Μνήμη Παύλου Καλλιγά (1948-2025)

*

Ο μόλις εχθές εκδημήσας καθηγητής φιλοσοφίας Παύλος Καλλιγάς άφησε πίσω του έργο σημαντικό, κυρίως και πρωτίστως με την υποδειγματική έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου, τη μετάφραση και τα σχόλια του, κι η οποία με τα λόγια του Βασίλη Κάλφα «είναι μάλλον η πληρέστερη και πιο ενημερωμένη έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου σε διεθνές επίπεδο». Στη μνήμη του αναδημοσιεύουμε ένα ποίημα του Λέοντος φιλοσόφου (9ος αι.), που ο ίδιος μετέφρασε στην εφημερίδα Τα Νέα τον Απρίλιο του 2021. Γαίαν έχοι ελαφράν. — Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Λέοντος του Φιλοσόφου

Ψυχρά τα γηρατειά, κι η κράση μου –αλλοίμονο–
φύσει φλεγματική. Αλλά κι ο Φλεβάρης μήνας
υπερβολικά ψυχρός, ενόσω του Υδροχόου το ζώδιο
πλανιέται τούτον τον καιρό στη συνοδεία του ήλιου,
κάνοντας σε κάποια μέρη ίσαμε και το κρασί να πήζει
και τα λαγήνια ακόμη από την παγωνιά να σπάζουν.

Μα κι εδώ που κατοικώ το χιόνι είναι σαν βουνό
και το σπίτι ολωσδιόλου παγωμένο,
ενώ ο βοριάς φυσά δριμύς, όλο φαρμάκι,
οξύς και διαπεραστικός σαν απ’ τα Τάρταρα να πνέει,
αφού, όπως φαίνεται, ο νοτιάς έχει τα μέρη μας αφήσει.

Πώς λοιπόν, βλέποντάς με τον ταλαιπωρότατο
περικυκλωμένο από τόση ψύχρα,
με συμβουλεύεις, φίλε μου κρύο λουτρό να κάνω;
Γιατί, αν με πείσεις, ή χιόνι θα γενώ
ή και χαλάζι, κι αφού πεθάνω, ούτε οι νεκροθάφτες
να μ’ αγγίξουν θα τολμούν, έτσι σαν παγοκολώνα ξυλιασμένο,
έχοντας στη δική σου ψυκτική παραίνεση υπακούσει.

Φύγε λοιπόν, στα μέρη της Ινδίας τράβα,
εκεί που οι Βλέμυες κατοικούν κι οι Αγισύμβοι
κι όπου ούτε αμπέλια, καθώς λένε, δε φυτρώνουν.
Εκεί να δείξεις, σοφέ, την τέχνη σου την ιατρική·
διότι δεν μας χρειάζεται εδώ, εφόσον
να συνεχίσουμε να ζούμε θέλουμε και ν’ αντικρίζουμε τον ήλιο.

Μετάφραση Παύλος Καλλιγάς,
Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 3-4 Απριλίου 2021,
«Το ποίημα της τελευταίας σελίδας

~•~

Λέοντος Φιλοσόφου

Ψυχρὸν τὸ γῆρας, ἥ τ’ ἐμὴ κράσις φύσει
φεῦ φλεγματώδης· μὴν δ’ ὁ φεβρουάριος
ψυχρὸς μάλιστα· ζώδιον δ’ Ὑδρηχόου
τὸ νῦν πολεῦον καὶ συνὸν μεθ’ ἡλίου,
πήγνυσι καὶ τὸν οἶνον ἔν τισι τόποις,
τούς τ’ ἀμφορεῖς ῥήγνυσιν ἐκ τῆς ψύξεως.
Ὁ δ’ οἶκος, ἔνθα νῦν κατασκηνῶ, πάλιν
ἀγάννιφός τε καὶ λίαν δυσχείμερος.
Ὁ Θρασκίας δὲ δριμύς ἐστι καὶ πικρός,
ὀξύς, δυσαής, ταρτάρου πνοὰς ἔχων·
ὁ γὰρ Νότος λέλοιπεν ἡμῶν τὸ κλίμα.
Πῶς οὖν τοσούτων ψυχροτήτων ἐν μέσῳ
ὁρῶν με συσχεθέντα τὸν ταλάντατον,
ὕδωρ κελεύεις προσφέρεσθαι, φίλτατε;
Εἰ γάρ με πείσῃς, ἢ χιὼν γενήσομαι
ἢ καὶ χάλαζα· καὶ θανὼν νεκυοστόλοις
ἄψαυστος ὡς κρύσταλλος ὢν φανήσομαι,
τῇ σῇ πεποιθὼς ψυκτικῇ παραινέσει.
Ἄπελθε τοίνυν εἰς τόπους τῆς Ἰνδίας,
εἴς τ’ Ἀγησύμβων, εἴς τε Βλεμμύων πόλεις,
ὅπου λέγουσιν ἀμπέλους μὴ βλαστάνειν·
ἐκεῖσε δεῖξον σὴν ἰατρικὴν, σοφέ.
Ἡμῖν γὰρ οὐκ ἔνεστι χρεία σῆς τέχνης,
εἰ ζῆν θέλοιμεν καὶ τὸν ἥλιον βλέπειν.

///

*

*

*