*
Ποιος έχει γλιτώσει κι από πόσα ατυχήματα; Ποιο είναι το στατιστικό όριο του μοιραίου, του ανεπίστρεπτου;
Πρώτη Δημοτικού. Κρατούσε τη δερμάτινη σάκα του, το κοντραπλακέ με τις λέξεις από πλαστελίνη –Λόλα, μήλο;– και πέρασε χωρίς να κοιτάξει τον κεντρικό και μοναδικό σχεδόν τότε, ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Πετάχτηκε έξω η μάνα με το φρενάρισμα, τα γράμματα της πλαστελίνης γράψανε το πεπρωμένο στο οδόστρωμα, σώος ο μαθητής. Μπορεί να συνεχίσει στη Δευτέρα.
Η οδός Παλαιολόγου στο Χαλάνδρι συνδέει τη Φιλοθέη με την Αγία Παρασκευή. Τα αυτοκίνητα τη δεκαετία του ’70 ακόμα λιγοστά. Ανεβαίνοντας προς το Γυμνάσιο έριχνε η παρέα ό,τι ξύλα πεύκου έβρισκε, κουκουνάρες, στη μέση του δρόμου κι έκανε χάζι με το ζιγκ-ζαγκ των αυτοκινήτων να τ’ αποφύγουν. Είπαμε, μυαλό δεν είχαμε! – και γιατί άλλωστε; Λίγο μετά άρχισε ο κόσμος να ξηλώνει –με λοστούς, ακόμα και με τα χέρια– τις γραμμές του Μουτζούρη που πήγαινε παλιότερα στο Λαύριο, για να μπορεί να περνάει απέναντι. Η λατρεία της ασφάλτου, των ορυκτών καυσίμων και το μένος κατά του Τρικούπη είχε βέβαια ξεκινήσει νωρίτερα. Χάθηκε η εικόνα της μαύρης ατμομηχανής μέσα στους καπνούς· έβγαινε έξω από την πόρτα, μόλις την άκουγε να σφυρίζει και τη χάζευε – κάτι από τον πίνακα του Ουίλλιαμ Τέρνερ, χωρίς την αγγλική βροχή. Μετά ασφαλτοστρώθηκε παράλληλα από τις γραμμές και η οδός Παπανικολή και έγινε άνοδος. Τα αυτοκίνητα αυξήθηκαν μετά το ’80 και ο συμμαθητής μας ο Αντώνης έβαζε στοίχημα για να διασχίσει και τα δυό ρεύματα με το ποδήλατο, χωρίς να κοιτάξει. Έπαιρνε φόρα, έδινε μια και πέρναγε. Είχε, φαίνεται προστάτη άγγελο τότε· γιατί αργότερα στον καρκίνο του, εκείνος μάλλον κουράστηκε μαζί του. Δεν είχε την ίδια τύχη η κυρία Ανθή, μητέρα του φίλου μας που προσπάθησε να περάσει την Παπανικολή βάζοντας το κεφάλι κάτω. Έμεινε με ένα χέρι σακατεμένο το υπόλοιπο του περίκλειστου αλλά υπερήφανου βίου της. Από τότε δεν ξαναφάγαμε νεραντζάκι γλυκό.
Τα πεσίματα από σκάλες είναι μάλλον τετριμμένα. Έφτασε με μια βαριά βαλίτσα τριάντα κιλών, εξήντα κιλά αυτός, στο Παρίσι ως τον Σταθμό Denfert-Rochereau. Γεμάτη γνώση και ντοκουμέντα σοφίας, μια βαλίτσα χαρτί ζυγίζει όσο ένας κορμός δέντρου. Εκεί κατεβαίνοντας τα σκαλιά, παραπάτησε, τού έφυγε η βαλίτσα κι άρχισε να κατρακυλά ίσαμε τριάντα σκαλοπάτια. Πίσω της στραβοπατώντας και κουτρουβαλώντας κι εκείνος. Τον έσωσαν τα εικοσιένα του χρόνια κι η ευελιξία τους. Πολύ αργότερα όταν σε ένα «Ανώτατο Ελληνικό Ίδρυμα» κατέβηκε μια γλιστερή, λόγω περίσσειας Άζαξ, μαρμάρινη σκάλα χωρίς τη χρήση των ποδιών, οι σπουδαστές τριγύρω τον κοίταζαν με βλέμμα αγελάδας: «Καλά τώρα, γιατί κάνει τσουλήθρα αυτός;» – τόσο ενδιαφέρον.
Κι ύστερα στα χρόνια της ελλαδικής ασωτίας. Στο ταξί στη θέση του συνοδηγού, την επονομαζόμενη «του μελλοθανάτου», το είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν από δεξιά κι είχε προτεραιότητα. Ο ταξιτζής όμως όχι. Πρόλαβε και πήδηξε πάνω στον λεβιέ των ταχυτήτων προς τη μεριά του οδηγού. Μπήκε η πόρτα η δεξιά μέσα. Περιστατικό δεύτερο. Γυρνάει οδηγώντας το Ρενώ 19 από το ιδιωτικό σχολείο που δίδασκε, περνάει μέσα από την Αργυρούπολη. Ψιλόβροχο και δυνατός αέρας. Όταν άκουσε το «μπάμ» νόμισε ότι του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι. Ήταν περίπου έτσι. Ένας χοντρός κορμός λεύκας του είχε πέσει στο καπό. Πενήντα εκατοστά χώριζαν από το μοιραίο – στο παρμπρίζ. Πετάχτηκε απ’ τον κρότο η γυναίκα απ’ το απέναντι σπίτι, του έδωσε ένα ποτήρι νερό. Οι κάτοικοι του σπιτιού απ’ όπου έπεσε το δέντρο, φάνηκαν στο παράθυρο κι έτρεξαν να κρυφτούν. Ήταν μια μαθήτριά του και η μητέρα της.
Το τρίτο και σοβαρότερο έγινε σε πιο «πολιτισμένη» –ίσως– χώρα. Στη Δρέσδη, πεζός στο δρόμο για το Πανεπιστήμιο, φθάνει στη διάβαση. Ανάβει το γνωστό από την Ανατολική Γερμανία πράσινο ανθρωπάκι με τη ρεπούμπλικα, ξεκινάει να περάσει, όταν στην μέση της διάβασης παρασύρεται από το Σκόντα, πετάγεται στον αέρα λίγο πάνω απ’ το καπό και σκάει με το κεφάλι στο δρόμο. Η συνέχεια περιέχει μια ώρα περίπου ή λίγο περισσότερο, σκότος, διάσειση. Είδε κάποια στιγμή κάποιους να τον καθησυχάζουν ότι έρχεται το ασθενοφόρο. Κι έπειτα άνοιξε τα μάτια του λίγο πριν μπει για αξονική τομογραφία. Ήταν γυμνός με μια ανοιχτή μπροστά –ως φτερούγες– χειρουργική μπλούζα. Πάνω του στεκόταν ένας όμορφος άγγελος, η συνοδός νοσοκόμα που υπομειδιούσε έχοντας καρφώσει το βλέμμα της στη (νεκρή) φύση του· τι έβλεπε στο ράκος; Τότε όμως συνειδητοποίησε ότι ήταν ζωντανός. Ράφτηκε το ανοιχτό κεφάλι, η μύτη, τα χείλη που είχαν σχιστεί στα δύο, κανένα αιμάτωμα, πήρε παράταση. Πήρε ένα μήνα αναρρωτική, στο σπίτι τα κορίτσια μικρά, βάλσαμο κι αλοιφή από κυδώνι. Το παράπονό του είναι ότι δεν μπορεί πια να σφυρίξει καλά, ν’ απαντήσει σ’ ένα κοτσύφι. Ήρθε μετά στο σπίτι η ηλικιωμένη οδηγός που δεν τον είχε προσέξει, με μια ανθοδέσμη να ζητήσει συγγνώμη. Δεν θα ξαναοδηγούσε. Ας είναι καλά! Θα ήμασταν βέβαια αχάριστοι, αν δεν αναφέραμε ότι σώθηκε επειδή το ατύχημα συνέβη στη Γερμανία. Έπειτα στην κατάθεση στην αστυνομία έμαθε ότι λίγο πίσω του και πλάι ερχόταν μια μάνα με το μωρό της στο καρότσι. Αισθάνθηκε τώρα αυτός με τη σειρά του, ο προστάτης άγγελος του μωρού.
Κατόπιν θυμήθηκε πως στην αρχή που είχαν νοικιάσει το ισόγειο που έμεναν, ο γείτονας εστιάτορας – αυτός που τους είχε πει «αν ήξεραν οι Γερμανοί να φάνε, θα έρχονταν σε ελληνικό εστιατόριο;» – τους είχε συστήσει έναν ιερέα για τον αγιασμό του σπιτιού. Μόνο που αυτός αποδείχτηκε ψευτόπαπας, κάλπικος. Κλάψαμε και το εικοσάευρο ή τριαντάευρο. Κι ο αγιασμός δεν έπιασε βέβαια! Να ήταν από αυτό, η έλλειψη προστασίας στο δυστύχημα; Και ο μετέπειτα χωρισμός; Και για τα προηγούμενα ατυχήματα; Ποια προκατάληψη ή Θεία Πρόνοια να ισχύει;
Σημεία δε τοις πιστεύσασι ταύτα παρακολουθήσει (Μάρκ. 16, 17).
Ο αητός όταν φτάσει περίπου πενήντα-εξήντα χρονών, έχει γυρίσει το ράμφος του τόσο πολύ προς τα κάτω που δεν μπορεί πλέον να τραφεί. Αντί να κάτσει να πεθάνει, παίρνει φόρα και το σπάει σ’ ένα βράχο. Μένει κατόπιν κάποιους μήνες νηστεύων και εν υποθερμία, μέχρι να μεγαλώσει το νέο του ράμφος. Μπορεί έπειτα να ζήσει άλλα τόσα χρόνια!
Έτσι κι αυτός, δεν διακινδυνεύει πια τη ζωή του. Ασχολείται με λιγότερο (;) επικίνδυνα ατυχήματα. Πέταξε τα χηνόφτερα, έσπασε τους κονδυλοφόρους και ιστορείται με –ψηφιακή– μελάνη διαρκείας. Τυλιγμένος στις χάρτινες λευκές φτερούγες του, γίνηκε ο ίδιος ο προστάτης του.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΟΣΚΑΣ
*
*
*
