*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
1
Τον Στάθη Αποστόλου τον είχα δει για τελευταία φορά στην κηδεία του πατέρα μου πριν από είκοσι χρόνια. Ξαναβρέθηκε μπροστά μου σε μια άλλη κηδεία, της μάνας του. Κι εκεί άρχισαν όλα. Παρασύρθηκα από τα γεγονότα χωρίς αντίσταση. Λες και ήταν προκαθορισμένο να γίνουν. Σχεδόν μοιραίο.
Σε κηδείες συγγενών δεν πήγαινα, είχα τους λόγους μου. Με τη θεία μου, τη μάνα του Στάθη, η σχέση μου ήταν τυπική. Τυπική ήταν και η παρουσία μου στην κηδεία της. Δάκρυα δεν είχα πια για κανέναν, ειδικά για ανθρώπους που με είχαν ξεγράψει και τους είχα ξεγράψει. Μου το είχε ζητήσει η μάνα μου να πάω – λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορούσε να βγει απ’ το σπίτι.
Το λιοπύρι ήταν αφόρητο εκείνο το απόγευμα. Τέλη Ιουλίου, καύσωνας. Ήμουν κιόλας μούσκεμα στον ιδρώτα όταν έφτασα στο νεκροταφείο. Ολόκληρο το σόι ήταν εκεί. Προσπαθούσα να αποφεύγω βλέμματα και χειραψίες. Ήθελα μόνο να τελειώσει γρήγορα η τελετή και να φύγω.
Με τον Στάθη βρεθήκαμε αντικριστά πάνω από τον τάφο. Φορούσε μαύρα γυαλιά. Η καράφλα του γυάλιζε. Το ίδιο σουλούπι όπως παλιά, ένας χοντρομπαλάς, κορδωμένος, με ύφος ανθρώπου που πιστεύει πως όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα πάνω του. Στεκόταν ανάμεσα στην αδερφή του και σε μια άλλη γυναίκα που υπέθεσα πως ήταν η γυναίκα του – δεν την ήξερα, δεν την είχα δει ποτέ. Η αδερφή του Στάθη ήταν σε κατάσταση υστερίας. Όσο πλησίαζε η στιγμή που θα κατέβαζαν το φέρετρο στην τρύπα τόσο μεγάλωνε ο σπαραγμός της. Δεν μπόρεσα να μην κάνω τη σκέψη ότι υπήρχε κάτι το θεατρικό στο κλάμα και στα λόγια της.
Δυο κεφάλια πιο ψηλός από τον Στάθη, ακριβώς πίσω του, πρόβαλε ένας τεράστιος τύπος με ξυρισμένο κεφάλι, μουσάκι και διαστημικό μαύρο γυαλί. Ακριβώς δίπλα του μια ψηλή γυναίκα, εντυπωσιακή, μάλλον αλλοδαπή, νυχτόβιο πρόσωπο, με κοντό πλατινέ μαλλί, έντονο μακιγιάζ και λευκό εφαρμοστό φόρεμα κατάλληλο για νυχτερινή έξοδο.
Είχε πολύ κόσμο στο νεκροταφείο και όλοι προσπαθούσαν να κρυφτούν στους ίσκιους των κυπαρισσιών για να αποφύγουν την κάψα. Κάποιοι έφυγαν πριν την ολοκλήρωση της ακολουθίας. Ο παπάς βιαζόταν. Είπε τα τελευταία λόγια και το χώμα άρχισε να πέφτει στο φέρετρο από τα χέρια των συγγενών. Η αδελφή του Στάθη άρχισε να φωνάζει «μανούλα μου, μανούλα μου, δεν θα σε ξαναδώ». Έκανε μια κίνηση προς τα μπρος, σαν να ήθελε να πέσει στο λάκκο μαζί με τη μάνα της, αλλά πρόλαβε και την έπιασε από πίσω ο γορίλας που συνόδευε τον Στάθη. Ο Στάθης φαινόταν ατάραχος, σαν να ήταν αλλού, δεν αντέδρασε σε τίποτα από όσα έγιναν. Αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η διαδικασία έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Έκανα πως δεν είδα την κίνησή του. Εκείνος μου ξαναέκανε νόημα και τελικά συναντηθήκαμε στην έξοδο του νεκροταφείου.
Και εκεί, δίπλα στον μαντρότοιχο, λίγα μέτρα μακριά από τους άλλους, χωρίς να μασάει τα λόγια του, μου πέταξε την πρόταση του πολύ χαλαρά, σαν να μου έκανε πρόταση να πάμε για καφέ. Με έπιασε από το μπράτσο, με έκανε να σκύψω λιγάκι και είπε «θέλω να δουλέψεις για μένα, μια φορά τον μήνα θα πηγαίνεις Αθήνα, θα μεταφέρεις το πακέτο και θα παίρνεις κολλαριστά τρία χιλιάρικα».
Τρία χιλιάρικα για ένα πακέτο, δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω τι παιζόταν. Κατά καιρούς είχα ακούσει διάφορα για τις παρανομίες του, οι φήμες οργίαζαν, μέχρι και ότι έκρυβε τα ναρκωτικά σε μοναστήρια και ξωκλήσια. Τον κοίταξα σαν χάνος. «Πλάκα μου κάνει», είπα μέσα μου. Λίγα μέτρα πιο εκεί, στη μέσα πλευρά του νεκροταφείου, έθαβαν τη μάνα του και ο Στάθης, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, μου έλεγε όσα μου έλεγε. Ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα, θολωμένος από το λιοπύρι, δεν ήταν και οι καλύτερες συνθήκες για τέτοιες κουβέντες. «Σίγουρα πλάκα μου κάνει» ξανασκέφτηκα.
Ο Στάθης είδε την αμηχανία μου. «Ξαδερφάκι, μου είπε, εντάξει σκέψου το, καταλαβαίνω, σου ήρθε απότομο, πάρε την κάρτα μου και ρίξε ένα τηλεφώνημα όταν είσαι έτοιμος, αλλά σύντομα, περιμένουν κι άλλοι, εγώ όμως σκέφτηκα εσένα, έχω τις λόγους μου». Λίγο πριν φύγει είπε «την είδες τη μάνα μου, είδες τι μας περιμένει, εκεί θα πάμε όλοι, συγκεντρώσου στα δικά σου, έχεις ένα παιδί που δεν μπορείς να του δώσεις τίποτα και μια γυναίκα που τώρα την έχεις αύριο δεν την έχεις, σκέψου το, άντε γεια, τα λέμε».
Τελικά δεν ήταν πλάκα. Ήταν σοβαρή η πρότασή του. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα και μια νύχτα βρέθηκα σε κείνο το πλοίο. Τι στο διάολο έκανα; Ποιος ήμουν; Πώς είχα μπλέξει σ’ αυτή την βρώμικη ιστορία; Γιατί μετά από τόσα χρόνια η ζωή είχε ξαναφέρει μπροστά μου τον Στάθη Αποστόλου; Τι νόημα είχαν όλα αυτά; Πόσο θα κρατούσε αυτή η νύχτα;
2
Στο καράβι του γυρισμού είχα την εντύπωση πώς όλα είχαν εξελιχθεί υπερβολικά εύκολα. Τα επικίνδυνα σενάρια που είχα στήσει στο μυαλό μου δεν επιβεβαιώθηκαν. Η συναλλαγή έγινε χωρίς προβλήματα. Στη συνάντηση με τον προμηθευτή πήγα με άνθρωπο του Στάθη από την Αθήνα – αυτός κουβαλούσε το χρήμα, εγώ δεν είχα εμπλοκή στο οικονομικό. Ο προμηθευτής ήταν ένας Αλβανός γύρω στα τριάντα, γεροδεμένος, βγαλμένος από ταινία. Τα χέρια του ήταν καλυμμένα με τατουάζ. Στο δεξί καρπό είχε χτυπημένες πέντε τελείες, σημάδι πως είχε κάνει φυλακή. Το πηγούνι του ήταν ανύπαρκτο, στο προφίλ έμοιαζε με καρχαρία. Συναντηθήκαμε σε ένα ξυλουργείο που το είχε για βιτρίνα. Οι κινήσεις του ήταν κοφτές, γρήγορες. Τα λόγια του μετρημένα. Ήξερε καλά τον Στάθη – ήταν συνεργάτες στο νησί για πολλά χρόνια. Τοποθέτησε ο ίδιος τις συσκευασίες ανάμεσα στον διπλό πάτο του σακβουαγιάζ που είχα μαζί μου. «Χαιρετίσματα στον γίγαντα» είπε όταν φεύγαμε.
Στο λιμάνι με πήγε ο άνθρωπος του Στάθη. Ο τύπος ήταν σφίγγα. Δεν έμαθα τίποτα γι΄ αυτόν, ούτε το όνομά του. Σαραντάρης, γοητευτικός, κουστουμαρισμένος, φινετσάτος, αμείλικτα σιωπηλός, άτομο υπεράνω υποψίας. Όταν βγήκα από το αυτοκίνητό του και του είπα γεια δεν απάντησε, ούτε καν με κοίταξε.
Τη νύχτα στο πλοίο με βασάνιζαν αναμνήσεις, αγωνίες και παλιά ερωτήματα. Ήταν και ο πονοκέφαλος – είχε αρχίσει τη στιγμή που μπήκα στο καράβι και όσο περνούσε η ώρα δυνάμωνε. Περασμένα μεσάνυχτα η ένταση του πόνου άρχισε κάπως να υποχωρεί. Κλεισμένος σε μια καμπίνα δύο επί δύο, με το κλιματιστικό να ρίχνει πάνω μου κύματα παγωμένου αέρα, μόνος απέναντι στον εαυτό μου, προσπαθούσα μάταια να βρω κάποια άκρη, να ξεδιαλύνω το κουβάρι των γεγονότων που είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες, να καταλάβω πώς βρέθηκα πάνω σ’ αυτό το καράβι, μεταφέροντας δυο μικρά πακέτα απ’ τα οποία ένοιωθα να κρέμεται ολόκληρη η ζωή μου.
Μέχρι το ξημέρωμα συνέχισα να παλεύω με τον πονοκέφαλο και τον εαυτό μου. Κάθε τόσο κοίταζα το σακβουαγιάζ, σκεφτόμουν το περιεχόμενο του και γελούσα νευρικά. Για μια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό η ιδέα να το αρπάξω, να ανέβω στο κατάστρωμα, να το πετάξω στη θάλασσα και να τελειώσουν όλα. Αλλά μετά θα είχα άλλα μπερδέματα. Ο Στάθης και η παρέα του δεν αστειεύονταν. Περίμεναν το εμπόρευμα και οποιοδήποτε λάθος μου θα το πλήρωνα πολύ ακριβά. Ο Στάθης ήταν σαφής: είναι ακριβό εμπόρευμα, θέλω το πακέτο ολόκληρο μέχρι το τελευταίο γραμμάριο. Θα ήμουν αφελής αν πίστευα ότι θα την έβγαζα καθαρή σε περίπτωση που δεν τηρούσα τη συμφωνία.
Η μεγάλη μου ανησυχία ήταν τι θα γινόταν μόλις κατέβαινα στο λιμάνι. Δεν ήξερα αν γίνονταν έλεγχοι και αν υπήρχαν άνδρες της δίωξης με πολιτικά. Είχα διαβάσει πρόσφατα πως είχαν πιάσει γυναίκα μόλις κατέβηκε από το πλοίο με δυο κιλά στο σακίδιό της. Ο Στάθης μου είχε πει «έχεις λευκό μητρώο, γι’ αυτό σε διάλεξα, αλλά και κάτι να συμβεί έχουμε δικούς μας παντού, μην ανησυχείς». Μπορεί να ήταν αλήθεια, μπορεί και όχι, δεν ήμουν σίγουρος.
Για να βρω την αυτοσυγκέντρωση μου μάζευα όση δύναμη είχα, έπεφτα και έκανα κάμψεις, ύστερα σηκωνόμουν και έσφιγγα τις γροθιές μου: έπρεπε να επιβάλλω στον εαυτό μου δύναμη και πειθαρχία, να τον πείσω ότι δεν είχα άλλη επιλογή και ότι έπρεπε να φτάσω μέχρι το τέλος αυτή την περιπέτεια. Και ξαφνικά η εικόνα της γυναίκας μου διαπερνούσε τη σκέψη μου. Έβλεπα τα υπέροχα, καστανά της μάτια να σκοτεινιάζουν και κείνο το ύφος που έπαιρνε όταν μιλούσαμε για τα οικονομικά μας προβλήματα, ένα ύφος ειρωνικό, απαξιωτικό, ένα ύφος που έκρυβε όλα όσα ήθελε να μου πει για τις μηδαμινές οικονομικές μου επιδόσεις.
Πώς, όμως, είχα φτάσει μέχρι εδώ; Τι πήγε στραβά; Πώς είχα πάρει μια τέτοια απόφαση; Ήταν μοιραία όλα αυτά ή απλώς το αποτέλεσμα των δικών μου λαθών; Τι μπορούσα να κάνω και δεν το έκανα; Τι σημαίνει πραγματικά ελευθερία επιλογής;
Δεν είχα ξεκάθαρες απαντήσεις, μόνο σκόρπιες, αφηρημένες ιδέες και μια αόριστη αίσθηση ότι σε κρίσιμες στιγμές της ζωής μου δεν είπα και δεν έκανα αυτά που έπρεπε. Μήπως τελικά ήμουν υπερβολικά δειλός, αφελής, βλάκας, υποχωρητικός, ανίκανος να κοιτάξω το δικό μου συμφέρον; Μήπως υπήρξα επικίνδυνα αισιόδοξος και παθητικός ενώ οι περιστάσεις δεν δικαιολογούσαν την παραμικρή αισιοδοξία; Δεν ήμουν σίγουρος, δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα. Όσο κι αν προσπαθούσα να δω το μέλλον και τις συνέπειες της απόφασης μου, όλα μου φαίνονταν σκοτεινά και μπερδεμένα. Τα πάντα μπορούσαν να συμβούν και σχεδόν τίποτα δεν ήταν στον έλεγχο μου.
3
Το πρωί άκουσα επιτέλους το μεταλλικό κροτάλισμα της άγκυρας που έπεφτε στα νερά του λιμανιού. Ο πονοκέφαλος είχε υποχωρήσει αρκετά αλλά ήμουν εξαντλημένος.
Περίμενα να κατέβουν όλοι οι επιβάτες και βγήκα τελευταίος. Η ψυχή μου σε υπερένταση, τα μάτια μου παίζανε δεξιά αριστερά, τα πρόσωπα που έβλεπα μου φαίνονταν εχθρικά, δεν ήξερα τι θα συναντούσα μόλις έβγαινα από το καράβι. Φορτωμένο το λιμάνι με νταλίκες, αυτοκίνητα, τουρίστες με τα μπαγκάζια τους, φωνές, κορναρίσματα. Άχνιζε ο αέρας από την υγρή ζέστη και τα καυσαέρια. Δυο τύποι με διαστημικά μαύρα γυαλιά στέκονταν πλάι σε ένα μαύρο τζιπ και έκοβαν κίνηση. Μου φάνηκαν ύποπτοι, το μυαλό μου έστησε σενάρια. Όσο τους πλησίαζα η καρδιά μου χτυπούσε όλο και πιο δυνατά, απομακρύνθηκα, ευτυχώς δεν έγινε τίποτα.
Πήγα να βρω ταξί στην έξοδο του λιμανιού. Χτύπησε το κινητό, είχα μήνυμα.
ΣΤΟ ΡΟΖ ΙΠΠΟΤΗ. ΕΧΩ ΚΛΕΙΣΕΙ ΔΩΜΑΤΙΟ. ΠΕΣ ΜΟΝΟ: ΣΤΑΘΗΣ. ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΣΤΙΣ ΕΝΝΙΑ ΤΟ ΒΡΑΔΥ. ΟΛΑ ΟΚ.
Εννιά το βράδυ, μου φάνηκε πολύ αργά. Στη γυναίκα μου είχα πει ότι θα ήμουν σπίτι κατά τις έντεκα το πρωί. Δεν μπορούσα να πάω σπίτι με το εμπόρευμα στο χέρι. Θα πήγαινα κατευθείαν στο Ροζ Ιππότη, να κλειστώ στο δωμάτιο και να περιμένω τον Στάθη. Οτιδήποτε άλλο θα είχε μεγαλύτερο ρίσκο. Ήμουν πολύ κοντά στο να πετύχω τον στόχο μου και να πάρω το χρήμα. Δεν ήταν ώρα να το παίξω άνετος κόβοντας βόλτες δεξιά κι αριστερά.
Περίμεναν πολλοί πριν από μένα για ταξί. Μισή ώρα πήγαινα πάνω κάτω, καθόμουν σε ένα παγκάκι, σηκωνόμουν, περπατούσα πάλι. Όταν ήρθε επιτέλους η σειρά μου και μπήκα σε μια αστραφτερή μερσεντές ένοιωσα ξαφνικά λίγο πιο ασφαλής χωρίς να υπάρχει κάποιος ξεκάθαρος λόγος. Το πάθαινα αυτό συχνά όταν έμπαινα σε ταξί και καθόμουν δίπλα σε κάποιον ξένο. Ο οδηγός, ένας νεαρός με σκληρό αγέλαστο πρόσωπο, με ρώτησε αν ήθελα να βάλω την τσάντα στο πορτ-μπαγκάζ. Του είπα ότι είχα μέσα εκατό χιλιάδες ευρώ. Γύρισε και με κοίταξε αυστηρά λέγοντας «εντάξει ρε φίλε, όπως γουστάρεις, σε ποια τράπεζα να σε πάω;». Του είπα στο Ροζ Ιππότη. Χαμογέλασε και η αγριόφατσά του μαλάκωσε και για μια στιγμή μου φάνηκε παιδική.
Βγαίνοντας από το λιμάνι πήγε να μου πιάσει κουβέντα. Του το ’κοψα με κάτι μασημένα ναι και όχι. Δεν είχα όρεξη για κουβέντες. Ένοιωθα ζαλισμένος, χαμένος.
Προσπάθησα να χαλαρώσω. Βούλιαξα στο κάθισμα και άρχισα να κοιτάζω γνώριμες εικόνες που τόσα χρόνια δεν είχα μπορέσει να τις γευτώ με την καρδιά ανέμελη και γαληνεμένη. Μια ζωή με τη ψυχή στο στόμα, πάντα κάτι με βασάνιζε, πότε η φτώχεια, πότε τα προβλήματα της οικογένειας, πότε οι θάνατοι και οι αρρώστιες. Και τώρα ακόμα χειρότερα. Είχα πάρει μια τρελή απόφαση και ένας θεός ήξερε που θα με οδηγούσε. Έκανα μια προσπάθεια να τα ξεχάσω όλα και για λίγες στιγμές να νοιώσω όλη αυτή την ομορφιά που έβλεπαν τα νυσταγμένα μάτια μου. Τα μεσαιωνικά τείχη σε πολλά σημεία ήταν φαγωμένα από το χρόνο και τη θάλασσα. Πολυτελή γιοτ ήταν δεμένα στο λιμανάκι. Τουρίστες έκαναν την βόλτα τους στον παραλιακό δρόμο, ξένοιαστοι, χαρούμενοι, άλλοι μόνοι τους και άλλοι σε παρέες. Ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο γέμιζε με τον όγκο του το λιμάνι. Η θάλασσα άλλαζε συνέχεια χρώματα από το παιχνίδι του ήλιου με τα σύννεφα. Ένα καραβάκι αυλάκωνε το νερό και άφηνε πίσω του μια αφρισμένη γαλανόλευκη βεντάλια. Έτρεχε με μικρή ταχύτητα το αυτοκίνητο και από το ανοιχτό τζάμι έμπαιναν δροσερά κύματα αέρα και έφερναν στα ρουθούνια μου τις μυρωδιές της θάλασσας και των ανθρώπων. Όλα ήταν όμορφα και μεθυστικά αλλά κατά βάθος ένοιωθα παγιδευμένος σε ένα μυστήριο που δεν μπορούσα να καταλάβω το νόημα και τον σκοπό του.
Στα φανάρια του παραλιακού δρόμου ο ρεμβασμός κόπηκε απότομα. Το μαύρο τζιπ με τους δυο τύπους σταμάτησε δίπλα μας. Τους έριξα μια αμήχανη ματιά και προσπάθησα να το παίξω αδιάφορος. Η καρδιά μου ανέβασε πάλι στροφές. Ξεκινήσαμε. Ξεκίνησαν κι εκείνοι. Έγειρα λιγάκι μπροστά και έριξα ένα βλέφαρο στο καθρεφτάκι. Τους είδα κολλημένους πίσω μας. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Αν δεν ήταν σύμπτωση και με παρακολουθούσαν το πιθανότερο ήταν να πρόκειται για άντρες της δίωξης. Ή μήπως ο Στάθης είχε στείλει κάποιους δικούς του; Για μια στιγμή με έπιασε πανικός. Σκέφτηκα να πάρω τον Στάθη. Λάθος, δεν έπρεπε. Ψύχραιμα φίλε, ψύχραιμα, είπα μέσα μου. Για να ηρεμήσω λίγο ρώτησα τον οδηγό για τον τουρισμό, πώς πήγαινε η σαιζόν και τα σχετικά. «Χάλια, μου είπε, έχει κόσμο αλλά οι περισσότεροι άφραγκοι, μέχρι και παζάρια κάνουνε, κάθε πέρσι και καλύτερα».
Συνέχισε να μιλά, έκανα πως τον άκουγα. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Ξανακοίταξα από το καθρεφτάκι. Το μαύρο τζιπ εκεί, κολλημένο πίσω μας. Η τσάντα ήταν ανάμεσα στα πόδια μου, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, ήμουν χαμένος αν με έπιαναν. Δεν ήξερα ακριβώς τη διαδικασία σε τέτοιες περιπτώσεις. Μάλλον αυτόφωρο και προφυλάκιση. Τα κρατητήρια τα είχα γνωρίσει πριν από χρόνια, σχεδόν μπουντρούμι, ίσως να ήταν ακόμα στα ίδια χάλια. Προσπάθησα να γελοιοποιήσω την κατάσταση. Μάταια. Τα σπλάχνα μου ήταν σφιγμένα από τον φόβο.
4
Φτάσαμε στο Ροζ Ιππότη, μια πανσιόν τελευταίας κατηγορίας, χωμένη σε ένα στενό δρομάκι κάθετο στον κεντρικό δρόμο. Κοίταξα γύρω μου. Πουθενά το μαύρο τζιπ. Ξεφύσηξα ανακουφισμένος. Μπήκα στη πανσιόν. Ένα παράξενο ανθρωπάκι στεκόταν πίσω από τον πάγκο, δύσκολο να πεις την ηλικία του, σίγουρα πάνω από πενήντα, αλλά μπορεί και ογδόντα, αδύνατος και καμπούρης, με ένα μουστακάκι αλά Σαρλώ και μια τούφα μαλλί χτενισμένη από τον ένα κρόταφο στον άλλο και κολλημένη με μπόλικη λακ. Με υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Δυο τρία δόντια πάνω και κάτω αντιστέκονταν ακόμα.
«Παρακαλώ τι μπορώ να κάνω για σας;» με ρώτησε. Η φωνή του αδελφίστικη. Δεν μπόρεσα να αποφύγω τον συνειρμό με το όνομα της πανσιόν. Είπα “Στάθης”. «Μάλιστα, μάλιστα, δωμάτιο δεκαέξι» τσίριξε. Πετάχτηκε από τον πάγκο κουνιστός και λυγιστός και πήγε να μου πάρει τη τσάντα από το χέρι. «Δεν χρειάζεται» του είπα. Ξίνισε λίγο τη μούρη του. Ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο. Μου άνοιξε το δωματιάκι κι άρχισε να μου λέει από δω το ένα και από κει το άλλο λες κι ήταν καμιά σουίτα. Μια τρύπα ήτανε τρία επί τρία που διατηρούσε κάποια αξιοπρέπεια. Ένα μονό κρεβάτι, μια πρασινωπή πολυθρόνα, ένα κομοδίνο. Μια χοντρή κουρτίνα με ξεθωριασμένο πράσινο χρώμα, με ένα μεγάλο σκίσιμο στην άκρη. Στο βάθος του αέρα μια δυσάρεστη μυρωδιά, κάτι ανάμεσα σε μούχλα, απομεινάρια σωματικών υγρών και ανθρώπινης μπόχας. Μου είπε ότι αν ήθελα οτιδήποτε να τον φωνάξω. Τον ξεφορτώθηκα λέγοντας του ότι ήμουν κουρασμένος γιατί στο καράβι με είχε εξαντλήσει μια γκόμενα και δεν είχα δύναμη για άλλες περιπέτειες. Έσκασε ένα γελάκι. «Ελάτε καλέ κύριε με παρεξηγήσατε» είπε και έφυγε κλείνοντας ήσυχα την πόρτα πίσω του.
Άφησα τη τσάντα στο κρεβάτι και ξάπλωσα. Ένοιωθα το σώμα μου βαρύ, τα πόδια μου μουδιασμένα, το μυαλό μου γλαρωμένο. Το δωμάτιο ήτανε μέσα φούρνος. Άκουγα τους θορύβους από το δρόμο. Κάτι πιτσιρίκια έπαιζαν μπάλα. Από κάποιο διπλανό δωμάτιο ερχόταν μουσική, σουξεδάκια της εποχής. Χρειαζόμουν ένα δροσερό ντουσάκι, να διώξω από πάνω μου την απαίσια κρούστα που είχε κολλήσει στο πετσί μου, και μετά να πέσω για ύπνο. Αλλά με το εμπόρευμα στα χέρια μου δύσκολα θα έκλεινα μάτι. Χάιδεψα την τσάντα. Ένα κιλό καθαρής κοκαΐνης. Μια μικρή περιουσία. Δεν το είχα πιστέψει ακόμα. Τι στο διάολο έκανα. Δεν είχα ιδέα. Μου φάνηκε ξανά ότι είχαν γίνει όλα πολύ γρήγορα. Από τη συνάντηση στο νεκροταφείο μέχρι εκείνη την ώρα νόμιζα πως είχαν περάσει λίγες στιγμές.
Σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Δυο τετραγωνικά με νιπτήρα, ντουζιέρα και λεκάνη. Ο καθρέφτης θαμπός με σημάδια σκουριάς. Έριξα μπόλικο νερό στο πρόσωπό μου για να ξενυστάξω. Κοίταξα το είδωλό μου. Μαύρα ημικύκλια κάτω από τα μάτια, δέρμα χλωμό κουρασμένο, γένια τριών ημερών, μαλλιά λαδωμένα, πολύ αραιά, λίγο ακόμα και θα έμπαινα στην κατηγορία των καραφλών, ίσως είχε έρθει ο καιρός να τα ξυρίσω, να μην αφήσω τρίχα. Η αντίστροφη μέτρηση είχε κιόλας αρχίσει.
Έριξα κι άλλο νερό στο πρόσωπο μου, ξανά και ξανά, με δύναμη, με πείσμα, να διώξω την κούραση, την πίκρα και τη βρωμιά της ζωής που είχαν κολλήσει πάνω μου σαν λάσπη. Σήκωσα το κεφάλι μου και ξανακοίταξα το είδωλο μου. Είχα φτάσει λοιπόν σε αυτό σημείο. Αυτό που στην αρχή μου φάνηκε απίθανο ακόμα και σαν ιδέα τώρα πια ήταν γεγονός. Θυμήθηκα αυτό που είχα σκεφτεί πολλές φορές τους τελευταίους μήνες… Πώς να φερθείς λογικά μέσα σε έναν παράλογο κόσμο; Αφού η ζωή είναι παράλογη κάποιες φορές πρέπει να πάρεις παράλογες αποφάσεις.
Ξαναπήγα στο κρεβάτι. Ξάπλωσα με το σακβουαγιάζ δίπλα μου. Είχα αρχίσει να βυθίζομαι όταν άκουσα χτυπήματα στην πόρτα. Τινάχτηκα και έκατσα στην άκρη του κρεβατιού. Αφουγκράστηκα για λίγο. Η καρδιά μου ανέβασε στροφές. «Ποιος είναι;» φώναξα. Ήθελα η φωνή μου να βγει σκληρή αλλά τελικά ακούστηκε αδύναμη, πνιχτή. «Εγώ είμαι κύριε… Μήπως θέλετε να σας ετοιμάσω κάτι να φάτε;». Ήταν η γνώριμη τσιριχτή φωνή. Σηκώθηκα και πήγα στην πόρτα. Την άνοιξα ελάχιστα, μια χαραμάδα Το ανθρωπάκι με κοίταξε χαμογελαστό και συνεσταλμένο – φτηνή και αποτυχημένη παράσταση. «Όχι», του είπα κοφτά, «μέχρι να φύγω από δω μέσα δεν θέλω καμιά ενόχληση, κατάλαβες;». Ζάρωσε κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Εντάξει καλέ κύριε, εγώ για σας…». Έκλεισα την πόρτα απότομα χωρίς να περιμένω να ολοκληρώσει. Ένοιωσα κάπως άσχημα αλλά δεν ήξερα τι ρόλο έπαιζε το ανθρωπάκι, δεν ήξερα τι κρυβόταν πίσω από το ακίνδυνο, ναζιάρικο στυλάκι του. Μπορεί να ήταν άνθρωπος του Στάθη ή ρουφιάνος κάποιου άλλου. Δεν ήξερα την πιάτσα, ήταν η πρώτη μου δουλειά, δεν έπρεπε να έχω εμπιστοσύνη σε κανέναν. Όπως και να ’χει το μόνο σίγουρο ήταν πως κάτι άλλαζε μέσα μου, κάτι που δεν ήξερα που θα με οδηγούσε. Ακούμπησα με την πλάτη στην πόρτα. Άκουσα βήματα να απομακρύνονται και να κατεβαίνουν τη σκάλα.
Γύρισα στο κρεβάτι. Δεν έπρεπε να με πάρει ο ύπνος. Θα μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε. Έπρεπε να κρατηθώ ξύπνιος με κάθε τρόπο. Σκέφτηκα να βγω έξω και να κόβω βόλτες ή να φάω κάτι, να πιω καφέ και να περάσει η ώρα. Ρίσκο. Θα μπορούσα να πέσω πάνω σε κάποιο γνωστό ή να γίνει κάτι απρόβλεπτο. Όχι, θα καθόμουν μέσα. Θυμήθηκα ότι είχα μαζί μου το ημερολόγιο μου και δυο βιβλία. Άνοιξα την τσάντα και πήρα το ημερολόγιο. Ακούμπησα στο ξύλο του κρεβατιού και άρχισα να το ξεφυλλίζω Όλα ήταν πάλι ένα κουβάρι στο μυαλό μου. Ένοιωσα ξαφνικά ακόμα πιο έντονη την ανάγκη να καταλάβω πως είχα φτάσει σε αυτό το σημείο, να καταλάβω τι είχε συμβεί. Εδώ και πολύ καιρό είχα την αίσθηση ότι βάδιζα μέσα σε πυκνή ομίχλη χωρίς να μπορώ να δω κάποιο ξέφωτο. Συνέχισα να ξεφυλλίζω το ημερολόγιο, να διαβάζω κάποιες σημειώσεις και να σκέφτομαι τα περασμένα με την ελπίδα να βάλω σε μια τάξη τα σκόρπια κομμάτια της ζωής μου.
5
Το ημερολόγιο ήταν ανοιχτό πάνω στο στήθος μου όταν άνοιξα τα μάτια μου. Δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει, με είχε πάρει ο ύπνος χωρίς να το καταλάβω. Κοιμήθηκα βαθιά, χωρίς όνειρα. Όταν ξύπνησα δεν ήμουν σίγουρος αν είχα κοιμηθεί ώρες ή λίγα λεπτά. Πήγα να σηκωθώ αλλά ένοιωθα άδειος από δυνάμεις – πιο άδειος και από κούκλα σε βιτρίνα καταστήματος. Ανασηκώθηκα με δυσκολία και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Η τσάντα ήταν εκεί δίπλα μου. Ένοιωθα απαίσια. Το κεφάλι μου βαρύ, το σώμα αδύναμο, το στομάχι άδειο, το στόμα μου ξερό και πικρό. Δεν ήξερα τι ώρα ήταν. Το φως στο δωμάτιο ήταν λιγοστό, η χοντρή, κουρελιασμένη κουρτίνα το έκανε να φαίνεται νωθρό και δυσάρεστο. Κοίταξα το κινητό. Κόντευε εφτά.
Έριξα το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια μου κι έκανα ελαφρύ μασάζ στους κροτάφους μου. Κοίταξα γύρω μου το δωμάτιο –μικρό σαν κελί φυλακής. Φυλακισμένος ένοιωθα, φυλακισμένος σε μια κατάσταση ανεξήγητη, μυστηριώδη. Όλα όσα είχα διαβάσει στο ημερολόγιο στροβιλίζονταν ακόμα στο μυαλό και έκαναν ακόμα πιο έντονη αυτή την αίσθηση που είχα ότι βάδιζα μέσα σε πυκνή ομίχλη. Όσο κι αν προσπάθησα να βρω λίγες λέξεις για να διατυπώσω με ακρίβεια την κατάσταση μου και να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα ήταν υπό έλεγχο δεν τα κατάφερα. Τι έκανα σε κείνο το δωμάτιο; Γιατί βρισκόμουν εκεί και όχι κάπου αλλού; Αν δεν είχα μπλεχτεί σ’ αυτή την ιστορία, εκείνη την ώρα θα ήμουν σε κάποιο άλλο μέρος, θα έκανα κάτι άλλο, θα ένοιωθα και θα σκεφτόμουν άλλα πράγματα. Αλλά όπου κι αν είσαι, ό,τι κι αν κάνεις, τα ίδια σκατά, η ίδια αγωνία, τίποτα σταθερό, κανένα απόλυτο στήριγμα, μόνον ερωτήματα, καμία απάντηση.
Έπρεπε να συνέλθω. Το στομάχι μου ήταν άδειο. Χρειαζόμουν δυνάμεις, με περίμενε ένα δύσκολο βράδυ. Η δουλειά δεν είχε τελειώσει. Έπρεπε να είμαι συγκεντρωμένος μέχρι και τη τελευταία στιγμή. Δεν είχα κανένα λόγο να εμπιστεύομαι τον Στάθη. Δεν μπορούσα να ξέρω τι είχε στο κεφάλι του. Το μόνο σίγουρο ήταν αυτό που μου είχε πει ο ίδιος, «το χρήμα είναι ο θεός, το χρήμα είναι ο θεός». Και αυτό ήταν αρκετό για να με κάνει να είμαι σε απόλυτη ετοιμότητα. Όποιες και αν ήταν οι συνθήκες που με οδήγησαν σε αυτή την απόφαση, όποια κι αν ήταν η κατάληξη αυτής της ιστορίας, η σχέση μου με τον Στάθη θα παρέμενε η ίδια όπως και τότε που παίζαμε μπάλα στις αλάνες του χωριού και περίμενε να κάνω καμιά γκέλα για να αρχίσει το δούλεμα, με δυο λόγια αμοιβαία περιφρόνηση.
Έκανα ένα ντουσάκι, ξυρίστηκα και έριξα μια ματιά στον καθρέφτη. Το αποτέλεσμα δεν με ικανοποίησε. Πήρα την τσάντα και κατέβηκα στη ρεσεψιόν.
Σ’ ένα από τα τραπεζάκια του μικρού μπαρ καθόταν μια κυρία και έπινε τον φραπέ της. Δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Φοβερά πόδια, γυμνασμένα, κι ένα μίνι που είχε μαζευτεί πολύ ψηλά και άφηνε να φανεί το κιλοτάκι της. Πρόσωπο καθαρό, μεγάλα μάτια, έντονα ζυγωματικά, κοντό μαλλί στο χρώμα του χαλκού. Μάλλον από ανατολική χώρα. Ανταλλάξαμε ένα τυχαίο βλέμμα.
Βγήκα στο δρομάκι και προχώρησα λίγα μέτρα μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Η ζέστη ήταν υγρή, άρχισα πάλι να ιδρώνω, ένοιωθα να κολλάει κιόλας το δέρμα μου. Μπήκα σε ένα ταβερνάκι λίγο πιο κάτω. Από το εσωτερικό ερχόταν ένα χαρμάνι από μυρωδιές, ρετσίνα, ούζο και χλωρίνη. Είχε αρκετούς πελάτες. Έπιασα ένα γωνιακό τραπέζι στην αυλή, κάτω από την πέργκολα. Έβαλα την τσάντα σε μια καρέκλα δίπλα μου και την έσυρα κοντά μου. Περίμενα τον σερβιτόρο πάνω από δέκα λεπτά. Έβλεπα πολύ κόσμο μαζεμένο μπροστά σε μια μεγάλη τηλεόραση. Όλοι έβλεπαν τις βραδινές ειδήσεις. Τρόμος, φόβος και απειλές για χρεοκοπία. Μέχρι και για πιθανότητα εμφυλίου πολέμου μιλούσανε.
Τελικά ο σερβιτόρος ήρθε αλλά αντί για τα τυπικά άρχισε να μου λέει τον πόνο του. «Οι προδότες, οι ψεύτες, τα καθάρματα οι πολιτικοί, μας ρουφάνε το αίμα που να τους πάρει ο διάολος, εκτέλεση θέλουν οι πούστηδες, εκτέλεση, δεξιοί, αριστεροί, μια ζωή τα ίδια και τα ίδια, μια κλίκα είναι όλοι τους, μια βρωμερή κλίκα. Συγνώμη κύριε που μιλάω έτσι αλλά….». Του είπα «εντάξει φίλε, καταλαβαίνω».
Έφαγα βιαστικά. Είχε πάει οκτώμιση. Πήρα και μια δεύτερη μπύρα. Την στιγμή εκείνη μπήκε στο μαγαζί η δίμετρη που είχα δει στην πανσιόν. Όρθια ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή. Πήγε και έκατσε σε ένα κοντινό τραπέζι, λίγο πλαγιαστά σε σχέση με μένα. Κάτι δεν μου άρεσε. Όπως και το πρωί με τους τύπους στο τζιπ. Συμπτώσεις ή κάτι άλλο; Δεν ήμουν σίγουρος. Της έριξα μερικά βλέμματα. Τα μπούτια της ήταν υπέροχα, το ένα πάνω στο άλλο, προκλητικά. Δεν ζήτησε κατάλογο, κάτι είπε στον σερβιτόρο και έβγαλε να κάνει τσιγάρο. Φορούσε δαχτυλίδια σχεδόν σε όλα τα δάχτυλα. Οι κινήσεις της είχαν σιγουριά, ήταν αργές, αισθησιακές.
Φώναξα τον σερβιτόρο και του ζήτησα λογαριασμό. Πλήρωσα, άφησα φιλοδώρημα, πήρα την τσάντα και βγήκα. Άκουσα πίσω μου τον σερβιτόρο να λέει πέντε έξι φορές ευχαριστώ. Σταμάτησα για λίγο στο πεζοδρόμιο έξω από την ταβέρνα. Τα φώτα του δρόμου είχαν ανάψει. Η κίνηση στο δρόμο ήταν πυκνή. Στο απέναντι πεζοδρόμιο μια γυναίκα κρατούσε από το χέρι ένα αγοράκι και περπατούσαν. Φαίνονταν χαρούμενοι, το αγοράκι γελούσε. Σκέφτηκα το παιδί. Μου έλειπε. Είχα να το δω τρεις μέρες. Κάπου θα ήταν αυτή την ώρα, με τη μάνα του, μάλλον στο σπίτι. Μισόκλεισα τα μάτια, πήρα βαθιά ανάσα, κάτι μέσα μου συντονίστηκε με τον υπόκωφο στεναγμό στις πόλης. Η εικόνα του παιδιού μπλέχτηκε στη σκέψη μου με εικόνες από την παιδική μου ηλικία και τα δάκρυά της. Έσφιξα το χερούλι της τσάντας και ξεκίνησα –ήταν σαν να κρατούσα στο χέρι μου την τελευταία μου ελπίδα.
6
Μπήκα στην πανσιόν, πήρα ένα φραπέ και ανέβηκα στο δωμάτιο. Μέσα ήταν ακόμα πιο φούρνος από ό,τι στη διάρκεια της μέρας. Βγήκα στο μπαλκονάκι. Στ’ αριστερά μπορούσα να δω τον κεντρικό δρόμο με τα χρυσοκίτρινα φώτα του. Από κάτω, λίγα μέτρα από το δρομάκι, απλωνόταν μια μάντρα με τρακαρισμένα αυτοκίνητα. Έκατσα σε μια πλαστική καρέκλα να πιω τον καφέ και να χαλαρώσω λιγάκι. Η πρώτη γουλιά ήταν πίκρα φαρμάκι, το ανθρωπάκι είχε ξεχάσει να βάλει ζάχαρη. Για λίγες στιγμές το τοπίο μαγνήτισε το βλέμμα μου. Τα διαλυμένα αυτοκίνητα στη μάντρα είχαν περικυκλωθεί από αγριόχορτα και θάμνους. Πολλά αυτοκίνητα ήταν τόσο στραπατσαρισμένα που έμοιαζαν με τσαλακωμένα κουτάκια αναψυκτικού. Οι συγκρούσεις πρέπει να ήταν τρομαχτικές. Τα ανθρώπινα κορμιά θα είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές. Δεν άφησα την φαντασία μου να προχωρήσει περισσότερο.
Ήπια με το ζόρι μερικές γουλιές καφέ. Ήταν εννιά παρά δέκα. Σε λίγο θα ερχόταν ο Στάθης. Ήθελα να είμαι συγκεντρωμένος, δεν ήθελα να σκέφτομαι τίποτε άλλο, δεν ήταν εύκολο. Το βλέμμα μου γέμισε φώτα και νύχτα, χάθηκα σε σκέψεις, σε μάταιες αναλύσεις. Προσπάθησα να σκεφτώ την κατάσταση, να καταλάβω τη θέση μου. Για μια στιγμή ένοιωσα πως όλα αυτά ήταν εντελώς γελοία. Μια φωνή πολύ βαθιά μέσα μου τα θεωρούσε γελοία. Και μια άλλη φωνή, πιο ρηχή, τα έβρισκε πολύ σοβαρά. Δεν μπορούσα να πω με σιγουριά αν το να παίρνεις σοβαρά τη ζωή ήταν μια ηθική αναγκαιότητα ή μια ολέθρια προκατάληψη. Ακόμα και η προσπάθεια να βρω τις σωστές λέξεις μου φαινόταν γελοία και ανεξήγητη. Σταμάτησα αποφασιστικά την ροή της σκέψης μου. Δεν ήταν ώρα για στοχασμούς και αναλύσεις.
Σηκώθηκα να ξεπλύνω την πίκρα του καφέ όταν είδα την ασημί μερσεντές να σταματά ακριβώς από κάτω. Οδηγός και συνοδηγός βγήκαν βιαστικά με δυναμικές κινήσεις. Ο Στάθης φορούσε ένα άσπρο συνολάκι και ο γορίλας του ντυμένος στα μαύρα – ήταν ο ίδιος που είχα δει στην κηδεία της μάνας του. Ασυναίσθητα τραβήχτηκα πίσω στον τοίχο για να μην με δουν. Κοντοστάθηκαν λίγο και είπαν κάτι μεταξύ τους. Κι αμέσως μετά είδα την δίμετρη με τα ωραία μπούτια να πλησιάζει τον Στάθη και να του λέει κάτι – υπολόγισα ότι πρέπει να του έριχνε σχεδόν δυο κεφάλια. Μόνον τότε κατάλαβα ότι ήταν αυτή που είχα δει στην κηδεία, μόνο που είχε αλλάξει το μαλλί της.
Το μόνο που με ανησύχησε ήταν ότι περίμενα τον Στάθη να έρθει μόνος του και τώρα έβλεπα μαζί του ολόκληρο θίασο. Η πόρτα χτύπησε δυνατά. Την άνοιξα με μια απότομη κίνηση. Δεν ήθελα να δείξω το παραμικρό ίχνος άγχους. Δεν ήθελα να δώσω στον Στάθη τη χαρά να κάνω καμιά γκέλα και να αρχίσει το δούλεμα.
Μπήκε πρώτος ο Στάθης, μετά η κυρία και τελευταίος ο σωματαράς που ήταν λουσμένος με κάποιο άρωμα. Τέσσερις άνθρωποι για κείνο το δωματιάκι ήταν πολλοί. Ο γορίλας έριξε μια ματιά στο μπαλκόνι, έκλεισε την τζαμόπορτα και έσυρε την κουρτίνα. Το μοντέλο κρατούσε μια δερμάτινη τσάντα. Έκατσε αναπαυτικά στην πολυθρόνα και μόστραρε τα μπούτια της. Με κοίταξε κάπως παράξενα, με βλέμμα γλαρωμένο. Είχε όμορφα πράσινα μάτια, θλιμμένα. Το πρόσωπό στις ήταν μακιγιαρισμένο έντονα αλλά το φως της λάμπας αποκάλυπτε ρυτίδες και κουρασμένο δέρμα.
Ο Στάθης πήρε την τσάντα, την άνοιξε και άδειασε πάνω στο κρεβάτι τα λίγα πράγματα που είχα μέσα. «Καλά τα κατάφερες ξάδερφε για πρώτη φορά, είπε, οι πληροφορίες μου λένε ότι το ‘παιξες πολύ ψύχραιμα και έκανες αυτό που έπρεπε, μπράβο αγόρι μου». Δεν απάντησα. Η φαλάκρα του γυάλιζε από τον ιδρώτα. Με την τζαμόπορτα κλειστή το δωμάτιο είχε γίνει σάουνα. Το συνολάκι που φορούσε είχε βραχεί από τον ιδρώτα στις μασχάλες και στα σκέλια. Το χρυσό ρολόι στο δεξί καρπό του ανάμεσα στις πυκνές κατάμαυρες τρίχες πέταγε σπίθες. Άπλωσε το χέρι του προς τον γορίλα. «Ντίνο» του είπε. Εκείνος έβγαλε ένα στιλέτο, πίεσε την ασφάλεια και πετάχτηκε μια λάμα δέκα πόντους. Ένοιωσα ένα τσίμπημα στο στήθος από το κλικ που ακούστηκε. Το έδωσε στον Στάθη. Εκείνος το πήρε και άρχιζε να σχίζει προσεκτικά τον πάτο της τσάντας. Έβγαλε τις δυο συσκευασίες και τις περιεργάστηκε.
«Νικόλ τη ζυγαριά» είπε κοφτά. Εκείνη έβγαλε από την τσάντα της μια ηλεκτρονική ζυγαριά και του την έδωσε. Ο Στάθης ζύγισε προσεχτικά τις συσκευασίες. «Ωραία» μουρμούρισε. Ύστερα με την άκρη του στιλέτου άνοιξε μια τρυπούλα στη μια συσκευασία και δοκίμασε μια ελάχιστη ποσότητα. Τα κάτω δόντια του είχαν μια παράξενη μαυρίλα, σαν να είχαν αρχίσει να σαπίζουν. Φάνηκε ικανοποιημένος. Έκανε το ίδιο και με την άλλη σακούλα. «Σταθερή ποιότητα, όπως πάντα» είπε, όλα καλά ξαδερφάκι, όλα καλά».
Έδωσε το στιλέτο στο Ντίνο και το εμπόρευμα στη Νικόλ. Ήρθε και στήθηκε μπροστά μου. Έβγαλε ένα φάκελο από την τσέπη του σακακιού του και μου τον έδωσε. «Τρία χιλιάρικα, όπως συμφωνήσαμε» είπε. Με κοίταξε κατάματα. Στα βατραχίσια μάτια του διέκρινα αυταρέσκεια, θρίαμβο και ειρωνεία. Το ήξερα αυτό το βλέμμα. Ήταν σαν να έβλεπα τον Στάθη τριάντα χρόνια πριν. Περίμενε να πω κάτι αλλά δεν μίλησα. Δεν σκεφτόμουν, δεν ένοιωθα τίποτα κείνη τη στιγμή. Κρατούσα μόνο τον φάκελο στα χέρια μου σαν κάτι που δεν ήμουν ακόμα σίγουρος αν ήταν δικό μου.
«Ντίνο, Νικόλ φύγαμε» είπε στους άλλους. Πριν βγει έσκυψε απότομα και πήρε στα χέρια του το ένα βιβλίο. Διάβασε ψιθυριστά τον τίτλο και του ξέφυγε ένα χαμόγελο όλο ειρωνεία. «Πρόσεχε ξάδερφε, η πολλή σκέψη μπορεί να σε τρελάνει. Θα τα πούμε σύντομα» μου πέταξε καθώς πήγαινε προς την πόρτα.
«Στάθη, φώναξα, εσύ έστειλες τους δυο εξωγήινους στο λιμάνι;». «Μπορεί» είπε καθώς έβγαινε. Περνώντας από μπροστά μου η Νικόλ μου έριξε ένα αινιγματικό βλέμμα όπως και πριν. Ο Ντίνο σαν ρομπότ ούτε που με κοίταξε. Έκλεισε πίσω του την πόρτα απρόσεχτα. Έμεινα μόνος στο δωμάτιο με τον φάκελο στα χέρια. Μετά από ώρες αγωνίας ένοιωσα ξαφνικά παράξενα ήρεμος σαν να είχα τελειώσει μια δουλειά όπως όλες οι άλλες.
Έκατσα στο κρεβάτι και άνοιξα τον φάκελο. Έβγαλα και μέτρησα τριάντα ατσαλάκωτα κατοστάρικα. Τα έλεγξα. Φαίνονταν εντάξει. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που είχα τόσα λεφτά μαζεμένα στα χέρια μου. Δεν έπρεπε να ξανακάνω τα ίδια λάθη. Είχα μια καλή ευκαιρία να ξεκολλήσω από τον πάτο, να τακτοποιήσω εκκρεμότητες, να πάρω μια ανάσα, να σχεδιάσω για το παιδί μια ζωή χαρούμενη και ασφαλή. Είχα μπει σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Είχα βγάλει κάποια λεφτά. Σκέφτηκα «βρώμικα λεφτά» και κόντεψα να βάλω τα γέλια. Όλα ήταν βρώμικα και η ίδια η ζωή μια μάταιη και βρώμικη ιστορία. Εκείνη τη στιγμή μου ήταν αρκετό πως ένοιωθα το στήθος μου λιγότερο βαρύ. Ίσως αργότερα να καθόμουν να σκεφτώ τα ηθικά ζητήματα και τις επόμενες κινήσεις μου αλλά εκείνη την ώρα, με τα λεφτά στα χέρια, ένοιωθα καλά με τον εαυτό μου. Παρηγορήθηκα με τη σκέψη ότι το κίνητρό μου δεν ήταν η απληστία αλλά η αγωνία μου γι΄ αυτούς που αγαπούσα. Σκέφτηκα τη γυναίκα μου – ίσως ξανακέρδιζα την εκτίμηση της. Σκέφτηκα το παιδί – είχε στερηθεί πολλά τα τελευταία χρόνια. Ήταν καιρός για λίγη χαρά, για ένα μικρό διάλειμμα από τις αγωνίες μας. Τι σημασία είχε αν ζούσα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αν έκανα το ένα ή το άλλο πράγμα. Υπήρχα χωρίς τη θέληση μου και κάποτε δεν θα υπήρχα και πάλι χωρίς τη θέληση μου – κι αυτό μου έδινε το δικαίωμα να κάνω την ύπαρξή μου λιγότερο αφόρητη με όποιον τρόπο μπορούσα.
///
Οι «Μάταιες πράξεις» δεν είναι παρά μια συλλογή υπενθυμίσεων. Διηγήματα, στοχασμοί, διαγνώσεις, μικρές αυτοβιογραφικές ιστορίες, κάθε λογής γλωσσικές απόπειρες που υπενθυμίζουν, αν όχι τη «χαρά της ματαιότητας», τουλάχιστον τη χρησιμότητά της.
Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΑΣΛΙΑΣ
~.~
*
