Εσύ που νομίζω

*

Επιλογές από τη συλλογή της Αντωνίας Γουναροπούλου,
Εσύ που νομίζω, Εκδόσεις 25°36´36˝S | 134°21´17˝Ε
που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2025.

///

Η Αντωνία Γουναροπούλου γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία και εργάζεται ως επιμελήτρια κειμένων και μεταφράστρια. Προηγούμενα έργα της: Το Άστρο του Βορρά (ποιήματα), Αθήνα: Πανδώρα 2010, Το Άστρο του Τίποτε (ποιήματα), Αθήνα: Οροπέδιο 2013, Κυνηγοί και λύκοι (διηγήματα), Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη 2017 και Οδός Μακεδονομάχων (διηγήματα), Θεσσαλονίκη: Petites-Maisons 2022.

///

Μαζί σου

Ήταν μακριά το ποτάμι,
κι η γέφυρα να σε νιώθει.
Στις φωτιές των κλοσάρ
πέθαινε το νερό
μέσα στο ξύλο,
χωρίς ατμό πέθαινε το νερό
και το ποτάμι ήταν ακόμη
μακριά και
κυλούσε.

Η νύχτα είχε πιει
τους ίσκιους των μίσχων,
γυμνή αντιφέγγιζε
στο σκοτάδι η πέτρα –
κείμενο γραμμένο, ξαναγραμμένο
πενήντα χρόνια,
κι απόψε αργά να ξεθωριάζει,
να σβήνει.

Η γέφυρα δε νιώθει πια.
Το ποτάμι κυλάει
μαζί σου.

*

Νανούρισμα

Ξύλινη κούνια βαρκούλα στην αυλή
δεμένη με σκοινί σε δάχτυλα μικρά και στραγγισμένα.
Μη σταματάς γριά, κούνα το παιδί.

Πλοίο σιδερένιο μες στο σπίτι το κρεβάτι
κατευόδιο ψαλμοί, ψιθυρισμοί και προσευχές.
Εσύ γριά μη σταματάς, κούνα το παιδί.

Κούνα το παιδί, ήρθε στην αυλή ξύλινο σύννεφο.
Κούνα το παιδί, το πλοίο ξανάγινε κρεβάτι.

Στο σπίτι φυσούν πάλι ψαλμοί.
Μη σταματάς παιδί, στράγγιξαν μικρά τα δάχτυλά σου,
κούνα το παιδί.

*

Μεσημέρι στην Καλλιθέα

«Γιαγιά», της είπα, «τι μου έλεγες ότι σημαίνει
να έχουν μαζευτεί στο σύρμα τα πουλιά;»
Έπαιξαν τα μάτια της απ’ τα μαλλιά μου
ως τα παπούτσια.
«Χμ», έκανε, «έφερες ψωμί; Βάλε να φάμε».
Στην κουζίνα έβγαλα πιάτα, σέρβιρα φαΐ
έκοψα ντομάτες και ψωμί
μ’ ένα απ’ τα στομωμένα της μαχαίρια.
«Θα ’ρθείς, γιαγιά;»
«Αν είναι έτοιμα να ’ρθώ, αλλιώτικα όχι».
Τα χέρια μου έσταζαν μες στο νεροχύτη
κι απ’ το παράθυρο είδα
περιστέρια να πετούν κοπαδιαστά.
«Τι μου είπες πως σημαίνει
να ’ναι μαζεμένα στα καλώδια τα πουλιά;
Είδα Ιφιγενείας και Δοϊράνης…»
«Ετοίμασε λέω να φάμε».

Τους έχει φάει όλους, σκέφτομαι,
τι άλλο θέλει αυτή η αλλιώτικη Ούρσουλα Μπουενδία;
«Γιαγιά, τα περιστέρια…» Σταματώ.
Της κηδεμόνισσας τα νύχια
έρχονται γύρω απ’ τη μαγκούρα,
τα πόδια σέρνουν μια υπέρβαρη σκιά
στο κίτρινο μωσαϊκό
του χίλια εννιακόσια εξήντα εφτά.
Κοιτά το πιάτο μου πριν κάτσει.
«Θα βάλεις κι άλλο, ειδαλλιώς
μη σηκωθείς απ’ το τραπέζι,
και θέλω υστερότερα να κάτσεις να σου πω
για κείνο τ’ όνειρο που βλέπω τελευταία.
Είναι λέει ο πατέρας μου. Απλώνει ολωνώνε μας
τα ρούχα στα Ταμπούρια,
κι είναι η αυλή σαν βρόμικη.
Τότε ο Παρασκευάς έρχεται ξέστηθος,
και σάμπως λέει να κρατά τη μπλούζα που φορούσε
όταν μας τον σκοτώσαν.
Τη δίνει του προπάππου σας για να τηνε κρεμάσει,
μ’ αυτός δεν έχει χώρο στο σκοινί
και του ζητάει κλαίγοντας να φύγει».

Εκείνη συνέχισε να τρώει. Εγώ ανακάτευα
με το πιρούνι τη σαλάτα.
«Κι όταν μαζεύονται στο σύρμα», λέει, «τα πουλιά
σημαίνει ότι θα βρέξει.
Φάε τώρα».

*

Μαρία

Σταμάτα ν’ αγνοείς το τηλέφωνο όταν χτυπάει
Τις διαφημίσεις τηλεμάρκετινγκ, το λαϊκό λαχείο
τα μακαρόνια που παράβρασαν και τα δισέγγονά σου
Σταμάτα πια να σταματάς
όσα έκανες ολόιδια μες στα χρόνια,
μόνο και μόνο επειδή
έχεις πεθάνει.

Μη φωνάζεις, μη ζητάς, μη βρίζεις
Στον ύπνο σου μην κλαις με κοριτσίστικους λυγμούς
Σώπαινε τώρα, σώπαινε
Σ’ έχουν πολύ ρηχά. Η φωνή πίσω απ’ τη μάντρα
τρομάζει τους περαστικούς.

*

Η πιανίστα Μπερνίς Γκόλντμαν
(στο Χίλμπροου του Γιοχάνεσμπουργκ το 2012)

Όταν χαλάει το ασανσέρ ανεβαίνει αργά
στον δέκατο ένατο. Ανεβαίνει κι ένα γερασμένο
κανίς δεκαπέντε χρόνια συντροφιά της.
Η γυναίκα δεν παραπονιέται˙ κρατιέται
απ’ την κουπαστή˙ κάθεται για λίγο.
«Εγώ να φύγω; Όχι, κι έτσι όπως έγιναν τα πράγματα
μπορώ˙ με τους μαύρους τα πάω μια χαρά».
Δυο ώρες μετά, μπαίνει στο διαμέρισμά της˙
δείχνει τα δικά της: το πιάνο, όπου έδινε μαθήματα.
Κίτρινα πλήκτρα, τα χτυπά – ντο ρε μι τοκ.
Το φα κάτω απ’ το g του Leipzig μουγγό.
«Από δω μέχρι εδώ» δείχνει τις οκτάβες
«το ελεφαντόδοντο έχει φθαρεί – να βάλω μουσική;»
Πάνω απ’ το πιάνο μια κορνίζα, την ξεκρεμά. «Εδώ
είμ’ εγώ…»
Φυσικά. Γέλιο λευκό από φίλντισι, ούτε είκοσι χρονώ.
«Ο δάσκαλός μου εδώ, κι ο Άλμπερτ, να…»
Στα χέρια του Άλμπερτ τρέχουν έντομα. Μικρά ξανθά
κατσαριδάκια, πίσω απ’ το τζάμι ολάκερη αποικία.
Η γηραιά κυρία αφηρημένη τα χτυπά, αφήνει την κορνίζα,
στέκει πάνω απ’ το πικάπ. Ένα βαλς του Μαξ Πέρλμαν
τη μαγεύει. Μες στο θολό καθρέφτη
κάθε παλιό της κύτταρο σαλεύει στο ρυθμό,
η μοβ σκιά, το μεϊκάπ την ταξιδεύουν,
το ροζ κραγιόν χαμογελά, ένα μανό κινεί
ρυθμικά τα δάχτυλά της – τώρα λάμπουν τα δικά της
στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα˙

μες στο Καφέ Φλόριαν η γλυκιά νεαρή Μπερνίς,
πιανίστα, πίνει τσάι, γελάει, γνωρίζει άλλους λευκούς,
νιώθει πως μια μέρα αυτή κι η μουσική της
θ’ ανέβουν ακόμα πιο ψηλά
απ’ όσο στα είκοσί της
υψώνονται λαμπρά
οι σκάλες
του Χίλμπροου.

*

Προπαρασκευή

Στη Ζ., πριν

Κοιμάμαι, κοιμάμαι.
Ο σφυρήλατος μπρούντζινος δίσκος
που έφερε ο πατέρας μου απ’ την Κωνσταντινούπολη
ή τη Βηρυτό
καθαρίζει με λεμόνι και αλάτι.
Σ’ ένα στενό της Αθηνάς, κάτω, προς Ερμού,
έχει το εργαστήριό του ο Γιάννης
όπου έδινε η μάνα τα ρολόγια που φορούσε στον καρπό.
Όλα είναι κουρδιστά με ασημένιο μπρασελέ.
Πρέπει κάποιος να τα ξαναπάει.
Άλλο έχει ραγίσει το καντράν, άλλο δε συντονίζεται
πια με το σφυγμό.
Κοιμάμαι.
Δεν είναι περίεργο.
Οι δρομείς τρέχουν μονάχοι πριν το μαραθώνιο,
οι ακροβάτες ασκούνται στ’ άλματα και στην ισορροπία.
Πρόβες και προπαρασκευή,
πρόβες και προπαρασκευή.
Κοιμάμαι.

Το χαλάκι έξω απ’ την πόρτα μας έχει φθαρεί.
Στη λαϊκή της 25ης Μαρτίου το ’χα πάρει.
Πόσο ψηλός ήταν ο πατέρας μου!
Μας άφησε κι άνοιξε στη Λούτσα πίστα για πατίνια.
Αργότερα πηγαίναμε εκεί με τα παιδιά,
κοιμάμαι.
Δεν είναι περίεργο.
Κι αυτό το στρώμα
συντροφικό σαν σκυλί και όπως χώμα.

*

Αυτοί που θέλω

Τους άντρες που χορεύουνε ζεϊμπέκικο άτσαλα σαν
εξαρθρωμένοι.
Τα κορίτσια που ψευτίζουν το μέγεθος του πόνου.
Τ’ αγόρια που προβάρουν μάγκικες φτυσιές πριν πάνε στην
πλατεία.
Τις γυναίκες που βάφουν με παχύ κραγιόν τα χείλη μα όλο
και χαμογελά επάνω τους ένα αμήχανο κορίτσι.

Τους άντρες που ’χτισαν σπίτια και στο λάλημα του
σφαγμένου κόκορα καταρρέουν.
Τα κορίτσια που καμώνονται οργασμό στην πρώτη τους
φορά.
Τ’ αγόρια που φοβούνται μη δεν είναι αρκετοί.
Τις γυναίκες που έπαψαν να βάφουνε τα χείλη.

Τους άντρες που πάχυναν πολύ.
Τα κορίτσια που τόση έκπληξη που ο κόσμος δεν
κουρδίστηκε γι’ αυτές.
Τ’ αγόρια που τόσος ίλιγγος που έχει κι άλλους πολλούς
ολόιδιους.
Τις γυναίκες που αγελάδεψαν πολύ.

Όλους αυτούς τους θέλω.
Όλους αυτούς τους ξέρω.

Όπως τα μάτια σου καταγάλανα κάτω από κίτρινα εφηβικά
σαν στάχυα μαλλιά και χείλη δεν είχες
όταν ήμουν κι εγώ γαλάζιο και σε κοιτούσα και τώρα

τίποτα.

*

εσύ που νομίζω

Ο καπνός τελειώνει και τα λεφτά
Απ’ τ’ άλλο σπίτι έφερα κρυφά λίγη ρακή
Μέσα μου ο φωτισμός
όπως έξω απ’ του Κώστα βράδυ χειμώνα στην πλατεία
Αγίας Ειρήνης
Φύγε ακόμα, εσύ που νομίζω πως είμαι.

Περάσαμε απ’ το «Μέγαρο Εμπορίου»
Όχι αργά όχι χαζεύοντας κι ας καλούσαν τα κτίρια
Ξέρουμε δα πώς είναι τα πράγματα στη Σοφοκλέους
Πας αργά και χαζεύοντας αν είσαι νέος, άντρας και Άραβας
Τι κοιτάτε; Φεύγει αυτή που νομίζω πως είμαι.

Ο κυρ Μήτσος έτοιμος να το κλείσει
Μια παρέα έχει μόλις βγει
Πισωγυρίσαμε μια δυο φορές κοιτάζαμε
όρθιοι κάτω απ’ τα ξυρισμένα μάρμαρα ανάμεσα στην πέτρα
που ο Μήτσος χτυπούσε τα χέρια στην ποδιά
όταν έκλεψαν τις λεοντοκεφαλές
Φύγε με κατάκλεψες εσύ που νομίζω πως είμαι.

Στο κορμί μου τα χέρια σου ακόμη ζεστά
Με καίει στο λαιμό η ρακή
Τους είδα όταν φτάσαμε Σύνταγμα
Είχαν φτιάξει ένα μπαλόνι φυσώντας ο ένας να φουσκώσει
ο άλλος να φουσκώσουν όλοι μαζί
Όταν έφυγαν, λεφούσι οι οδοκαθαριστές
τους εξαφάνισαν
Φύγε πιασμένη απ’ το σκοινάκι στο μπαλόνι τους εσύ

που νομίζω πως είμαι.

///

Η συλλογή διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο, στον ιστότοπο της Ανοικτής Βιβλιοθήκης, και σε 50 αντίτυπα που κυκλοφορούν εκτός εμπορίου.

*

*

*

*