
*
του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ
Ο ποιητής Βαγγέλης Τασιόπουλος, με εννιά ποιητικές συλλογές και μια πρόσφατη συλλογή διηγημάτων στο ενεργητικό του, αποτελεί έναν διακριτό ποιητή της Γενιάς του 1980 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος,[1] ο οποίος, ενώ στην αρχή της ποιητικής του πορείας παραμένει ως επί το πλείστον περίκλειστος ποιητικά εντός του ιδιωτικού λυρισμού, εξελικτικά και κλιμακωτά αποκλίνει από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-όραμα και ανοίγεται στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, προσφέροντας μιαν ευρύτερη θέαση του συλλογικού. Στο παρόν κείμενο, επομένως, θα εστιάσουμε (όσο αυτό είναι δυνατόν στο πλαίσιο ενός μικρού κειμένου) αφενός στην προαναφερθείσα εξελικτική πορεία της ποιητικής του Τασιόπουλου, η οποία προϋποθέτει παράλληλα και μια σημαίνουσα μορφολογική μετατόπιση από το λυρικό-ποιητικό προς το αφηγηματικό-πεζοποίημα, και αφετέρου στην ανάδειξη κεντρικών θεμάτων της ποίησής του που επανέρχονται βασανιστικά και επίμονα με τρόπο που μας επιτρέπει να μιλήσουμε, κατά την άποψή μου, για ένα ποιητικό έργο εν προόδω. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Στην πρώτη συλλογή Η εποχή της Άνοιξης (1983), ο νέος ποιητής Τασιόπουλος βρίσκεται κάτω από τη βαριά σκιά του καρυωτακικού λόγου, όχι με τρόπο, βεβαίως, δηλωτικό, αλλά περισσότερο έμμεσο, μέσα κυρίως από τη διάχυτη θλίψη του ποιητικού υποκειμένου, αλλά και τον καταλυτικό ρόλο του έρωτα που συνυπάρχει διαλεκτικά μέσα στη γενικότερη μετεμφυλιακή και μεταπολεμική ασφυξία και εχθρότητα. Σε αυτή την πρώτη συλλογή, λοιπόν, ο ποιητικός λόγος του νέου σε ηλικία Τασιόπουλου είναι περισσότερο ιδιωτικός, λυρικός, υπαινικτικός, αφαιρετικός και πολύσημος, κι ίσως για τούτο ο ποιητής επιχειρεί να συμπυκνώσει μοντερνιστικά το ποιητικό βίωμα (ίσως περισσότερο από όσο θα έπρεπε), δίνοντας έμφαση στην επίτευξη μιας δομημένης ποιητικής αρχιτεκτονικής η οποία παραμένει μέσα στο μορφολογικό πλαίσιο της μικρής φόρμας.
Η μορφολογική αυτή τάση, ωστόσο, που εντοπίζεται σε όλη την πρώτη ποιητική περίοδο του Τασιόπουλου [Η εποχή της Άνοιξης (1983), Το Νέον της Οδού (1987), Το δάκρυ του Πολύφημου (1992), Η μνήμη τη σιωπής (1995)] δεν είναι βεβαίως ομοιόμορφη ή σταθερή. Κι αυτό γιατί από την πρώτη του συλλογή μέχρι και την τελευταία της περιόδου, δηλαδή μέχρι και το 1995, παρατηρούμε την ολοένα αυξανόμενη χειραφέτηση του ποιητή από το ιδιωτικό και το λυρικό προς το συλλογικό και το αφηγηματικό, γεγονός που αποτυπώνεται τόσο στα θέματα όσο και στην ποιητική μορφή. Πιο συγκεκριμένα από τη δεύτερη συλλογή του ποιητή Το Nέον της Oδού (Ιντερμέδιο 1987), αλλά και ειδικότερα στις δύο τελευταίες συλλογές της πρώτης περιόδου [Το δάκρυ του Πολύφημου (τραμ, 1992) και Η μνήμη της σιωπής (Ανατολή, 1995)] από τη μια το αφηγηματικό στοιχείο γίνεται ολοένα εντονότερο, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα στη συγγραφή μεγαλύτερων σε μέγεθος ποιημάτων, κι από την άλλη ο πολιτικός και κοινωνικός προβληματισμός, καθώς και η ιστορική διάσταση της ποίησής του γίνεται πιο εμφανής και δραστική.
Στο τέλος της πρώτης ποιητικής περιόδου, επομένως, μπορούμε να διακρίνουμε ξεκάθαρα τους θεματικούς και μορφολογικούς άξονες της ώριμης ποίησης του Τασιόπουλου, οι οποίοι στη δεύτερη και ωριμότερη ποιητική του περίοδο θα γίνουν ακόμη πιο εμφανείς και ισχυροί. Έτσι, στην τελευταία περίοδο της ποίησής του διακρίνουμε πιο έντονα αφενός την κυριαρχία θεμάτων όπως ο έρωτας, η ποίηση, η αιμάσσουσα μνήμη του εμφυλίου, η αλλοτριωμένη πατρίδα-ξενιτειά και ο πόθος του νόστου, και αφετέρου (στη μορφή) τη γόνιμη παρουσία μιας ερμητικότητας και πολυσημίας, η οποία επιτείνεται βεβαίως από τη δραστική ποιητικά χρήση του αρχαίου μύθου, αλλά και τη δυναμική μείξη λυρικού και αφηγηματικού-πεζού στοιχείου, τα οποία επιστρατεύονται στην πορεία ολοένα και πιο έντονα για να υποβαστάξουν τη βαθιά βιωματική και οντολογική διάσταση της ιστορίας.
ΙΣΤΟΡΙΑ, ας πούμε
Κι αυτός ο βούρκος να μην έχει μιαν ιστορία
ένα τέλος πάντων παραμύθι της σειράς
να ’χω να λέω στα ταξίδια μου…
σ’ εκείνους τους θαλάμους που οι αστοί
προσποιούνται
τους αδιάφορους στη θέα του Διογένη
και δήθεν καλοπιάνουν το σκυλί που ξερογλείφεται
απαριθμώντας στάσεις προαιρετικές […]
(Ποιήματα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2000, σ. 91)
Δεν είναι τυχαίο, επομένως, πως η συλλογή Οι λάμιες του θολού βυθού (εκδ. Σύγχρονοι ορίζοντες 1999) εντάσσονται στη συνέχεια στην εξαιρετική συλλογή Γράνα (εκδ. Σύγχρονοι ορίζοντες, 2007), η οποία εγκαινιάζει τη δεύτερη ποιητική περίοδο του Τασιόπουλου [Γράνα (2007), Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων (2007, ²2022), Αχερουσία η θάλασσα (2019), Τα αδέσποτα της νοητής γραμμής (2019, ενσωματωμένα στον τόμο 4×4), Η συμμιγή (2022)], όπου το ιστορικό και το πολιτικοκοινωνικό στοιχείο είναι πιο εμφανές και δραστικό. Η βαθιά, πάντως, πολιτική διάσταση της ποίησης του Τασιόπουλου σε αυτή τη δεύτερη περίοδο διαφαίνεται εξαρχής από τον τίτλο της συλλογής Γράνα, καθώς η «γράνα» δεν παραπέμπει μόνο στο αυλάκι που δημιουργείται για γεωργικούς σκοπούς ή στο χαντάκι που αποτελεί όριο ιδιοκτησίας, αλλά υποδηλώνει αλληγορικά το βαθύ μετεμφυλιακό ρήγμα που διαχωρίζει τους ανθρώπους και τις τραυματισμένες ψυχές τους μέσα στην αποπροσανατολισμένη και διχασμένη μεταπολεμική ελληνική πραγματικότητα:
ΓΡΑΝΑ
Κάποτε σε κυκλώνει η άβυσσος
κάργιες πετούν θαμπώνοντας τα περισσεύματα της υστεροβουλίας
κι οι πιο μικροί
φθόγγοι απείραχτοι ταιριάζουν τ’ ανομήματα
εταίρες στα παράθυρα στίγματα στης ιστορίας τα μανικετόκουμπα
θυρεοί και άλλα σχετικά
αποπληρώνουν τους εκ γενετής
γράνες παντού
γράνες θανάτου
γράνες ανθρώπων
σύνορα της ακεραιότητας
με τον ευκρινή αντίλαλο στο βάθος
ισχύουν οι αντίπαλοι έτσι […]
(σ. 11)
Στη δεύτερη, λοιπόν, περίοδο, η ποίηση του Τασιόπουλου υπερβαίνει το πλαίσιο της αποκλειστικά κλειστής ιδιωτικής περιοχής με το οποίο συστήνεται ως ποιητής και ανοίγεται ποιητικά στο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο. Η πολιτική, ωστόσο, διάσταση της ποίησής του δεν συνεπάγεται με κανένα τρόπο τη δουλική στράτευση του ποιητή ή την παραγωγή εύκολης και κραυγαλέας πολιτικής διαμαρτυρίας. Αντίθετα, ο ποιητής μετουσιώνει ποιητικά τα προσωπικά του βιώματα, τα ιδιωτικά και συλλογικά τραύματα, τα οράματά του και τις απογοητεύσεις του χωρίς να απορρίψει το ήδη κατακτημένο ποιητικό του οπλοστάσιο. Πιο συγκεκριμένα, ενώ εντοπίζουμε (όπως εξάλλου και στην πρώτη, λυρική ποιητική περίοδο) τις τεχνικές της συμπύκνωσης, της αφαίρεσης, της πολυσημίας και της ερμητικότητας, στη δεύτερη φάση της ποίησής του οι τεχνικές αυτές συνυφαίνονται οργανικά με μια δεσπόζουσα ποιητική αφήγηση, η οποία επιστρατεύεται ως ποιητική μηχανή, για να αποτυπώσει το ιδιωτικό και συλλογικό τραύμα της ιστορικότητας.
Μέσα σε αυτόν τον μεταιχμιακό ειδολογικά χώρο, η γενέθλια μνήμη [στις συλλογές Γράνα (2007) και Η συμμιγή (εκδ. Ρώμη 2022) η παρουσία του γενέθλιου Μελιγαλά Μεσσηνίας είναι έντονη] γίνεται ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην αυτογνωσία, καθιστώντας την ποιητική αφήγηση ένα αποκαλυπτικό ενδοσκόπιο της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι ο ποιητής ασκεί ολοένα και πιο έντονα κριτική στο πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο, ενώ κυοφορεί το ματαιωμένο όραμα της Αριστεράς βαθιά κρυμμένο μέσα στον πυρήνα του ποιήματος. Ο ποιητής, ωστόσο, δεν μιλά μόνο εκ μέρους των αφανών, νεκρών συντρόφων του εμφυλίου, αλλά και εκ μέρους των διαχρονικά αδικημένων, για παράδειγμα εκ μέρους των σύγχρονων μεταναστών και των προσφύγων (βλ. ειδικότερα τη συλλογή Αχερουσία η θάλασσα, Γκοβόστης 2019), συμφύροντας αξεδιάλυτα μέσα στην οντολογική χοάνη του ποιήματος το διαχρονικό με το επίκαιρο, το παρελθόν με το παρόν, τον τόπο με τον χρόνο. Και με αυτό τον τρόπο αποτυπώνεται η αντιφατική διαδρομή που ακολουθεί ως ποιητής και ως άνθρωπος, ο οποίος καλείται να κατανοήσει και να εκφράσει τον δικό του εσωτερικό και προσωπικό χρόνο που λειτουργεί, βέβαια, πολύ διαφορετικά από τον φυσικό-ιστορικό.
ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ
[…]
-έτσι μεγάλωσες εσύ
σε αίματα και φρίκη περπατώντας διάστικτος
από άρπαγες και ευφυείς αλλοδαπούς
γονυπετείς ικέτες και τιτλούχους. […]
ώσπου οι κύκλοι του νερού να εκτοπίσουν
την ορφανή μητέρα που σφαδάζει δι’ ευχών
τα κόλλυβα του μίσους
και τον ιδρώτα του μακάριου.
-έτσι μεγάλωσες εσύ
σε νουνεχείς που υστέρησαν στα όπλα.
(Γράνα, σσ. 34-35)
Από μορφολογική τώρα άποψη, η αισθητικά λειτουργική μείξη αφηγηματικού-πεζού και λυρικού-ποιητικού, η αξιοποίηση καθημερινών βιωμάτων και αντιποιητικών λέξεων που συνυφαίνονται αντιστικτικά με το συμπυκνωμένο και αφαιρετικό μοντερνιστικό ύφος προκειμένου να αποκτήσουν είτε μια συμβολική και πολύσημη προοπτική είτε τη δυνατότητα μιας έμμεσης κοινωνικής καταγγελίας, τα συνειρμικά άλματα και η συνθετική κινηματογραφική τεχνική της γραφής, η μουσική και ρυθμική αγωγή του λόγου, η αισθητικά δραστική σύζευξη λυρικού και στοχαστικού-φιλοσοφικού στοιχείου, η βιωματική καταγωγή της ποιητικής ύλης, η συνύφανση του ερωτικού και του υπαρξιακού στοιχείου με μιαν ειρωνική και αυτοσαρκαστική διάθεση, η ευεργετική ζύμωση μιας εκφραστικής καθαρότητας μαζί με μιαν ανοίκεια απροσδιοριστία, και τέλος η επιτυχής και λειτουργική σύζευξη πολύσημων μυθικών αρχετύπων και ιστορικοκοινωνικού προβληματισμού, αποτελούν μερικές από τις αρετές της ποίησης του Τασιόπουλου, που τον συνδέουν, αλλά και συνάμα τον απομακρύνουν από το γραμματολογικό πλαίσιο της γενιάς του.
Ένα βασικό, επίσης, χαρακτηριστικό της ποίησης του Τασιόπουλου, το οποίο όπως έχουμε ήδη αναφέρει κυριαρχεί και στις δύο δημιουργικές του περιόδους, είναι η πρωτοποριακά μεταποιητική και πολλές φορές ανατρεπτική χρήση του αρχαίου μύθου, η οποία δεν επιβεβαιώνει μόνο τον πολύσημο και αυτόνομο χαρακτήρα του, αλλά παράλληλα φωτίζει τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα της λογοτεχνικής δημιουργίας. Η διαδικασία μετασχηματισμού, με άλλα λόγια, του μύθου στην ποίηση του Τασιόπουλου δεν λειτουργεί μιμητικά, αλλά απελευθερώνει δημιουργικά πολλαπλές σημασίες, αρχέτυπες και σύγχρονες, που ενεργοποιούν αλληγορικά, αλλά προπαντός αισθητικά τον αναγνώστη.[2]
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πλήθος μυθικών προσωπείων (π.χ. ο Οδυσσέας, ο Ηρακλής, ο Πολύφημος, η Ανδρομάχη, η Ερατώ, η Φαίδρα, η Ευρύκλεια, η Μελπομένη, η Περσεφόνη) όχι μόνο κινούνται και δρουν μέσα στη σύγχρονη εποχή (π.χ. αστικό ή γενέθλιο τοπίο), αλλά παράλληλα συνυπάρχουν στην ίδια σελίδα με σύγχρονους και καθημερινούς ήρωες (τον Θεόδωρο τον Επαμεινώνδα κ.ά.), συγχέοντας σκόπιμα τον μύθο και την ιστορία. Ο ποιητής, με άλλα λόγια, δεν επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τον αρχαίο μύθο σεφερικώ τω τρόπω, με στόχο δηλαδή να εξετάσει ή να αποτυπώσει τον χαμένο χρόνο μέσα από τη λογοτεχνική ενατένισή του˙ αντίθετα τον χρησιμοποιεί για να μυθοποιήσει το τραγικό πρόσωπο του σύγχρονου Έλληνα, αλλά και σύγχρονου ανθρώπου.
Τούτη η σύνθετη διακειμενική διεργασία προϋποθέτει, βεβαίως, τη γνώση του χρησιμοποιούμενου υλικού-μύθου, αλλά και ταυτόχρονα ενεργοποιεί τη δυνατότητα δυναμικής μετατροπής του ή ακόμη και τη δυναμική παρουσία λογοτεχνικών διακειμένων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η τροποποίηση, η εξέλιξη ή ακόμη και ανατροπή του αρχικού μύθου δεν λειτουργεί μόνο ως πρόκληση για τον ποιητή, αλλά κυρίως για τον αναγνώστη, καθώς δοκιμάζει να διευρύνει τον παγιωμένο ορίζοντα προσδοκιών του. Πιο συγκεκριμένα, στην εξαιρετική ενότητα ποιημάτων με τίτλο «Ο έρωτας την ίδια ώρα (μονόλογος)» από τη συλλογή Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων (Ρώμη, 2022, β΄ έκδοση), η βιωματική σύλληψη του υλικού των ποιημάτων, η ποιητική εμβάπτιση του βιώματος μες στο αρχέτυπο νερό του μύθου και τέλος η ποιητική, αλλά και αφηγηματικά λειτουργική και αισθητικά δόκιμη πραγμάτωσή του υλικού, αποτελούν ποιητικό επίτευγμα. Παραθέτω ενδεικτικά το ποίημα «Ανδρομάχη» (σ. 32) από την εν λόγω ενότητα:
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Στα μαύρα τυλιγμένη κοιτάζει τον ήλιο που συνθλίβεται στην άκρη του θαλάμου. Ανανέωνε που και που την ιστορία της, αφού παρηγοριέται ο θάνατος έτσι. Το κάτοπτρο παραμόρφωνε την ιδέα της. Δεν ήταν πια η απαστράπτουσα σύζυγος, αλλά είχε διατελέσει συνοδός πολλάκις μετά το γεγονός μέχρι παρεξηγήσεως. Ναι, έδωσε κορμί και πλήρωσε. Αυτό δεν ήθελαν. Εκπλήρωσε τις επιθυμίες τους με το παραπάνω. Τσακίστηκε σαν σφάγιο στο βωμό, ντύθηκε ό,τι πρόσταξαν. Έγινε. Αποκαμωμένη γύρισε πλευρό. Η βοή του δρόμου για λίγο την επανέφερε. Άρπαξε τον καθρέφτη, περιεργάστηκε τις πιο βαθιές ρυτίδες, επανέφερε την υγρασία στα μάτια της και χαμογέλασε. Αν το πιστεύετε: ανασηκώθηκε πέταξε τα μαύρα κι έτσι γυμνή μοιράστηκε τους άντρες. Ήρθαν πολλοί το λόγο να ζητήσουν μα πιο πολύ να επιδείξουν την αίγλη του υπογάστριου. Εκείνη εξάντλησε στο οστεοφυλάκιο ό,τι της είχε απομείνει, ένα κομμάτι σίδερο σκουριασμένο να κόβει ψωμί για τα παιδιά που δεν έπαψαν ποτέ να ζωγραφίζουν τα μάτια της. Όταν την επομένη ξεκλείδωσαν το θάλαμο, βρήκαν το θρόνο και τη βακτηρία σκεπασμένα με μαύρο μετάξι. Μια ξεχασμένη ομπρέλα μαρτυρούσε πως έβρεχε, τότε, ας ήταν άνοιξη.
Όπως φαίνεται στο πιο πάνω ποίημα, ο Τασιόπουλος χρησιμοποιεί τον μύθο ως βασικό υλικό της αφήγησής του, στοχεύοντας στη δημιουργία ενός σύγχρονου λογοτεχνικού-ποιητικού μύθου που θα λειτουργεί ως ολοκαίνουργια αισθητική εμπειρία. Σύμφωνα, με τη λογοτεχνική θεωρία,[3] ο μύθος προσαρμόζεται σε κάθε νέο πολιτισμικό περιβάλλον, εν προκειμένω στη λογοτεχνία, κυρίως, γιατί ενεργοποιεί και ταυτόχρονα ενεργοποιείται από τη λειτουργία της διακειμενικότητας. Η σύνθετη, πάντως, λειτουργία της διακειμενικότητας σε αρκετά ποιήματα του Τασιόπουλου δεν συνυφαίνει μόνο αλληγορικά τον μύθο, αλλά ενσωματώνει παράλληλα δημιουργικά στην ποιητική αφήγηση και άλλα λογοτεχνικά κείμενα. Το ποίημα για παράδειγμα «Αποκριές» από τη συλλογή Γράνα, διαλέγεται δημιουργικά με το γνωστό ποίημα του Σαχτούρη «Αποκριά» από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952). Πιο συγκεκριμένα στο ποίημα του Σαχτούρη γίνεται έκδηλη η ύπαρξη δύο κόσμων: της πραγματικής-πολεμικής αποκριάς, η οποία πιθανότατα να αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη αποκριά κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά τον ελληνικό Εμφύλιο (1946-1949) και της εφιαλτικής και παράλογης υπερ-πραγματικής ποιητικής αποκριάς στην οποία η ζωή, η χαρά, η ξεγνοιασιά και η διασκέδαση στραγγαλίζονται, αλλοιώνονται και παραμορφώνονται μέσα σε μια κυρίαρχη αίσθηση ερημιάς, αλλοτρίωσης και θανάτου.
Όπως στο ποίημα του Σαχτούρη συνυπάρχουν δύο πραγματικότητες και δύο κόσμοι, έτσι και στο ποίημα «Αποκριές» του Τασιόπουλου το ένδοξο μυθικό παρελθόν του Οδυσσέα και της Ιθάκης, αντιπαρατίθεται ειρωνικά, αλλά και συνάμα τραγικά με ένα άδοξο, οξειδωμένο, απαξιωτικό και αλλοτριωμένο παρόν. Για τούτο η λογική του ποιητικού αφηγητή αντιδιαστέλλει σκοπίμως τον ένδοξο μύθο του πολύτροπου Οδυσσέα με τη σύγχρονη ιστορία («ο θάνατος του ενεστώτα», Θεόδωρος), φωτίζοντας αλληγορικά τα ελαττώματα και την αλλοτρίωση του Οδυσσέα, της Πηνελόπης, της Ιθάκης και των κατοίκων της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το πολιτικοκοινωνικό παρόν που εισβάλλει μέσα στο ποίημα μέσα από αναχρονιστικές σφήνες (παλιόσπιτα, ο παγασητικός, οι αλβανοί) δεν καυτηριάζει μόνο τη σύγχρονη αλλοτρίωση, την εξαχρείωση του καπιταλισμού και τη δουλεία στο χρήμα, την εμπορευματοποίηση των ηθικών αξιών, την εξαχρείωση των αισθημάτων και την αποτυχία ερωτικής αναγνώρισης, αλλά ταυτόχρονα συνάπτεται αντιθετικά με την κυρίαρχη μυθική αφήγηση προσδίδοντάς της αναδρομικά την απομυθοποιητική για το παρόν σημασία που υποβάλλει εντέχνως ο ποιητής. Δεν είναι τυχαίο, επομένως ότι στην ποίηση του Τασιόπουλου εντοπίζεται συχνά μια εχθρική και αλλοτριωτική συνθήκη, ένα κατεστημένο κοινωνικό περιβάλλον («των νοικοκυραίων») στο οποίο η κυριαρχία μιας αποξενωμένης και αποπροσανατολιστικής πραγματικότητας σπρώχνει τα πάντα (ακόμη και τον έρωτα) στην απουσία και στον θάνατο.
Σε ένα εφιαλτικό και παράλογο σύμπαν, επομένως, το οποίο είναι εξ ορισμού τραυματικό, αυξάνεται αντίστοιχα και η ένταση του ποιητικού λόγου, ο δραματικός πυρήνας του οποίου μειώνει τώρα τη λυρική σύστασή του και εντείνει την αφηγηματική του διάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι συνεχείς επιμειξίες ανάμεσα σε ετερογενείς τονικότητες (ποιητική, φιλοσοφική, δημοσιογραφική, αρχαΐζουσα, καθημερινή, εκκλησιαστική κ.ά.), η ανάδειξη της ποιητικής εικόνας, του συμβόλου και της μεταφοράς, η πεζόμορφη και ρυθμικά πολύτροπη ποιητική υφολογία και τέλος η χειρουργική παραβίαση των κατεστημένων κανόνων σύνταξης και μορφολογίας θεωρούνται στοιχεία που διαπερνούν ποικιλοτρόπως όλη την έκταση του ποιητικού σώματος και τα οποία αποτυπώνουν με σαφήνεια την πολιτική και ποιητική ηθική του Τασιόπουλου˙ μια γλωσσική ηθική που επιτείνει το σπάσιμο και την παραμόρφωση του νοήματος και της αφήγησης, με άλλα λόγια την αναγνωστική ανοικείωση, για να αναδείξει εν τέλει τον σύγχρονο παράλογο και απάνθρωπο κόσμο.
Μέσα, λοιπόν, από την άνωθεν ανατροπή του κλασικού (happy end) μύθου του νόστου του Οδυσσέα, η ποιητική μηχανή του Τασιόπουλου επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα ιστορία, ένα νέο τραγικό μύθο, μέσα στον οποίο εγκιβωτίζεται φυσικά και ένα τμήμα του αρχαίου. Η επιλεκτική χρήση του μύθου από τη μια και ο λογοτεχνικός εν συνεχεία μετασχηματισμός του από την άλλη τεκμηριώνουν πως ο ποιητής διαλέγεται κριτικά με το λογοτεχνικό του παρελθόν, γεγονός που του επιτρέπει αφενός να οικειοποιηθεί το νόημά του και αφετέρου να απομακρυνθεί δημιουργικά από αυτό, ούτως ώστε να εκσυγχρονίσει το ποιητικό του μήνυμα. Με άλλα λόγια, μέσα από την ανατροπή του κλασικού, οδυσσειακού μύθου γίνεται εμφανής η προσπάθεια του ποιητή αφενός να φωτίσει αλληγορικά τη παροντική χαοτική και θλιβερή κατάσταση του ελληνικού κράτους και κοινωνίας και αφετέρου να καυτηριάσει αλληγορικά τις ιδεολογίες που ξεθώριασαν, τον ίδιο τον Οδυσσέα που έχει μετατραπεί σε Ελπήνορα, τους συντρόφους που μεταμορφώθηκαν σε μνηστήρες και που καρπώνονται ξεδιάντροπα την πατρίδα. Και αυτό αποδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι ο μύθος, στα σωστά συγγραφικά χέρια, αποτελεί θεμελιώδη δίαυλο τόσο για την κατανόηση του παρελθόντος, όσο και για την κριτική ερμηνεία του παρόντος. Παραθέτω ολόκληρο το ποίημα «Αποκριές», στην εκβολή του οποίου εντοπίζεται ένα ακόμη διακείμενο με το γνωστό ποίημα «Πρέβεζα» του Κώστα Καρυωτάκη («Μοιρολογούν οι κάργιες»), στο οποίο όχι τυχαία αποτυπώνεται και πάλι ποιητικά ένα ασφυκτικό κλίμα επαρχιωτισμού, φθοράς, κοινωνικής διαφθοράς και αλλοτρίωσης (σ. 39). Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, το γεγονός ότι όλα τα κύρια ονόματα αναγράφονται με μικρά γράμματα και όχι με κεφαλαία, φωτίζοντας και μορφολογικά το κλίμα επαρχιωτισμού, παρακμής και ματαίωσης που επικρατεί στο ποίημα:
ΑΠΟΚΡΙΕΣ
φυσάει ακατάπαυστα στις μέρες μας. οι μοίρες μ’ οξειδωμένα περιδέραια θηλυκώνουν τη σκιά και τη ντροπή. ανάμεσά τους δάχτυλα. θυσίες υδαρείς. πιο εγκρατής ο θάνατος του ενεστώτα. κι αφήνεται η εστία πρόστυχη στους μίσχους με καλλίγραμμα μέλη κι επηρμένα χαμόγελα. φυσάει, φυσάει. τα κυπαρίσσια δοκιμάζουν το κορμί τους κι ο φοβερός φελάχος με τα υποζύγια παλεύει. ημέρες από σίδερο, φωνές από χαλάζι. λάμπει στο παράθυρο η ευτέρπη με τη σιγουριά της ηλικίας. μόνη εξαργυρώνει τους γκρίζους της κροτάφους. άλλωστε η θάλασσα είναι μακριά και τους χωρίζει η λεοντή της ευθυμίας και του ορίζοντα η πιστότητα. φυσάει. από τον παγασητικὸ ως το ικόνιο ο φρειδερίκος μπεκροπίνει: εύχαρις διοπτροφόρος αναζητά τον θεόδωρο, τον οδυσσέα… παρόλο που ενημερώθηκε από τα πλέον επίσημα χείλη: μονάχα πόρνες έχουμε λιπόσαρκες θαλασσινές· τα μέρη του ευφράτη τις προμήθευσαν κι οι γηγενείς ουδόλως ενοχλήθηκαν· αντιθέτως ετίμησαν δεόντως αιδοία ανατολικά και σκέλη μαρμαρόγλυπτα. τι να ντυθείς ετούτες τις απόκριες. μοιρολογούν οι κάργιες στα παλιόσπιτα κι εκσπερματίζουνε στη γκιώνα αλβανοί. βροντά, φυσά, απογυμνώνεται το αντίδωρο του ανέμου.
*

*
Στην τελευταία, ποιητική σύνθεση του Βαγγέλη Τασιόπουλου Η συμμιγή (εκδ. Ρώμη, 2022), το στοιχείο της αφηγηματικότητας γίνεται ακόμη πιο ισχυρό, καθώς έχουμε στην ουσία μια υβριδική ποιητική σύνθεση (πεζή και ποιητική) και μια σχετικά σαφή ιστορία-αφήγηση. Πιο συγκεκριμένα «στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο δωδεκάχρονος Λαέρτης βρίσκει κάποια ποιήματα κατά τον Εμφύλιο κρυμμένα μετά από χρόνια στο στρίφωμα του ράσου του ιερομόναχου Ιερεμία. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο ενήλικας πια Λαέρτης και διαπρεπής καθηγητής Δημήτριος Αναγνωστόπουλος ή Μήτσος Ντουνιάς, επιστρέφει μετά από χρόνια στο πατρικό του στη Μεσσηνία-Ιθάκη, το οποίο αποχωρίστηκε στον εμφύλιο. «Στο καταληκτικό μέρος ο ήρωας βιώνει την τραγική αντιστροφή του ομηρικού νόστου, καθώς η ποθητή επιστροφή του ήρωα στην πατρίδα-ουτοπία της παιδικής ηλικίας συντρίβεται κάτω από ένα εκφυλισμένο και αλλοτριωμένο παρόν. Η καταγωγική μνήμη, επομένως, τραυματίζει διπλά. Στην τρυφερή παιδική ηλικία από τη μια, ο Μελιγαλάς, όπου ο κόσμος λειτουργούσε ως μία ενότητα, ως μια ασφαλής κοιτίδα, χαρακώθηκε βίαια από το μαχαίρι του Εμφυλίου και τραυμάτισε ανεξίτηλα το ποιητικό υποκείμενο. Στην ενηλικίωση από την άλλη, ο διάσημος καθηγητής, παρά τις γνώσεις, εμπειρίες και τα ταξίδια που μεταφέρει, δεν επιτυγχάνει ούτε να θεραπεύσει τη ματωμένη του μνήμη ούτε, βεβαίως, να ευτυχήσει σε ένα μεταλλαγμένο και αλλοτριωμένο παρόν. Παραμένει, λοιπόν, αποσπασματικός και μάταιος τόσο πολιτικά, κοινωνικά και εθνικά όσο και υπαρξιακά, ερωτικά».[4]
Πέρα, ωστόσο, από τη δημιουργική και ανατρεπτική χρήση του ομηρικού μύθου, η καλά χωνεμένη και αισθητικά γόνιμη παρουσία της διακειμενικότητας αποτελεί και στην εν λόγω συλλογή ένα ουσιαστικό στοιχείο το οποίο καταδεικνύει τον δημιουργικό διάλογο του ποιητή με την ελληνική, αλλά κυρίως με την παγκόσμια λογοτεχνία. Στο ερωτικό ποίημα για παράδειγμα «Έμμα ή Τζάστιν – η ιστορία είναι πάντα η ίδια» (σ. 41) ο ποιητής προϋποθέτει διακειμενικά τα γνωστό μυθιστόρημα του Φλομπέρ Μαντάμ Μποβαρύ και Λόρενς Ντάρελ Αλεξανδρινό κουαρτέτο στα οποία κύρια πρόσωπα των βιβλίων είναι στο πρώτο η Έμμα Μποβαρύ που προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεφύγει από τη βαρετή και άδεια επαρχιακή της ζωή, δημιουργώντας εξωσυζυγικές σχέσεις και στο δεύτερο η άστατη Τζάστιν, ένα αδάμαστο θηλυκό που λατρεύει τον έρωτα και απιστεί για χάρη του. Τέλος, στο ποίημα ποιητικής «Σαν κάτοικοι σε χώρα ακατοίκητη ή πίνοντας καφέ με τον Βλαδίμηρο και τη Λίλη Μπρίκ» οι διακειμενικές και βιογραφικές αναφορές στον παράφορο έρωτα του Μαγιακόφκσι με τη Λίλια Μπρικ (η οποία αποτέλεσε τη γυναίκα-πάθος που ενέπνευσε τον Μαγιακόφσκι και που ταυτόχρονα ήταν μία από τις αιτίες της αυτοκτονίας του) δεν είναι μόνο εμφανείς, αλλά φωτίζουν πλαγίως και πολύσημα το καταχωνιασμένο τραυματικό ερωτικό βίωμα. Παραθέτω αυτό το εξαιρετικό ποίημα:
ΣΑΝ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΣΕ ΧΩΡΑ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΗ
ή πίνοντας καφέ με τον Βλαδίμηρο και τη Λίλη Μπρίκ
Το πρωινό κάτω απ’ τους φίκους σχεδίαζαν
μακραίνοντας την ώρα του καφέ με τους λυγμούς των γλάρων
ώσπου ο Βλαδίμηρος κάθιδρος μίλησε για την ήττα
και το αντίδωρο: «Εσύ μαύρες τελείες βάζεις μονάχα στα ποιήματα,
μου είπε, κι εκείνες μετρημένες…»
Οι λέξεις του μοιάζαν στον κρόταφο σημάδια
έδειχναν μιαν εγγύτητα, οι άλλοι το είπαν εξοικείωση
με ό,τι ποτέ δεν επιστρέφει.
Και τότε τα χέρια τους σε φλέβες τυλιγμένα ανασήκωσαν/
χάνονταν ανάμεσα στα φύλλα κι ύστερα επανέρχονταν‧
πληγώνονταν απ’ τις σιωπές
της πρώιμης Άνοιξης.
«Το επεισόδιο έληξε», συνέχισε ὁ ποιητής,
«μη φοβηθείτε αυτή τη συντριβή, συμμεριστείτε την
τη βάρκα που τσακίστηκε στα άγονα νερά∙
είχε ανέβει σε βουνά σε ύψη δυσθεώρητα».
‒Δεν την τελειώνεις τη χαρά με τα σημάδια, αντέτεινα.
Όσες φορές τόσες πληγές.
Σε χώρα ακατοίκητη ζωή είναι ο θρήνος.
Συνοψίζοντας, η ποίηση του Βαγγέλη Τασιόπουλου χωρίζεται σε δύο σαφείς περιόδους και προϋποθέτει την εξέλιξη από μια αφαιρετική, λυρική και ερμητική γραφή του ιδιωτικού σε μια πολύσημη και συλλογική ποίηση που στηρίζεται γερά στη μουσικότητα του λόγου, την αφηγηματικότητα και την ιστορία. Και στις δύο αυτές περιόδους παρατηρούμε μια συνεκτική στο εσωτερικό και στο εξωτερικό πλέγμα της υπαρξιακή ποίηση που, όμως, καθώς είναι γειωμένη μέσα στο περιβάλλον και ανοιχτή προς την κοινωνική περιοχή κινείται διαρκώς αμφίρροπα μέσα στο πλαίσιο ενός ιδιάζοντος «ρεαλισμού» συνεχώς εντεινόμενου από συλλογή σε συλλογή. Πρωτίστως όμως η ποίηση του Βαγγέλη Τασιόπουλου επιχειρεί και επιτυγχάνει κατά την άποψή μου να θεραπεύσει συλλογικά και ατομικά τραύματα, όλα διαθλασμένα και σφραγισμένα μέσα στον τραγικό μύθο της αφήγησης. Και με αυτό τον τρόπο μας καλεί συνεχώς να τα επεξεργαστούμε με ταπεινότητα προς την κατεύθυνση μιας χαμένης, μυθικής ενότητας και μιας αγαπητικής σχέσης, που προϋποθέτει την αδήριτη ανάγκη συνάντησης με τον μύθο του εαυτού μας και με τον άλλον.
///
[1] Ηλίας Κεφάλας, Η γενιά του ιδιωτικού οράματος, εκδ. Τέθριππον, 1987.
[2] Εδώ αξίζει να αναφερθεί η λεγόμενη «μυθική μέθοδος», που εισήγαγε ο T. S. Eliot στη γνωστή βιβλιοκριτική του για τον Οδυσσέα του James Joyce, «Ulysses, Order and Myth», Dial, 75 (1923). Βλ. και Ν. Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής, Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη, Κέδρος 1979, σ. 152: «Χρησιμοποιώντας τον μύθο», γράφει ο Έλιοτ, «πετυχαίνοντας έναν αδιάκοπο παραλληλισμό ανάμεσα στη σύγχρονη εποχή και την αρχαιότητα, ο κ. Τζόυς ακολουθεί μια μέθοδο που και άλλοι πρέπει να την ακολουθήσουν έπειτα από αυτόν […]. Είναι απλώς ένας τρόπος για να ελέγξει κανείς, για να βάλει σε τάξη, για να δώσει μια μορφή και σημασία στο απέραντο πανόραμα της ματαιότητας και αναρχίας που είναι η σύγχρονη ιστορία».
[3] Βλ. το σημαντικό μελέτημα του Ζ. Ι. Σιαφλέκη, Η Εύθραυστη αλήθεια, Εισαγωγή στη θεωρία του λογοτεχνικού μύθου, Gutenberg – Γιώργος και Κώστας Δαρδανός, Αθήνα 1998.
[4] Παναγιώτης Νικολαΐδης, «Το αντιέπος της Μεσσηνίας», ηλεκτρονικό περιοδικό Νέο Πλανόδιον, 02.07.2023. Βλ. και Χλόη Κουτσουμπέλη, «Η στοχαστική αλήθεια του τέρματος, Βαγγέλης Τασιόπουλος, Η συμμιγή», ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ, 09/10/2022.
///
*
*
*