Rainer Maria Rilke, Η αναχώρηση του άσωτου υιού και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

~.~

ΑΒΙΣΑΓ

I

Είχε πλαγιάσει. Και τα παιδικά της μπράτσα
τα ’χαν δεμένα οι δούλοι γύρω απ’ τα πλευρά του
τα μαραμένα· έτσι πέρναγε τις νύχτες,
με κάποιο φόβο εμπρός στα χρόνια τα πολλά του.

Κι άλλες φορές μέσα στα γένια του τριβόταν
το πρόσωπό της με το σκούξιμο του γκιώνη·
και τρόμους σέρνοντας και πόθους το σκοτάδι
από παντού ένιωθε να την περιζώνει.

Έτρεμαν τ’ άστρα όπως έτρεμε κι εκείνη,
το στρώμα έν’ άρωμα ψηλαφητά τρυπούσε,
στον τοίχο σάλευε η κουρτίνα σαν σημάδι
και με το βλέμμα της βουβά τ’ ακολουθούσε.

Μα αυτή, στον σκοτεινό τον γέρο πλάι ριγμένη,
ανέγγιχτη έμενε απ’ τη Νύχτα τη Μεγάλη,
ψυχή ελαφριά που το ψυχρό του μεγαλείο
ζεστό το κράταγε σε μια παρθένα αγκάλη.

II

Τα έργα στον θρόνο ο βασιλιάς συλλογιζόταν
της άδειας μέρας του, αυτά που λαχταρούσε
και δεν τ’ απέκτησε, τη σκύλα που αγαπούσε…
Μα σαν το βράδυ η Αβισάγ κουλουριαζόταν
πάνω του, η άστατη ζωή του αφηνόταν
όπως του κάβου του κακόφημου οι ξέρες
κάτω απ’ του στήθους της τους σιωπηλούς αστέρες.

Μεσ’ απ’ τα φρύδια του αυτός μπορούσε ακόμα,
έτσι όπως ήξερε καλά από θηλυκά,
να δει το ασάλευτο, το αφίλητό της στόμα·
και είδε: του αισθήματός της το χλωρό κλαδί
ρίζες δεν άπλωνε προς το δικό του χώμα.
Ριγούσε. Κι έστηνε αυτί σαν το σκυλί
την κουρασμένη του ν’ αφουγκραστεί καρδιά.

///

Ο ΔΑΒΙΔ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΣΑΟΥΛ

Ι

Την άρπα μου όταν παίζω, βασιλιά,
κόσμοι γεννιούνται, ακούς, που μας καλούν:
μυριάδες σκόρπια αστέρια μάς τραβούν
και πέφτουμε στο τέλος σαν βροχή,
κι εκεί που πέφτουμε ανθίζει η γη.

Οι έφηβες που γνώριζες ανθούν,
γυναίκες τώρα πια με ξελογιάζουν·
γλυκές παρθένες γύρω σου ευωδιάζουν
κι έξω από πόρτες σιωπηλές τ’ αγόρια
καρδιοχτυπώντας τις παραφυλούν.

Να σ’ τις ξανάφερνε η τέχνη μου μπροστά σου!
Μα το πιωμένο το τραγούδι μου τρεκλίζει:
οι νύχτες σου, α οι νύχτες, βασιλιά –
ω πόσο εξαίσια ήταν τα κορμιά
τ’ ανυπεράσπιστα στην αγκαλιά σου.

Με τη διαίσθηση τις θύμισές σου
λέω πως τις συνοδεύω. Μα σε ποιες χορδές
ν’ αγγίξω την κραυγή απ’ τις ηδονές σου;

ΙΙ

Ω βασιλιά, που τα ’χες όλα αυτά δικά σου
και που η ζωντανή σου παρουσία
επάνω μου έχει τόσο κυριαρχήσει:
κατέβ’ από τον θρόνο σου, και σπάσε
την άρπα μου — την έχεις πια εξαντλήσει.

Είναι σαν δέντρο που το γύμνωσαν οι αγέρες:
απ’ τα κλαδιά που σού ’διναν καρπό,
προβάλλει τώρα ένας βυθός σαν απ’ τις μέρες
που θα ’ρθουν – και δεν τις γνωρίζω εγώ.

Πια με την άρπα να κοιμάμαι μη μ’ αφήνεις·
κοίτα το χέρι τούτο εδώ του αγοριού:
πιστεύεις, βασιλιά, πως τις οκτάβες
πια δεν μπορεί ν’ αγγίξει ενός κορμιού;

ΙΙΙ

Ω βασιλιά, κι αν κρύβεσαι στα σκότη,
η δύναμή μου πια σε περιζώνει.
Δες – το τραγούδι μου αντέχει ακόμη,
στενεύει ο τόπος γύρω μας, παγώνει.
Η ερημιά μου κι η δική σου ζάλη
κρεμιούνται από τα νέφη της οργής σου,
δαγκωνουν λυσσασμένα η μια την άλλη,
κομμάτι είμαι πια της ύπαρξής σου.

Το νιώθεις πώς αλλάζουμε μορφή;
Πνεύμα το βάρος γίνεται. Σφιχτά
έλα ν’ αγκαλιαστούμε, βασιλιά,
εσύ απ’ το αγόρι, κι απ’ τον γέρο εγώ,
σαν άστρα που κυλούν στον ουρανό.

///

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΗ ΣΥΝΑΞΗ

Όπως ποτάμι που ξεσπάει στην εκβολή του
και καταλύει κάθε φράγμα πλημμυρώντας,
έτσι ξεχύθηκε στερνή φορά η φωνή του
προς τους γερόντους των φυλών μιλώντας.

Πώς μείναν άναυδοι αυτοί που πριν γελούσαν,
πώς το αίμα έπαψε στις φλέβες τους να ρέει,
λες και κλαγγές χίλιων μαχών αντιλαλούσαν
από το στόμα εκείνο· κι άρχισε να λέει.

Κατάπληκτα έμειναν τα πλήθη πάλι εμπρός του
καθώς και στης Ιεριχώς τότε την πτώση·
μα αυτός τις σάλπιγγες τις είχε τώρα εντός του
κι όλο υψωνόταν η βοή τους να σαρώσει

τα τείχη της ζωής τους· με σκυφτή τη ράχη
ήδη τα λόγια του άκουγαν να τους διατάσσουν,
κι είχαν ξεχάσει πώς στης Γαβαών τη μάχη
ο ίδιος αυτός είχε κραυγάσει του ήλιου: Στάσου!

Κι υπάκουσε τότε ο Θεός και αλαφιασμένα
σαν δούλος βιάστηκε τον ήλιο να κρατήσει
για τους σφαγείς, ώσπου του πόνεσαν τα χέρια,
γιατί ένας άνδρας μοναχά το ’χε θελήσει.

Κι ήταν αυτός: ο γέροντας που σημασία
πια δεν του δίναν στις συναγωγές τους
κι είχε πατήσει τα εκατό στην ηλικία.
Κι όμως, εγέρθηκε κι έπεσε στις σκηνές τους

όπως χαλάζι πάνω στα μεστά τα στάχια.
Τι θα του πείτε του Θεού; Θεοί ’ναι τόσοι
που προσδοκούν από εσάς θυσίες και σφάγια·
μα τότε ο Κύριος θα σας ξεθεμελιώσει.

Και με απαράμιλλη μετά υψηλοφροσύνη:
αλλ’ ο δικός μου ο Οίκος δεν θα τον προδώσει.

Βοήθησέ μας, τότε ανέκραξαν εκείνοι,
σημάδι δώσε, να μην κρίνουμε μοιραία.

Όμως τον είδαν στη σιωπή του να γυρίζει
και πάλι κατά το βουνό ν’ ανηφορίζει.
Κι ήταν ετούτη η φορά η τελευταία.

///

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ

Ν’ αφήνεις πίσω σου τη σύγχυση, τη ζάλη,
ό,τι δικό σου δήθεν είχες να τ’ αρνείσαι
σαν να ’ναι τρέμισμα νερού σ’ αρχαίο πηγάδι
που αντανακλά και κατοπτρίζει ό,τι δεν είσαι·
ν’ αφήνεις πίσω σου τα κοφτερά τ’ αγκάθια
που έχουν πάνω σου πιαστεί, να φεύγεις πέρα,
κι Αυτούς, κι Αυτά (που τα ’χες μπρος σου κάθε μέρα
κι ήταν καρφιά χωμένα μες στα δυο σου μάτια)
με γλύκα πια να τα κοιτάς και καλοσύνη
σαν να ’ταν πρώτη σου φορά… Σιγά σιγά
θα το αισθανθείς: δεν είχε πρόσωπο η οδύνη
που ήδη απ’ τα χρόνια σ’ έπνιγε τα παιδικά.
Ν’ αφήνεις πίσω κάθε νεύμα, κάθε χέρι,
σαν να σκαλίζεις πρώην τραύμα γιατρεμένο –
έτσι να φεύγεις… Και για πού; Γι’ άγνωστα μέρη,
για έν’ άλλο τόπο μακρινό, θερμό και ξένο,
που όπως διάκοσμος σκηνής σε τραγωδία
θα στέκει αμέτοχος: τι τοίχος, τι αυλή…
Έτσι να φεύγεις. Για ποιον λόγο; Από μανία,
από παρόρμηση ή ανυπομονησία,
από έναν πόθο σκοτεινό, από προσμονή,
αυτόν τον κλήρο σου ’χει τύχει να υπομείνεις
κι ό,τι πιο οικείο σου καθώς φορτίο βαρύ
να το πετάξεις, μάταια ίσως, για να μείνεις
μόνος στο τέλος σου, αγνοώντας το γιατί…

Νά ’ναι το πέρασμά σου αυτό στη νέα ζωή;

*

*

*