*
του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ
Η ποίηση είναι πολιτική όταν στοχάζεται πάνω στη σχέση του ατόμου με το σύνολο, όταν εκφράζει τη ρήξη ή την ενότητα, όταν θεωρεί τη μοίρα του όλου μέσα στη διαχρονία και τη συγχρονία του. Η ποίηση είναι πολιτική όταν ο άξονας περιστροφής της είναι η πράξη. Ενάρετη ή κακή, η πράξη εντός του κοινωνικού πλαισίου ορίζει την πολιτική υπόσταση του ατόμου. Αυτός που απέχει από τη δράση, όχι μόνο τοποθετείται εκτός του πολιτικού ιστού, αλλά ακυρώνει την οποιαδήποτε ταυτότητα. Και η ταυτότητα είναι μνήμη και η μνήμη είναι το σύνολο, ή αλλιώς το άθροισμα των παραγόντων που ορίζουν το είναι του ατόμου. Με άλλα λόγια, η πολιτική είναι μια φυσική οντολογία. Αλλά ποιος είναι ο λόγος της ποίησης σε όλα αυτά;
Λένε ότι κάθε ποίημα είναι μια πολιτική πράξη. Κι όμως, μπορώ να σκεφτώ πολλά ποιήματα που αρνούνται τον πολιτισμό, που επιλέγουν τη φυγή προς τη δήθεν αρχαϊκή κατάσταση του ανθρώπου, που, με άλλα λόγια, ακυρώνουν την έννοια της πολιτείας. Ρεμπώ, Λωτρεαμόν, Τρακλ είναι μερικοί μόνο από τους ποιητές που αρνήθηκαν την ενσωμάτωση, αιχμαλωτίστηκαν από το όνειρο. Αυτή η άρνηση καθιστά την ποίησή τους μη πολιτική; Νομίζω πως όχι. Γιατί αποτελεί μέρος του διαλόγου για την πολιτεία: η άρνηση δεν είναι σιωπή, δεν είναι απραξία. Ακόμη και η φυγή είναι πολιτική. Είναι μια δήλωση με πολιτικό πρόσημο. Σίγουρα, όμως, δεν είναι μια συμμετοχική στάση. Οι πολιτικοί ποιητές πρέπει να ιδωθούν ως αρχιτέκτονες του μέλλοντος της πολιτείας. Κρίνοντας το παρόν, ελέγχοντας το παρελθόν, καταφάσκουν σ’ ένα νέο μέλλον. Η πολιτική ποίηση, λοιπόν, σ’ αυτό το δοκίμιο εξετάζεται περισσότερο ως κατάφαση προς την πολιτεία και τις προϋποθέσεις της.
Κι εδώ ακριβώς προκύπτει το πρόβλημα: μεγάλο μέρος της πολιτικής ποίησης είναι απλώς μια κριτική του παρόντος. Δε δίνει λύση, διέξοδο. Μεταχειρίζεται περισσότερο μια νομική γλώσσα, παρά ηθική ή ψυχολογική. Για παράδειγμα οι ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς: με τον λόγο τους επικυρώνουν το παρόν που ελέγχουν, δικαιώνουν το αδιέξοδο. Είναι κι αυτό μια μορφή άρνησης. Η πραγματικά πολιτική ποίηση, όμως, θα έπρεπε να δίνει μια ηθική και ψυχολογική λύση. Αυτές είναι παράμετροι που θα έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη τους οι λογοτεχνικοί κριτικοί όταν μελετούν ένα κείμενο. Γιατί η ηθική και η ψυχολογία δεν είναι απλώς σημεία του πολιτικού διαλόγου, είναι πολύ περισσότερο αισθητικά κριτήρια ενός κειμένου.
Από αυτήν την άποψη, το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, παρά τη σαφή πολιτική του διάσταση, αποτυγχάνει στο τέλος να δώσει μια διέξοδο, να οικοδομήσει ένα μέλλον. Καθηλώνεται μέσα στον αντιηρωικό μύθο. Η αναζήτηση της γαλήνης ευδοκιμεί μετά θάνατον, όπως αφήνει να εννοηθεί το τελευταίο ποίημα: δηλαδή, εκτός πολιτικής πραγματικότητας. Από τη σεφερική μυθολογία λείπει η μεταμόρφωση του παρόντος σε μια ανώτερη κατάσταση. Το υποκείμενο εγκλωβίζεται μέσα στην κυκλική αγωνία. Η ιστορικότητα είναι το μόνο σταθερό σημείο που λειτουργεί ως ταυτότητα, αλλά αποτυγχάνει ως μνήμη: δε θυμίζει στον αναγνώστη τι πραγματικά συνιστά την ανθρώπινη υπόσταση, το κέντρο εκείνο που θα τον προσανατολίσει προς τη λύτρωση. Η ιστορικότητα λειτουργεί στο Μυθιστόρημα σαν ένας αρνητικός καθρέφτης που απειλεί το άτομο. Αυτό συμβαίνει όταν η πολιτική ποίηση (ή η πολιτική της διάσταση) καθηλώνεται στην κριτική.
Ο Ελύτης, αντιθέτως, αν και κατηγορήθηκε συχνά για την απουσία κοινωνικών μηνυμάτων στην ποίησή του, κατάφερε να διασώσει με μεγαλύτερη επιτυχία τη μνήμη, την ανάμνηση του κέντρου τού ανθρώπου. Η ύστερη μεταφυσική του, ο ερωτισμός του, η αθωότητά του είναι αξιώματα της γαλήνης που αναζητά ο Σεφέρης. Με άλλα λόγια, ο Ελύτης κατάφερε να δώσει στον αναγνώστη μια διέξοδο, επέτρεψε τη φυγή από το πνιγερό παρόν, τον νόστο στη γλυκιά πατρίδα της ζωής. Για αυτόν τον λόγο, θα έπρεπε να δούμε το έργο του Οδυσσέα Ελύτη ως συνέχεια του σεφερικού. Ακόμη περισσότερο, θα πρέπει να αναρωτηθούμε κατά πόσο ο «φυσιολάτρης» (όπως τον χαρακτήρισαν) Ελύτης είναι ένας πολιτικός ποιητής, από τη στιγμή κατά την οποία κατάφερε να οικοδομήσει έναν ουρανό (μέλλον), που μπόρεσε να φιλοξενήσει το πολιτικό παρόν της εποχής του στη συνέχεια. Οι στίχοι του Ελύτη οραματίζονται συχνά μια νέα πολιτεία, δίχως να αρνούνται το πολιτισμικό παρελθόν της ανθρωπότητας (όπως κάνει π.χ. η ποίηση του Ρεμπώ). Δηλαδή, καταφάσκουν στον πολιτισμό. Δεν επιδιώκουν τη ρήξη, αλλά τη συνέχεια. Από αυτήν την έννοια της διάρκειας πηγάζει η μεταφυσική του Ελύτη κατά τη γνώμη μου. Μια συνέχεια που δεν μπορεί να δει η ποίηση του Σεφέρη ή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ηθικά και ψυχολογικά, συνεπώς, η ελυτική ποίηση φαίνεται να στέκεται ψηλότερα.
Δεν είναι τόσο δύσκολο να ελέγξεις το παρόν σου και το παρελθόν. Το στοίχημα πιστεύω ότι είναι η στροφή, η θραύση των δεσμών που σε ενώνουν με την παρακμή. Αυτός οφείλει να είναι ο απώτερος στόχος της πολιτικής διάστασης της ποίησης: η συνέχεια. Και αυτή η τελευταία θα πρέπει να τοποθετείται ξανά μέσα σε ένα οργανωμένο σύνολο. Είναι πολύ δύσκολο για έναν λογοτέχνη να εκφράσει ένα τέτοιο αφήγημα. Πρέπει οι ρίζες του να ποτίζονται από τις καλύτερες στιγμές της παράδοσής του. Γιατί ο ποιητής δεν καλείται να εφεύρει το νέο, αλλά να το συνθέσει μέσα από γνώση του εαυτού. Κι αυτή δεν μπορεί να προκύψει παρά μόνο μέσα από τη γνώση του συνόλου που σε περιβάλλει. Είναι ο άλλος, είναι το «εσύ», που θα βρει την απάντηση στον χρησμό. Είναι το καθρέφτισμα της ψυχής σε μια άλλη ψυχή, για να θυμηθώ τον Πλάτωνα. Άλλωστε, αυτή είναι και η μονάδα της πολιτικής ποίησης: ο άλλος. Μέσα από την απόσβεση του εγώ, το σύνολο μεταρσιώνεται σε σκοπό.
Αυτό νομίζω ότι ποτέ δεν κατάφεραν να το κατανοήσουν οι συμβολιστές, με εξαίρεση τον Μπωντλαίρ. Ότι, δηλαδή, η αρχαϊκή κατάσταση του ανθρώπου είναι το σύνολο. Ότι το σύνολο είναι ελευθερία, αλήθεια και ειρήνη, όταν η συμμετοχή σε αυτό δε γίνεται άκριτα, αλλά με γνώση. Το άτομο είναι παράγωγο της νεωτερικότητας και τα δικαιώματά του οριοθέτησαν έναν εντελώς πρωτόγνωρο για την εποχή πόλεμο. Η πολιτική ποίηση, όμως, μας διδάσκει ότι τα ατομικά δικαιώματα πραγματώνονται τελικά όταν μετουσιώνονται σε συλλογικά. Ακόμη κι αν αυτή η μετουσίωση λαμβάνει έναν συμβολικό (ποιητικό) χαρακτήρα.
Το άτομο είναι καταδικασμένο στον δυισμό του κι όταν είσαι δύο, κανείς δεν είσαι. Όταν είσαι δύο, είσαι ο πόλεμος. Η ενότητα, η ανακατάληψη του κέντρου, τοποθετείται εντός των ορίων του συνόλου. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον. Η πολιτεία, η συνύπαρξη, είναι η φύση του. Μέσα από την πολιτική ποίηση καταλαβαίνουμε ότι η ατομική βούληση έρχεται συχνά σε σύγκρουση με τη συλλογική, γιατί εμμένει στην ατομικότητά της, όταν πρέπει να μετουσιωθεί σε συλλογική. Συλλογική όχι με την έννοια του παρόντος της, αλλά με το ευρύ νόημα του ανθρώπου. Εδώ το σύνολο είναι η ιδέα του ανθρώπου, η αρχαϊκή μας ταυτότητα, η μνήμη. Γιατί το περιβάλλον του παρόντος, η εποχή στην οποία ζούμε και οι απαιτήσεις της μπορεί να ζητούν την απαγρίωσή μας. Αρκεί να θυμηθούμε τη θυσία της Ιφιγένειας. Ενσωμάτωση με το σύνολο δε σημαίνει κατάφαση στην εξουσία που ασκεί επάνω μας. Αλλά μνήμη, ανάμνηση της αληθινής ταυτότητας του ανθρώπου. Αυτός πρέπει να είναι και ο σκοπός της πολιτικής ποίησης. Όχι απλώς να εξαντλείται σε μια κριτική του παρόντος, αλλά να μας θυμίζει ποιοι είμαστε, ποιοι προοριζόμαστε να γίνουμε. Αυτό είναι διέξοδος, αυτό είναι υψηλή μνήμη.
Με άλλα λόγια, η ποίηση στην πολιτική της διάσταση πρέπει να θέτει το ερώτημα «τι είναι άνθρωπος». Αναζητώντας την ταυτότητα του εαυτού, έρχεται η γνώση του συνόλου. Και είναι τότε που ο άνθρωπος γίνεται κοινός. Δεν ανήκει στον εαυτό του πια, αλλά σε όλους, γιατί περικλείει την ελάχιστη στιγμή του ανθρώπου. Την ελάχιστη με την έννοια της πιο καθαρής. Θα μπορούσαμε να πούμε μεταφορικά ότι έτσι ο άνθρωπος μεταμορφώνεται σε ένα βιβλίο ιστορίας που κλείνει μέσα του κάθε στεναγμό, λυγμό, κραυγή, γέλιο και τραγούδι. Είναι μια συλλογική μορφή μεταρσίωσης, όταν αίρεται ο διαχωρισμός μεταξύ του εγώ και του άλλου. Το να είσαι κοινός σημαίνει, όπως μου είχε πει κάποια κάποτε, «να περιστρέφεσαι γύρω από τον κόσμο». Ο άξονάς σου να μην είναι ο εαυτός, αλλά ο άλλος. Αυτή είναι μια εμπειρία πολύ περισσότερο βιωματική παρά πνευματική. Και είναι η πραγματική απόσβεση του εγώ.
Δύο, λοιπόν, είναι κατά τη γνώμη μου οι βασικές λειτουργίες της πολιτικής ποίησης: κριτική (ή έλεγχος) και μνήμη (όπως ορίστηκε παραπάνω). Δεν αρκεί να παρουσιάζουμε το κακό και την ασχήμια. Πρέπει να μπορούμε να δείξουμε και την αρετή και το κάλλος. Όχι ρητορικά, όχι λέγοντας αυτό που νομίζουμε ότι θα έπρεπε να πούμε. Αλλά βιωματικά, αναζητώντας τη μυστική πηγή μέσα μας. Η κριτική έρχεται να γκρεμίσει. Η μνήμη να οικοδομήσει. Ο ιδανικός πολιτικός ποιητής για μένα θα ήταν μια ένωση του Σεφέρη και του Ελύτη. Κάποιος που θα συνδύαζε τον στοχασμό πάνω στο παρόν με τον οραματισμό ενός αγνού μέλλοντος.
///
*
*
*
