*
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
Αλέξανδρος Μηλιάς
Απ’ την Αθήνα φάντασμα
Πατάκης, 2025
Πώς μπορεί η τέχνη να μιλήσει για τα σύγχρονα κοινωνικά δεινά, για τις κυνικές μετατοπίσεις των ηθικών ορίων στις διεθνείς σχέσεις, την ανθρωποφαγία ενός και πάλι πολωμένου κόσμου που είναι αποφασισμένος να μονοπωλήσει τη νομή της ισχύος χωρίς να νοιάζεται πλέον για ιδεολογικά επιχρίσματα; Μπορεί να μπει σε ποίημα ό,τι συμβαίνει σήμερα στη Γάζα; Η νέα απροσχημάτιστη ξετσιπωσιά των πανάρχαιων μηχανισμών επιβολής τώρα που δεν πολυνοιάζονται για την απονομιμοποίηση των μεθόδων τους αφήνει για ακόμα μια φορά την ανθρωπότητα αμήχανη μπροστά στο προφανές και το πρωτόφαντο συνάμα. Και ο ρόλος του λογοτέχνη; Αισθάνεσαι συχνά πως ό,τι μπορείς να πεις για τα προσωπικά δεινά είναι μια πολυτελής, μια καταχραστική ιδιοποίηση ενός λόγου που οφείλει να αφήσει χώρο σε ό,τι υπέρτερο συμβαίνει αυτή τη στιγμή μπροστά στη μουδιασμένη μας επανάπαυση. Μα πώς να μιλήσει κάποιος για τη Γάζα, πώς μπορεί να μπει σε ποίημα ό,τι συμβαίνει σήμερα σε εκείνο το «εκεί» που επαναδιατάσσει δια παντός τα όρια του «εδώ»;
Ο Αλέξανδρος Μηλιάς επέλεξε να μιλήσει για το «εκεί» εντάσσοντάς το στο πάντοτε «ενταύθα», συνδέοντας τη σημερινή γενοκτονία με τις ιστορικές της αφετηρίες και τα διαχρονικά παράλληλά της, συστοιχώντας την σύγχρονη εκδοχή της βίας με ό,τι εντόπια και παγκόσμια έχει συμβεί και θα συμβαίνει: την Ελληνική Επανάσταση, τον Εμφύλιο και την Κατοχή, τα επαναστατικά κινήματα της Νότιας Αμερικής, το Βιετνάμ κ.ο.κ. Για να το πετύχει αυτό, στήνει ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων ανάμεσα σε διαφορετικά είδη λόγου που επικοινωνούν διαλεγόμενα σε ένα πλατύ διακείμενο. Ένας λόγος-φάσμα που ταλαντώνεται ανάμεσα στην ενικότητα της προσωπικής οδύνης και στην πολλαπλότητα ενός πανοράματος φρίκης με σαφές κέντρο βάρους την τραγωδία στην Παλαιστίνη.
Αυτός ο λόγος-φάσμα εκπορεύεται από ένα ομιλούν και πάσχον υποκείμενο-φάντασμα, που είναι ταυτόχρονα το ποιητικό υποκείμενο, τα σκοτωμένα παιδιά της Γάζας, τα εκάστοτε θηράματα της ιστορίας, ένας λόγος στοιχειωμένος, εγκατοικημένος από τον ακατανόητο φόνο που ενοικεί στην καρδιά του σκότους που είναι η ανθρώπινη κατάσταση.
Γι’ αυτό και το βιβλίο ξεκινά με την προτροπή του φαντάσματος του πατέρα στον Άμλετ στην πρώτη πράξη πριν αποσυρθεί στο αυγινό φως: «Adieu, adieu, adieu! Remember me». Αυτή η προτροπή για μνήμη πυροδοτεί την αφήγηση που ακολουθεί, μια αφήγηση θραυσματική που κινείται ανάμεσα στην «εξωτερική» καταγραφή του δράματος, τη βιβλική γενεαλογία του πάθους, την πρωτοπρόσωπη ομιλία όπου φορέας του λόγου είναι το ανθρώπινο υποκείμενο, θύτης, θύμα, θεατής, ποιητής. Έτσι στο δεύτερο ποίημα διαβάζουμε:
Στο «supernova», στα κιμπούτς
με Captagon, την «κοκαΐνη των φτωχών»,
σκότωνα σχεδόν
ό,τι μπορεί να κινηθεί.
Τη νύχτα στ’ όνειρο
ή μέρα σε διαρκή εφιάλτη,
ό,τι πολλοί
έχουν αγγίξει έντρομοι
έστω για μια στιγμή,
το ’κανα πράξη.
Για να δώσει στο αμέσως επόμενο την άλλη πλευρά του νομίσματος:
Στάλα αίματος πριν ξεραθεί στη γη,
κύλησε σαν παλιόλαδο στις φλέβες
(ξανά) της φονικής
με τα λευκά κολάρα μηχανής
η σκέψη για γενοκτονία.
Τί ἐγκαυχᾳ ἐν κακίᾳ,
ὁ δυνατός,
ἀνομίαν ὅλην τὴν ἡμέραν;
Βόμβες χιλίων λιβρών απ’ τα φτερά του Ισραήλ,
συντρίμμια τ’ ουρανού, αίμα μωρών.
Στη συνέχεια, η Ράφα συμπλέκεται με τις εκατόμβες των προσφύγων στο Αιγαίο, τη Χιροσίμα, το Βιετνάμ, την περουβιανή επανάσταση του Τούπακ Αμάρου, ενώ τα πρόσωπα γίνονται παλίμψηστες περσόνες της ισχύος ή της αντίστασης, οι διαδοχικές μάσκες του εσαεί τελουμένου δράματος:
Ναύαρχε νεκρών
(δελφίνια τώρα στη Μεσόγειο)
ξέρεις, φαντάστηκα
τον Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο
αρχηγό του Λικούντ
να καίγεται στην τρέλα.
Η μοίρα της Μπουμπουλίνας συμπλέκεται με αυτή της Λέλας Καραγιάννη και εκτείνεται φασματικά ως τη Γάζα και έως την ελληνική Κατοχή:
Με ξέκανε η αγέλη των Κουτσαίων στις Σπέτσες μα
κατεβαίνω, Λασκαρίνα, φάντασμα,
μ’ ένα ιστιοφόρο δύσμοιρο
μπαρούτι ποίημα ως τη Ράφα.
Μ’ έκαψαν οι δωσίλογοι στην Κοκκινιά,
φιλώ ανθρακωρύχους στην Καλογρέζα.
Οι εθνικιστικές παρακαταθήκες του Μπεν Γκουριόν («Οι Άραβες θα πρέπει να φύγουν») και το σχέδιο Ντάλετ για την εκκαθάριση των Παλαιστινίων ακολουθούνται από τις προαποφάσεις του Τσώρτσιλ για την Αθήνα των Δεκεμβριανών του 1944 («Do not hesitate to act as / if you were in a conquered country») και την ιστορική ειρωνεία των μεταπολεμικών του εξαγγελιών (« We must all turn our backs / upon the horrors of the past / and look to the future»). Οι Εβραίοι-«κατσαρίδες» των Ναζί συμπαρατίθενται με τους «αρουραίους» Άραβες, υποδηλώνοντας τη συνεχή εργαλειοποίηση του λόγου που οικειοποιείται κάθε φορά το δίκαιο. Το ναυάγιο της Πύλου στα χωρικά ύδατα του Γέρου του Μοριά ανακαλεί στη μνήμη του ποιητή ένα επεισόδιο από τον βίο του, κατά την εκδίωξη των κλεφτών της Πελοποννήσου από τους Τούρκους και την άρνηση των Βερβένων να τους συνδράμουν: «Ζητήσαμε απ’ τα Βέρβενα ψωμί. / Και αυτοί μας αποκρίθηκαν: έχουμε βόλια και μπαρούτι. / Κι επήγαμε και τους ’χαλάσαμε.», για να ακολουθήσει αμέσως μετά ένα χωρίο από τις αιτιάσεις εναντίον του εκ μέρους των εχθρών του κατά τις εμφυλιακές έριδες της επανάστασης. Κι εδώ αναφύεται το διπλό πρόσωπο του «δικαίου» μέσω του αντιμαχόμενου λόγου, έτσι που η γλώσσα γίνεται ο μηχανισμός χωρισμού του κόσμου, όργανο έκπτωσης του λόγου και όπλο στη Βαβέλ του κακού.
Αυτό το πολύφυλλο κακό που εξακτινώνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης εδράζεται βαθιά στην ανθρώπινη καταγωγή, ριζωμένο στα έγκατα των συμβολικών αναπαραστάσεων των εθνών, γι’ αυτό και είναι συχνή η χρήση βιβλικών εδαφίων στο βιβλίο, κυρίως από την Παλαιά Διαθήκη, που άλλοτε λειτουργούν ως αντιστικτικά σχόλια στη σύγχρονη κιβδηλοποίηση του δικαίου και άλλοτε αποκαλύπτουν τη θηριώδη φύση του ιερού, τις τιμωρητικές διχοτομίες του καλού και του κακού, τη νομιμοποιητική της βίας λειτουργία του αρχετυπικού θεού των Γραφών. Παράδειγμα το ποίημα που ξεκινά με μότο από την ιστορία του προφήτη Ελισαίου («καὶ παιδάρια μικρὰ ἐξῆλθον ἐκ τῆς πόλεως καὶ κατέπαιζον αὐτοῦ», Δ΄ Βασ. 2:23) όπου ο θεός απάντησε στο σκώμμα των παιδιών στο φαλακρό πρεσβύτη στέλνοντας τα λιοντάρια να τα κατασπαράξουν: «Οι αρκούδες του Ελισσαίου / παιδιά αρπάζουν σαν κατάρα». Σε άλλο ποίημα η απεύθυνση στον Βενιαμίν, τον τελευταίο γιο του γενάρχη του Ισραήλ: «Βενιαμίν, υιέ της θλίψεως / («ἐπειδὴ οὖν Ραχὴλ τέθνηκε / γεννῶσα με») / ψευδεπίγραφε των Διαθηκών / τι είσαι / στη ζωή;» μένει να απαντηθεί από το σύγχρονο κράτος του Ισραήλ. Άλλοτε ολόκληρο το ποίημα αποτελεί βιβλική περικοπή και συγκεκριμένα αυτό στη σελίδα 25 με τα εδάφια από τις Διαθήκες των δώδεκα πατριαρχών, υιών του Ιακώβ.
Η πυκνή γλωσσική διαστρωμάτωση ισορροπείται από τη μικρή φόρμα των κειμένων που είναι στο σύνολό τους ολιγόστιχα, σε αντίθεση με την προηγούμενη συλλογή του Μηλιά, και αυτή η λιτή αφηγηματική σάρκα λειτουργεί θετικά καθώς ο λόγος γίνεται νυγμός και όχι ρομφαία καταγγελίας, παρ’ όλο που διατηρεί την ευκρίνεια των αναφορών του στο τώρα και δηλώνει ευθαρσώς την πολιτική του θέση:
Κολούμπια, Πρίνστον,
Καλιφόρνια, Βόρεια Καρολίνα,
τσουβάλια που φορτώνει
η αστυνομία,
Παρίσι, Αθήνα κλπ.,
ρημαγμένα νταμάρια,
τα οδοφράγματα, οι φλόγες
το ηλίθιο αίμα
πουθενά.
Ο Μηλιάς ανταποκρίνεται με έγκαιρα και ευαίσθητα ανακλαστικά σε αυτό που όλοι μας διαισθανόμαστε να συμβαίνει, στον παροξυσμό του λανθάνοντος φόνου και την εκτράχυνση του παγκόσμιου γίγνεσθαι σε επίπεδα τέτοια που οι όποιες αυταπάτες των κοινωνιών περί δυνατότητας ελέγχου καταρρίπτονται ησύχως, δυστυχώς. Απέφυγε τους σκοπέλους που δημιουργεί το θερμό υλικό του επίκαιρου και αναπλαισίωσε τις λύσεις που έδωσε ο μοντερνισμός όταν είναι να μιλήσεις για μεγάλα και ζέοντα ζητήματα ανάγοντας το επιμέρους στην καθολική αναφορά και τη συμβολική του προέκταση. Παράγει ένα πολιτικό ποίημα με τον τρόπο που πολιτικό έργο είναι και ο Άμλετ, μια κατάθεση δηλ. για τους μηχανισμούς που εξουθενώνουν τη ζωή και επιβάλλουν την δύναμη ως ρυθμιστή των ανθρωπίνων. Σε αυτή τη μεγάλη εικόνα συλλειτουργεί και το προσωπικό αδιέξοδο που αναζητά μια λυτρωτική λύση φαντασιακά εμπλεκόμενο στην εκπολιόρκηση του κακού. Η φύση του υλικού οδήγησε σε ένα μινιμαλιστικό λόγο που θα μπορούσε κάποιες στιγμές να γίνει πιο μετουσιωμένος, πιο επεξεργασμένος ποιητικά, αλλά το σύνολο του εγχειρήματος φαίνεται, κατά τη γνώμη μου, μια πολύ συνεκτική πρόταση για το πώς μπορείς να μιλήσεις για το ανείπωτο που αφήνουμε να συμβαίνει με τη σιωπή μας.
*
*
*
