*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Κοιτάζω πίσω στο παρελθόν. Ένα γκρίζο τοπίο η μνήμη. Ομίχλη παντού, λίγα τα ξέφωτα. Μέρη, πρόσωπα, πράγματα – ξεθώριασαν όλα. Άνθρωποι και σχέσεις: σκιές που πέρασαν και χάθηκαν. Η νιότη μου σφραγίστηκε από θανάτους αγαπημένων. Ακόμα και τώρα η απουσία τους μοιάζει με ψέμα. Κάποιες στιγμές νομίζω ότι δεν έχουν πεθάνει, ότι θα ανοίξω κάποια πόρτα και θα τους δω να στέκονται μπροστά μου, χαμογελαστοί, με τα χέρια απλωμένα για αγκαλιές και φιλιά. Θυμάμαι και κάποιους που είναι ακόμα ζωντανοί. Με πίκρα διαπιστώνω τα χρόνια που πέρασαν χωρίς επικοινωνία, χωρίς συναντήσεις. Γίναμε κι εμείς σαν εκείνους που κάποτε κοροϊδεύαμε, όλους εκείνους που αφήνουν μικρότητες, παρεξηγήσεις και συμφέροντα να διαγράψουν το κοινό παρελθόν τους.
Με τον αδελφό μου ήμασταν δυο ξένοι, χωρίς κανένα σημείο επαφής – δέκα χρόνια είχαμε να μιλήσουμε. Δεν ξέρω τι είχε φταίξει. Πήραμε διαφορετικούς δρόμους, ξεχάσαμε ο ένας την ύπαρξη του άλλου – λες και δεν υπήρξαν όλα όσα είχαμε ζήσει, όλες οι κοινές λύπες και οι ταλαιπωρίες στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Μέσα στην ομίχλη της μνήμης μου κάποιες στιγμές θυμόμουν την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί.
Ήταν στο δεύτερο μνημόσυνο της μάνας. Βρεθήκαμε στο νεκροταφείο και η κουβέντα πήγε σε επαγγελματικά και οικονομικά θέματα. Διαφωνήσαμε έντονα, δεν θυμάμαι για τι ακριβώς. Γύρω μας οι τάφοι ψιθύριζαν, η αλήθεια έγνεφε, κι εμείς πιάσαμε να μιλάμε για τις πιο μάταιες ανθρώπινες υποθέσεις. Στο τέλος τον άκουσα να λέει με ασυγχώρητη σοβαρότητα «είσαι άχρηστος!». Από τότε δεν ξαναμιλήσαμε.
Ένα βράδυ –δέκα χρόνια μετά– μου τηλεφώνησε. Νόμιζα πως είχε πάρει κατά λάθος. Τελικά ήθελε να βρεθούμε για να μιλήσουμε για το πατρικό μας σπίτι. Καθόταν και ρήμαζε τόσα χρόνια, είχα ξεχάσει ότι υπήρχε. Ο αδελφός μου ήθελε να το πουλήσουμε και έπρεπε να ξεκινήσουμε τις διαδικασίες.
Το επόμενο πρωί πήγα στις παλιές συνοικίες της πόλης. Είχα χρόνια να πάω. Ένοιωθα περίεργα, σαν ξένος που γυρνά σε γνώριμα μέρη. Περπάτησα βιαστικά, δεν είχα όρεξη για τυχαίες συναντήσεις με παλιούς γνωστούς ή ξεχασμένους συγγενείς.
Κατέβηκα στο σοκάκι όπου βρισκόταν το σπίτι. Κολλημένο πάνω στην μεταλλική πόρτα με το ξεφλουδισμένο μπλε χρώμα ήταν ένα κίτρινο χαρτί με κόκκινα γράμματα που έγραφε «ΠΩΛΕΙΤΑΙ». Χαμογέλασα στραβά, πονεμένα. Αναμνήσεις, καημοί και απορίες πολιόρκησαν το μυαλό μου ζητώντας απαντήσεις που εκείνη την ώρα ήταν αδύνατο να υπάρξουν.
Ψηλάφησα στο τοιχάκι δεξιά πάνω από την πόρτα και βρήκα το κλειδί – ήταν ακόμα εκεί, σκουριασμένο, ένα από κείνα τα κλειδιά που μου θύμιζαν παραμύθια και μεγάλες, μαγικές πύλες. Η μεταλλική πόρτα είχε φρακάρει, η σκουριά είχε αρχίσει να κατατρώει το μέταλλο σε αρκετά σημεία. Αγριόχορτα είχαν φυτρώσει σε μια χωματένια χαραμάδα μπροστά στο τσιμεντένιο κατώφλι και για μια στιγμή θυμήθηκα το παιδί που χρόνια πριν καθόταν και τα χάιδευε νοιώθοντας μια παράξενη χαρά που πάντα πίστευα ότι δεν ήταν εύκολο να τη νοιώσει άλλος. Σκουπίδια και ξερά φύλλα είχαν μαζευτεί πίσω από την πόρτα και τη στιγμή που έσπρωξα με δύναμη για να την ανοίξω το βλέμμα μου καρφώθηκε στα σημάδια της σκουριάς που κατέτρωγαν το μέταλλο. Η παρακμή των πραγμάτων με αιφνιδίασε. «Όλα ρημάζουν, συλλογίστηκα, ακόμα και τα πράγματα αρρωσταίνουν και πεθαίνουν».
Στην αυλή οι πλαστικές γλάστρες και οι τενεκέδες με τα λουλούδια είχαν ρημάξει κι αυτά. Τα φυτά ήταν ξερά. Από τη λεμονιά είχε απομείνει ένας μαύρος κορμός. Το αποχωρητήριο έξω στην αυλή ήταν έτοιμο να καταρρεύσει. Η πόρτα της κουζίνας ήταν διαλυμένη και στο παραθυράκι με το σπασμένο τζάμι ήταν κολλημένες σκισμένες νάιλον σακούλες. Οι τοίχοι ήταν ξεθωριασμένοι και σε πολλά σημεία μαυρισμένοι από την υγρασία. Στο παλιό ξύλινο τραπεζάκι υπήρχαν σκουριασμένες βίδες, καρφιά, σπασμένα μανταλάκια και ένα πλαστικό κουβαδάκι φαγωμένο από τον ήλιο και τη βροχή.
Άνοιξα την εσωτερική πόρτα. Αμέσως με χτύπησε ένα ζεστό κύμα μούχλας και κλεισούρας. Ένοιωσα διχασμένος ανάμεσα στη θλίψη και σε μια ξεχασμένη θαλπωρή μόλις αντίκρισα το δωμάτιο όπου κοιμόμασταν με τον αδελφό μου. Ένα δωματιάκι δύο επί δύο με τις παλιές φωτογραφίες και τον μπρούτζινο Εσταυρωμένο ακόμα στους μουχλιασμένους τοίχους. Στο μπάνιο και στην κουζίνα υπήρχε εικόνα εγκατάλειψης και καταστροφής. Τουλάχιστον είχε ακόμα νερό και ρεύμα – λογικά ο αδερφός μου πλήρωνε τους λογαριασμούς.
Πήγα και ξάπλωσα στο παλιό μου κρεβάτι. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που είχα πάει στο σπίτι. Ένοιωθα άβολα, νευρικά, το στρώμα μου φάνηκε σκληρό, γεμάτο μικρά εξογκώματα. Με μια μικρή κίνηση του κεφαλιού γύρισα πίσω και είδα το ξύλο του κρεβατιού πάνω από το προσκέφαλο. Ξεθωριασμένα και μισοσκισμένα ήταν ακόμα εκεί τα αυτοκόλλητα με τους αγαπημένους ήρωες των παιδικών μου χρόνων, Μπλεκ, Τρουένο, Κάπταιν Αμέρικα. Χαμογέλασα. Κάποτε, παιδί ακόμα, θαύμαζα τη δύναμη, το θάρρος και τα κατορθώματα τους. Τώρα πια γνώριζα ότι ο μόνος εφικτός ηρωισμός είναι να μη λυγίσεις ή αν επιλέξεις την παραίτηση να μπορείς να την υποστηρίξεις με αξιοπρέπεια και χωρίς να γίνεις βάρος σε κανέναν.
Σηκώθηκα και έκανα μερικά βήματα στο μικρό σαλόνι και στην κάμαρη του πατέρα και της μάνας μου. Παλιά ξεχασμένα πράγματα ζήτησαν την προσοχή μου. Τα κοίταξα αργά, τρυφερά. Το ξύλινο ετοιμόρροπο κρεβάτι, το κομοδινάκι, ο ζαρωμένος μουσαμάς που κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος του τοίχου, το μικρό εικονοστάσι που μπροστά του η μάνα μου προσευχόταν μέρα νύχτα. Γνώριμα ερωτήματα πολιόρκησαν τη σκέψη μου. Που πήγαν αυτοί οι άνθρωποι που ήταν κάποτε εδώ; Τι είχαν απογίνει οι ψυχές τους; Θα τους έβλεπα ξανά σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη ζωή;
Στο σαλονάκι κυριαρχούσε η φθορά και η σκόνη. Το χοντρό πλαστικό κάλυμμα στο πάτωμα ήταν τρυπημένο σε πολλά σημεία. Η παλιά ασπρόμαυρη τηλεόραση σκονισμένη. Το παλιό ντιβάνι φορτωμένο με κουβέρτες και ρούχα που είχαν να φορεθούν χρόνια. Δυο χαλασμένες καρέκλες με βουλιαγμένο κάθισμα φορτωμένες κι αυτές με παλιά μουχλιασμένα ρούχα.
Πήγα και ξάπλωσα πάλι στο κρεβάτι. Άρχισα να συνηθίζω την μυρωδιά της μούχλας. Τρυφερές αναμνήσεις άρχισαν να στριμώχνονται στο μυαλό μου.
Τα βράδια του καλοκαιριού καθόμασταν στην αυλή. Το σπίτι ήταν βυθισμένο στη σιγαλιά. Η ατμόσφαιρα ήταν χλιαρή, φορτωμένη με αρώματα λεμονιάς και βασιλικού. Σπάνια είχαμε επισκέψεις και τα περισσότερα βράδια τα περνούσαμε μόνοι μας. Τρώγαμε καρπούζι και μιλούσαμε μέχρι να έρθει η ώρα να πάμε για ύπνο. Η αυλή δεν φαινόταν από τον δρόμο και στα παιδικά μου μάτια συχνά φαινόταν σαν καταφύγιο, σαν μια κρυφή, αθέατη σπηλιά. Υπήρχε μια φοβερή γλύκα σε κείνη την ταπεινή γωνιά. Όλα ήταν όμορφα και απλά. Αργότερα μόνο, καθώς μεγάλωνα, όταν η απλότητα έδωσε τη θέση της σε πιο σύνθετες μορφές σκέψης άρχισα να καταλαβαίνω πόσο μόνοι ήμασταν και ποια ήταν η πραγματική μας κατάσταση.
Κάποια βράδια που κουβαλούσα τον γέρο πιωμένο από τα καφενεία γινόταν ένα μικρό θαύμα. Μόλις μπαίναμε στην αυλή ο γέρος ζωντάνευε και με ένα γλαρωμένο χαμόγελο άρχιζε να χορεύει και να σιγοτραγουδά με φωνή κουρασμένη και αργόσυρτη… Σε ποιο βουνό απόψε που πονώ / θα πάω να βρω τ’ αθάνατο νερό;
Για δέκα λεπτά έδινε την παράστασή του, χτυπούσαμε παλαμάκια, και εγώ, πολύ μικρός ακόμα για να καταλάβω καταστάσεις όπως η ελπίδα και η απελπισία, ένοιωθα γεμάτος από μια παράξενη χαρά. Στο τέλος ο πατέρας έχανε την ισορροπία του και μαζί με τον αδερφό μου τον σέρναμε μέχρι το κρεβάτι και όλη τη νύχτα ακούγαμε τα ροχαλητά του και το ήσυχο κλάμα της μάνας μας.
Κάποιες νύχτες που το σπίτι ήτανε μέσα φούρνος από τη ζέστη ο γέρος κοιμόταν στην αυλή, πάνω στο τσιμέντο. Μέχρι το ξημέρωμα άκουγα τα βογκητά και τους στεναγμούς του. Προσπαθούσα να καταλάβω ποιος ήταν. Μαζί με τη δική μου ύπαρξη ένοιωθα και την ύπαρξη εκείνου του ανθρώπου αλλά και την απόσταση που μας χώριζε. Ήταν ο πατέρας μου και συνάμα ένας ξένος για τον οποίο δεν έμαθα ποτέ τι κουβαλούσε μέσα του. Καταλάβαινα μόνο ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ότι κάτι βασάνιζε εκείνο τον άνθρωπο στον οποίον όφειλα το ακατανόητο προνόμιο της ύπαρξής μου. (Μεγαλώνοντας είχα την αίσθηση ότι δεν μπόρεσα ποτέ να δραπετεύσω από εκείνα τα βασανισμένα πλάσματα που τα ένοιωθα τόσο γνώριμα και τόσα ξένα και που η ταραχή τους παφλάζει ακόμα μέσα μου σαν βούρκος και συντηρεί το βασικά ερωτήματα που άρχισαν να παίρνουν μορφή εκείνες τις ζεστές, ανυπόφορες νύχτες: Πώς να ζήσεις όταν ανακαλύπτεις από νωρίς τη ματαιότητα κάθε αγώνα, κάθε οδύνης και κάθε ανθρώπινης κατάστασης; Και πώς να αντέξεις όταν διαπιστώνεις ότι η αγάπη δεν είναι ποτέ αρκετή για να θεραπεύσει τον παραλογισμό της ύπαρξης;)
Σηκώθηκα και πήγα στο εξωτερικό αποχωρητήριο, στην άκρη της αυλής. Εκείνο το ετοιμόρροπο κτίσμα θύμιζε κατασκευή άλλων εποχών. Ήθελα να κατουρήσω αλλά δεν μπόρεσα. Η εικόνα της τρύπας, οι διαλυμένοι τοίχοι, τα μικροσκοπικά έντομα που πετούσαν ή σέρνονταν στους τοίχους, η σκουριασμένη κυματοειδής λαμαρίνα της σκεπής, οι ιστοί και οι αράχνες – όλα ήταν άσχημα και αποκρουστικά. Η ξεθυμασμένη μυρωδιά του ασβέστη είχε μπλεχτεί με τις παλιές μυρωδιές από ούρα και κόπρανα και το αποτέλεσμα ήταν ενοχλητικό. Πριν βγω έριξα μια ματιά στο σπασμένο κομμάτι καθρέφτη που ήταν ακόμα κρεμασμένο στον τοίχο. Ίσως έφταιγε η θαμπή και γεμάτη στίγματα επιφάνειά του αλλά αυτό που αντίκρισα μου προκάλεσε έκπληξη. Σκοτεινά ημικύκλια κάτω απ’ τα μάτια, σχεδόν ανύπαρκτα μαλλιά σε όλο το μπροστινό μέρος του κεφαλιού και γένια ασυνήθιστα μεγάλα – έμεινα με την εντύπωση ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου, και χωρίς να το έχω επιδιώξει, είχα αποκτήσει μούσι. «Γεράσαμε φίλε» είπα σ’ αυτόν που με κοίταζε απορημένα μέσα από το καθρεφτάκι.
Ο αδελφός μου ήρθε λίγο αργότερα. Η συνάντησή μας μετά από τόσα χρόνια ήταν πιο τυπική από όσο περίμενα. Είχε αλλάξει εμφανισιακά. Είχε χάσει κι αυτός τα μαλλιά του και είχε πάρει αρκετά κιλά. Μια δυο προσπάθειες που έκανα να μιλήσουμε πιο ουσιαστικά έπεσαν στο κενό. Ήθελα να του πω να βρισκόμασταν για καφέ μια φορά το μήνα, να τα λέμε, ότι αργά ή γρήγορα θα πεθαίναμε κι εμείς και ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσουμε την ανόητη παρεξήγηση μας. Δεν είπα τίποτα, έβλεπα ότι δεν μπορούσε να υπάρξει βαθύτερη επικοινωνία και ότι όσα είχαμε περάσει δεν είχαν πια καμιά αξία για εκείνον.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο θέμα της πώλησης. Βιαζόταν να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και να πάρουμε τα χρήματα. Είχε φέρει ήδη κτηματομεσίτη – εξήντα χιλιάρικα ήταν η τιμή πώλησης. Θα έπαιρνε τα σαράντα κι εγώ τα είκοσι. Τα είχε κανονίσει όλα ερήμην μου. Δεν έφερα αντίρρηση, δεν με ενδιέφερε τίποτα. Αντιδικίες, διαφωνίες, τσακωμοί, παρεξηγήσεις – τα είχα σιχαθεί όλα. Όσο για τα είκοσι χιλιάρικα – ήταν μια ανακούφιση. Τόσα χρόνια πάλευα και ευχόμουν να πάρω μια ανάσα και να που τώρα η ζωή μου έκανε το χατίρι.
Το μεσημέρι αποχαιρέτησα τα πράγματα, χάιδεψα τους τοίχους, τα έπιπλα, τα ξεθωριασμένα αυτοκόλλητα στο προσκέφαλο του κρεβατιού μου. Ανέβηκα το στενό, αμήχανος μπροστά στην εξαΰλωση της ζωής και του χρόνου, αφήνοντας πίσω μου το σπίτι, μελαγχολικό, διαποτισμένο από τις ζωές ανθρώπων που δεν θα ξαναζούσαν ποτέ πια στα δωμάτια και στην αυλή του, περιμένοντας άλλα σώματα, άλλες φωνές, άλλα πεπρωμένα.
///
*
*
*
