*
Ανεξήγητες σιωπές
Αυτές οι σιωπές ως
καρφί στον λαιμό παραμένουν
αναμονές μιας οικοδομής
ημιτελούς κι ανέφικτης
–πάντα ένας θάνατος κρύβεται
πίσω τους–
της αναπάντεχης διαβολής ή
του πρόσκαιρου ψέματος η αρχή
και το τέλος.
Κείτεται τώρα μήνες εκεί
στην εθνική Κορίνθου-Πατρών
–όπου η αίγα του Διός–
ένα ψοφίμι αγνώριστο
–σκύλος, απρόσεκτη γάτα ή κουνάβι;–
του έρωτά μας η λήθη,
χώμα σχεδόν που πάνω του τόλμησε
μια παπαρούνα ν’ανθίσει –σπόρος τ’ανέμου–
τρεμάμενη –σκεπτόμενη καρδιά–
στη βιάση του επόμενου τροχού.
Εσύ, κρύβεσαι πάλι πίσω
από μια πόρτα δρύινη
– κρούετε είπες, κι ανοιγήσεται υμίν.
Κι εμείς χιλιάδες χρόνια και
φορές Σε πιστέψαμε
και πιστέψαμε, θεολογούντες στην πέτρα.
Μήπως αργότερα δεν είδες τα κομμένα νήματα
στο ξύλινο ανθρωπάκι απ’ την Τοσκάνα
πώς έσπασε τη μύτη του
ή πώς έπεσε το κερί κι έκαψε
το πανί του Μαυρομάτη;
Μη βγάλεις απ’ τον λαιμό το καρφί
θα μας σκοτώσει ο αέρας
της σιωπής Σου·
πύρινη επί της κεφαλής γλώσσα
στου Θεριστή τη γιορτή
δε Σου ζητήσαμε
–ταις γλώσσαις των ανθρώπων
όπως μπορέσαμε, λαλήσαμε–
τα μάτια μας μείναν ανοιχτά,
ένα νεύμα Σου μονάχα εκλιπαρούμε
– τη λέξη Αγάπη
στη γλώσσα των κωφών.
Da mihi amantem et
sentit quod dico.
///
Μισό φεγγάρι
Είκοσι χρόνους διηθείς
κι είκοσι αποστάζεις
καθάριο υποσυνείδητο
κι αντίνομες εξάρσεις·
δρόμους που η μέρα
δεν επέτρεψε,
δρόμους που δεν περπάτησες
ημέρα,
δρόμους αδιάβατους
της μέρας.
Το πνεύμα με τη βία
το κρατάς
και τ’ Άγιο αχνοφωτίζει
– μισό φεγγάρι φθίνον, τι να σου κάνει πια.
Χρυσίζουν τα σπαρτά γυμνά
στο χώμα, άλλη μια νύχτα ξεκρέμεται
– απ’ το σώμα σου
και φεύγει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΟΣΚΑΣ
*
*
*
