρι διακόπτει τον προβληματισμό για την άσκηση λέγοντας: «Χθες το βράδυ, ο γέρος μου μπήκε στουπί στο μεθύσι στο δωμάτιό μου και  ξέρασε στο χαλί». Η άσκηση πάει περίπατο για την ώρα.. Ο μαθητής είναι ταραγμένος, γιατί ο νέος σύντροφος της μητέρας του φαίνεται να διαταράσσει την  οπτική για τη δική του ζωή. Οι συμμαθητές, έχοντας προφανώς παρόμοιες εμπειρίες, προσφέρουν συμβουλές για το πώς να κρίνει κανείς τον χαρακτήρα του «γέρου» από την υφή του εμετού.

Μάθημα Γερμανικών:

Καθώς μπαίνουμε στην τάξη, δύο αγόρια κλωτσούν το ένα το άλλο στα γεννητικά όργανα, κάνουν κεφαλοκλείδωμα και βρίζουν το ένα το άλλο με τις λέξεις «μ@λ@κοβιόλη» και «αδερφή». Κι ενώ προσπαθώ να τα χωρίσω, άλλα παιδιά απαιτούν να εξηγήσω αυτούς τους όρους. Η μετάβαση στο προγραμματισμένο ποίημα του Ρίλκε δεν είναι και τόσο εύκολη. Ενώ δουλεύουμε πάνω στο κείμενο, σκέφτομαι πως η μητέρα μου πάντα μου απαγόρευε να συναναστρέφομαι με χυδαίους ανθρώπους, αλλά ενέκρινε την επαγγελματική μου επιλογή επειδή τα παιδιά ήταν, λέει,  το πιο φυσικό πράγμα για μια γυναίκα. Τι θα μπορούσε να είναι ένας «μ@λ@κοβιόλης»;

Εργαστήρι «Ορεκτικά»:

Δεκαέξι παιδιά που δεν ξέρουν τα πιο απλά πράγματα: σκούπισμα της κουζίνας, βράσιμο νερού, πλύσιμο πιάτων. Κανένα από τα παιδιά έντεκα έως δώδεκα ετών δεν ενδιαφέρεται να κοιτάξει την πολύ απλή συνταγή που έχουν διαβάσει και συζητήσει λεπτομερώς εκ των προτέρων. Συνεχώς έρχονται σε μένα και απαιτούν εξηγήσεις. Κάποια ψιλοκόβουν μαϊντανό, μετά τον ξεπλένουν και κοιτάζουν, αρκετά σαστισμένα, τον νεροχύτη όπου εξαφανίζονται τα ψιλοκομμένα φύλλα. Να στρώσουν το τραπέζι; Άγνωστες λέξεις. «Φτιάχνω μόνος μου ένα σάντουιτς, αλλιώς η μαμά μού δίνει πέντε μάρκα για μια πίτσα». Η ατμόσφαιρα του κοινού γεύματος θυμίζει επομένως έντονα χοιροστάσιο.

Μάθημα Μουσικής:

Ένα κορίτσι περνάει το μεγαλύτερο μέρος του μαθήματος διακόπτοντας, κοιτάζοντάς με με βλέμμα κοκέτας. Είναι τόσο απίστευτα παχύσαρκη που μερικές φορές σκέφτομαι, «θα σκάσει!» Μετά από κάθε μάθημα, έρχεται σε μένα και κουβεντιάζουμε λίγο, μου δείχνει τα τελευταία δώρα της μαμάς της και μου λέει πως πάντα την κακομαθαίνει. Μόλις εξέφραζε μια επιθυμία, η μαμά την εκπλήρωνε.  Αλλά γιατί με χρειάζεται εμένα για συνομιλήτρια;

Μάθημα Υπολογιστών:

Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι έχει πιπιλιές από φιλιά στο λαιμό του. Προσπαθεί να λείπει από τα μαθήματά μου κάθε εβδομάδα για τους πιο ασήμαντους λόγους. Είτε μένει με τους γονείς της είτε με την αδερφή της στο γειτονικό χωριό, δεν μπορεί να το εξηγήσει ακριβώς. Αντί να δουλεύει, γράφει «προφυλακτικό» και «μ@λ@κ@» στην οθόνη και χαίρεται απίστευτα όταν αντιδρούν οι συμμαθητές της. Όταν της απαγορεύω να γράφει «κακές» λέξεις, με κοιτάζει άγρια και κάνει σαφείς χειρονομίες πίσω από την πλάτη μου.

Μάθημα Μαθηματικών (ξανά):

Ένα δεκαεξάχρονο αγόρι χασμουριέται συνεχώς και δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί σε παραβολές. Λέει ότι είδε την ταινία στο κανάλι Sat 1 τη νύχτα. Μια ματιά στον τηλεοπτικό οδηγό μου δείχνει ότι ήταν μια ταινία με σεξ. Ένα άλλο αγόρι λέει ότι παρακολουθεί πάντα τα βίντεο του πατέρα του το πρωί πριν σηκωθεί.

Βαθμίδα Προσανατολισμού:

Ένα αγόρι στην έκτη τάξη έρχεται συνέχεια στην έδρα για να του εξηγήσω το ίδιο πράγμα. Στην αρχή, κάνω υπομονή και του εξηγώ, αλλά μετά βάζω τέλος και του λέω να γυρίσει στη θέση του, οπότε χτυπάει θυμωμένα το πόδι του και μου φωνάζει ότι σιγά σιγά χάνει πλέον την υπομονή μαζί μου. Η μητέρα του είπε ότι πληρώνομαι για να του εξηγώ.

Γενική Μέση Βαθμίδα (Hauptschule):

Λίγο πριν από την τελική συνεδρίαση του Συλλόγου διδασκόντων, μια μητέρα θέλει να βάλω βαθμό 2 αντί για 4 στη Φυσική. Αδιαφορεί για την αναφορά μου στην επίδοση της κόρης της, λέγοντας ότι θέλει να γίνει οδοντοτεχνίτης, οπότε χρειάζεται βαθμό 2. Έπρεπε να της τον βάλω, δεν θα το πρόσεχε κανείς.

Μέση Βαθμίδα (Realschule):

Το ενενήντα τοις εκατό των μαθητών μου έρχονται χωρίς εργασίες. Αφού απορρίψω το επιχείρημα ότι δεν τους ανέθεσα εργασία για το σπίτι και ότι οι δύο σπασίκλες την έκαναν μόνο κατά λάθος, φωνάζουν ότι βιώνουν τόση πίεση, που δεν μπορώ καν να τη φανταστώ. Τρομαγμένη, ρωτάω αν τους ασκώ εγώ τέτοια πίεση και απαντούν ότι δεν φταίνε οι καθηγητές. Οι γονείς τους ήθελαν να πάνε στη Realschule για να έχουν περισσότερες ευκαιρίες, και αν έπαιρναν μόνο 3, θα τους ασκούσαν πίεση. Όχι, δεν θα υφίσταντο ξυλοδαρμό, αλλά είναι, λέει, τόσο τρομερό όταν οι γονείς τους είναι συνεχώς απογοητευμένοι.

Όταν ξεκίνησα το 1968 να εργάζομαι ως νεαρή εκπαιδευτικός (δόκιμη) με όλες τις ευθύνες και χωρίς μέντορα, είχα μια 7η τάξη 46 μαθητών – πέντε από αυτούς «ζιζάνια» (μαθητές που σήμερα σχεδόν τους νοσταλγούμε).  Έδωσα τις δεύτερες κρατικές εξετάσεις μου με 39 μαθητές. Η τελευταία μου τάξη, στην οποία δίδαξα για τρία χρόνια, είχε μόνο 25 μαθητές, οκτώ από τους οποίους ήταν βίαιοι νταήδες και τρία αγόρια με σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς. Ο ένας πέρασε όλο το πρωί εκτονώνοντας τον εκνευρισμό του χτυπώντας το θρανίο με τις γροθιές.  Ο δεύτερος, κάπως αυτοκτονικός και αυτιστικός, προκαλούσε  μαζική αναταραχή κολλώντας τις καρκαβέλες και τις μύξες του  στα γειτονικά θρανία. Ο τρίτος ενοχλούνταν από κάθε μύγα στον τοίχο. Έτρεχε στην τάξη ουρλιάζοντας υστερικά και άγγιζε τα στήθη των κοριτσιών μόλις γύριζα στον πίνακα. Ένας κατά τα άλλα ήσυχος τέταρτος μαθητής (Βιετναμέζος, παρεμπιπτόντως) ένιωσε να θίγεται το αίσθημα τιμής και ντροπής του και προσπάθησε να προστατεύσει εμάς τις γυναίκες της τάξης από αυτές τις επιθέσεις χτυπώντας, κατάχλωμος από οργή, το λαιμό του παρενοχλούντος.

Κατά κανόνα χρειαζόταν περίπου είκοσι λεπτά για να δημιουργήσω μια ήρεμη εργασιακή ατμόσφαιρα, η οποία διαρκούσε το πολύ δεκαπέντε λεπτά. Οι προσπάθειες να χωριστεί η τάξη ή να σταλεί και δεύτερος δάσκαλος για ομαδική διδασκαλία απέτυχαν λόγω των ισχυόντων κανονισμών. Τελικά, κατέστη εφικτή η παραπομπή του παρενοχλούντος σε εξέταση με ζητούμενο την παραπομπή του σε μια δομή για παιδιά με διαταραχές συμπεριφοράς. Ο ψυχολόγος που προσκλήθηκε, αρχικά παρακολούθησε εμένα, όχι το αγόρι, στην τάξη και ρώτησε πώς είχα προσαρμόσει τη διδασκαλία μου για να αντιμετωπίσω μια τέτοια αποκλίνουσα συμπεριφορά. Τέλος, με συμβούλεψε να παρακινήσω το αγόρι για καλή συμπεριφορά με πολλούς επαίνους και αστέρια στο τετράδιό του. Το δικαίωμα των άλλων 24 σχετικά φυσιολογικών μαθητών για ανενόχλητη ζωή και μάθηση δεν ελήφθη υπόψη, παρόλο που παρατηρήθηκε ένα αξιοσημείωτα υψηλό ποσοστό απουσιών λόγω ασθένειας.

Μετά το σχολείο, ήμουν πάντα εξαντλημένη και θα ήθελα πολύ να ξαπλώνω για ώρες, αν δεν μου τηλεφωνούσαν αμέσως γονείς για να παραπονεθούν ότι στα μαθήματά μου κυριαρχούσε κλίμα τρελοκομείου. Κι ότι αν δεν τα κατάφερνα τελικά να επιβάλω την τάξη, τότε … Ο πατέρας του παρενοχλούντος με παραμόνευε στο σούπερ μάρκετ και μου είπε ότι είχε ήδη ένα παιδί στη δομή, και ότι δεν θα του έπαιρνα και το άλλο, αλλιώς θα μου έκανε το σπίτι λαμπόγυαλο.  Τα βράδια, περνούσαν μοτοποδήλατα από τον δρόμο μας, ουρλιάζοντας: «Κάππελχοφ, παλιοπουτ@ν@!» Τα δικά μου παιδιά έμπαιναν τρέχοντας στην κρεβατοκάμαρα τη νύχτα επειδή περιφέρονταν άγνωστοι στην αυλή μας.

Από τότε, η υψηλή αρτηριακή μου πίεση είναι δύσκολο να ρυθμιστεί και η αλλεργία μου έχει εξελιχθεί σε χρόνιο άσθμα. Στις καλές εποχές, παίρνω πέντε φάρμακα την ημέρα, στις κακές, έως και δεκατρία. Όταν είμαι πολύ άρρωστη, μόνο τα δισκία κορτιζόνης με κρατούν στη ζωή. Μια ήπια κρίση γρίπης τον χειμώνα με αφήνει εκτός δράσης για τέσσερις εβδομάδες. Μερικές φορές, όταν λόγω δύσπνοιας βγάζω το κεφάλι μου έξω από το παράθυρο, αμφιβάλλω σοβαρά αν θα φτάσω στα πεντηκοστά μου γενέθλια.

Τα πρώτα παιδιά μεταναστών έφτασαν στο σχολείο μας το 1981 και ήταν Βιετναμέζοι πρόσφυγες που διέφευγαν με πλεούμενα. Είχα τρία στην όγδοη τάξη μου. Για ένα χρόνο, έρχονταν στο σπίτι μου κάθε απόγευμα επειδή απλά δεν μπορούσα να ασχοληθώ αρκετό χρόνο με αυτά τα πρωινά. Για να δημιουργήσω μια στοιχειώδη γλωσσική βάση επικοινωνίας, σχεδίασα πρώτα μαθηματικά προβλήματα. Δεν μπορούσαν καν να επικοινωνήσουν επαρκώς μεταξύ τους, καθώς μιλούσαν διαφορετικές κινεζικές διαλέκτους. Το κορίτσι έγραφε τις εκθέσεις στα βιετναμέζικα χρησιμοποιώντας λατινικούς χαρακτήρες, ενώ τα αγόρια χρησιμοποιούσαν κινεζικούς ή λαοτινούς χαρακτήρες. Τις μεταφράζαμε μαζί το απόγευμα και εγώ αξιολογούσα μόνο τις ιδέες τους για το θέμα.

Σήμερα, έχουμε στο σχολείο μας αλλοδαπούς μαθητές από τα πιο διαφορετικά έθνη.  Συνολικά, ωστόσο, ο αριθμός είναι ακόμα μικρότερος από δέκα τοις εκατό. Επιπλέον, υπάρχουν παιδιά μεταναστών και επαναπατρισθέντων από τη Σιβηρία και την Πολωνία, και μερικά γερμανόπουλα από μεικτούς γάμους. Τα παιδιά που δεν γνωρίζουν τη γερμανική γλώσσα αποσύρονται από τα κανονικά μαθήματα για αρκετές ώρες την εβδομάδα και λαμβάνουν σε τμήματα ένταξης ενισχυτική διδασκαλία από έναν δάσκαλο που έχει υποβληθεί σε εκτεταμένη επιμόρφωση για αυτό το έργο. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα προβλήματα με αυτά τα παιδιά.

Ζω και εργάζομαι σε ένα χωριό όπου πολλά πράγματα είναι ακόμα τακτοποιημένα και οι άνθρωποι είναι φιλικοί, ακόμα κι αν δεν χαιρετούν πλέον όλοι αυτόματα τους άλλους. Εργάζομαι σε ένα σχολείο που λειτουργεί καλά με ευχάριστη ατμόσφαιρα, όπου όλα είναι καθώς πρέπει, και εμείς οι δάσκαλοι χαιρόμαστε κάθε μέρα, που η καθημερινότητα των πόλεων δεν έχει φτάσει ακόμα σε εμάς.

Die Zeit, φ. 44/1993, 29 Οκτωβρίου 1993

~.~

*

*

*