Κύματα, και άλλα κύματα

 *

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

To σύγχρονο σχολείο δεν είναι εκείνο το πριν πεντηκονταετίας. Δραστικές αλλαγές στην κοινωνία το έχουν διαμορφώσει αντίστοιχα. Δεν είναι ένα σχολείο αυταρχικό, με την αδιαμφισβήτητη εξουσία του διδάσκοντος, με μια χωροταξική διαμόρφωση που υπέβαλλε τον σεβασμό προς έναν υπεράνω κριτικής θεσμό, με τους αυστηρά κωδικοποιημένους τρόπους επικοινωνίας διδασκόντων και διδασκομένων, με την απόμακρη και ακαδημαϊκή διδακτέα ύλη, για να μείνουμε μόνο σε κάποιες χτυπητές διαφορές. Στη γαλλική ταινία Ο καλός καθηγητής (Pas des vagues) του Τεντύ Λoυσσί-Μοντέστ όλα αυτά είναι αισθητά αλλά και δεν προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση σε όσους έχουν πάρει το απολυτήριό τους τα τελευταία, ας πούμε, σαράντα χρόνια.

Πριν προχωρήσουμε, μπορούμε να μείνουμε λίγο στην αμφισημία του τίτλου: αν δεν είναι αμφίσημος (προς ποιες κατευθύνσεις άραγε;), αποδίδει μήπως κάποια εύσημα στον πρωταγωνιστικό ρόλο της ταινίας, έστω και κατά ειρωνικό τρόπο; Δύσκολο να αποφανθούμε. Πάντως ο πρωτότυπος τίτλος, που μεταφράζεται «τα κύματα», έχει μια πιο κατανοητή και ανιχνεύσιμη μεταφορική σημασία: τα κύματα είναι η συνεχής αναταραχή που διακρίνει τις σχέσεις των συμμετεχόντων στη σχολική κοινότητα, τις συνεχείς δονήσεις απέναντι στις οποίες κυρίως οι διδάσκοντες θα πρέπει ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να αντεπεξέλθουν και τις οποίες πρέπει να απορροφήσουν. Αυτή η κινούμενη άμμος μεταξύ μαθητών στην εφηβεία, μαθητών που προσέρχονται στη σχολική τάξη κουβαλώντας τα σημάδια του δυσλειτουργικού οικογενειακού τους περιβάλλοντος, την ευθιξία των συμπλεγμάτων τους, και διδασκόντων που, στην καλύτερη περίπτωση, προσπαθούν να προσεγγίσουν τους μαθητές και να κάνουν τη διδασκαλία τους περισσότερο βιωματική και ευχάριστη, μια κινούμενη άμμος δηλαδή που καλύπτει επικίνδυνα το χάσμα των γενεών, τη διαφορά μορφωτικού επιπέδου και τη διαφορά της χρήσης του πολιτιστικού κεφαλαίου: για τους μαθητές η διδακτέα ύλη μπορεί να είναι μια υποχρεωτική αγγαρεία που θα τους οδηγήσει σε μια στοιχειώδη κατοχύρωση, ενώ για τους διδάσκοντες μπορεί να είναι ένα «πάθος ζωής», αλλά και η κάλυψη μιας επαγγελματικής υποχρέωσης χωρίς περαιτέρω προεκτάσεις: καλός ο Ρονσάρ, αλλά εκείνο που μας ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να καλυφθεί η ύλη. Τούτη η αναταραχή πάντως είναι μοιραίο εγγενές χαρακτηριστικό του σχολικού θεσμού ιδίως στις σύγχρονες κοινωνίες όπου η εκπαίδευση έχει αναχθεί σε κρίσιμο καθοριστικό παράγοντα του πολιτισμού αλλά και της κατανάλωσης υπηρεσιών.

Παρά ταύτα, η ταινία δεν εστιάζει σε κάποιο ειδικό εκπαιδευτικό ζήτημα ή δυσλειτουργία, ή σε κάποιο ζήτημα εκπαιδευτικής φιλοσοφίας. Περνά από αυτά και σαρώνει τα καθέκαστα της σύγχρονης εκπαιδευτικής πραγματικότητας χωρίς να σταθμεύει καθόλου με σημαίνοντα τρόπο κάπου. Ειδικότερα: σε ένα σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στα λαϊκά παρισινά προάστια, με συμμετοχή πολλών μεταναστών μάλιστα, πράγμα που έχει ιδιαίτερη σημασία διότι οι μαθητές έχουν διαφορετικές πολιτισμικές αφετηρίες ιδίως σε θέματα ηθικής και σεξουαλικής ηθικής, μια μαθήτρια κατηγορεί τον καθηγητή της για σεξουαλική παρενόχληση. Το ζήτημα παίρνει δραματικές διαστάσεις, αφενός, λόγω της δυσκολίας, ή της ευθυνοφοβικής ανικανότητας μάλλον της διεύθυνσης του Σχολείου να διαχειριστεί με λελογισμένο τρόπο το ζήτημα, αφετέρου, λόγω της ιδιάζουσας ευαισθησίας που έχει διαμορφωθεί σχετικά με το ζήτημα ύστερα από τις ιδεολογικές ζυμώσεις και προβληματισμούς των τελευταίων χρόνων και των αντίστοιχων κινημάτων.

Ο σκηνοθέτης δεν ασχολείται πολύ με το βάσιμο ή το φανταστικό των καταγγελιών της μαθήτριας ούτε με την ψυχολογία της. Είναι οι καταγγελίες της αποκύημα μιας εξημμένης εφηβικής φαντασιωτικής δραστηριότητας που χρησιμοποίησε το πρόσωπο του καθηγητή ως κάτι το αμεσότερα πρόσφορο; Προέρχονται οι καταγγελίες από την πίεση που δέχτηκε ο εφηβικός ψυχισμός της εκ μέρους του καταπιεστικού, πατριαρχικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο βιώνει την εφηβική της αφύπνιση; Έπαιξαν κάποιο ρόλο τα αθώα παραδείγματα του καθηγητή ενώπιον της τάξης προκειμένου να απλοποιηθεί η κατανόηση του ποιητικού κειμένου του Πιέρ ντε Ρονσάρ; Δεν πρέπει σίγουρα να υποτιμάμε την εντύπωση που προκαλούν τα προσωποιημένα «αθώα» παραδείγματα που αφορμώνται από τους στίχους του κειμένου: όσο ανύποπτα κι αν είναι, «εκθέτουν» τελικά τον μαθητή ή τη μαθήτρια μέσα σε ένα ευρύτερο ακροατήριο όπως η σχολική τάξη. Μια σχολική τάξη όπως αυτή του σύγχρονου σχολείου όπου για να καλλιεργηθεί η ελευθερία και η αυθορμησία της προσωπικής έκφρασης, με παιδαγωγικούς (πάντα!) σκοπούς δίνεται το δικαίωμα στον κάθε μαθητή να αφήσει ασύδοτος το προσωπικό του αδέσποτο σχόλιο, για το οποίο δεν ξέρουμε πόσο έτοιμη είναι η ψυχολογική και κοινωνική συγκρότηση μιας μαθήτριας αυτής της ηλικίας να το δεχθεί. Και φαίνεται ότι δεν είναι: ο αδελφός της μαθήτριας έρχεται να απειλήσει με φόνο τον καθηγητή υπερασπιζόμενος την τιμή της αδελφής. Κατά έναν χαρακτηριστικό τρόπο ο σκηνοθέτης προικίζει τον ηθοποιό που ερμηνεύει τον θιγμένο αδελφό με ένα ψεύδισμα, ως σημείο μιας αρχαϊκής, καθυστερημένης ψυχολογικής διαμόρφωσης (με αιμομικτικές προεκτάσεις μήπως;)

Για τη σύγχρονη εκπαιδευτική νοοτροπία ο καθηγητής βέβαια είναι εκ των προτέρων ένοχος. Αξιόλογη η ερμηνεία του Φρανσουά Σιβίλ, που, αφενός, προσπαθεί να ισοσταθμίσει την καλή συνείδηση ενός μοντέρνου εκπαιδευτικού και, αφετέρου, νιώθει να συντρίβεται από τις ανεδαφικές κατηγορίες της μαθήτριας και του υπόλοιπου σχολικού περιβάλλοντος (για να μην πούμε κοινότητας). Να συντρίβεται για έναν λόγο παραπάνω: ούτε υποσυνείδητα θα μπορούσε να ομολογήσει την ενοχή του, καθότι είναι ομοφυλόφιλος που βρίσκεται σε σχέση με κάποιον, με τον οποίο μάλιστα συγκατοικεί. Η ενοχή εδώ παίρνει μια καφκική απόχρωση: πρέπει να την ομολογήσει κανείς έστω κι αν αυτή η ομολογία απλώς καλύπτει μιαν άλλη ομολογία, αυτήν της ομοερωτικής σχέσης. Η ομολογία αυτή θα γίνει τελικά αλλά απλώς και μόνο για να ξεφουσκώσει η ενοχή της πρώτης κατηγορίας περί παρενόχλησης. Με την ομολογία αυτή η φαντασίωση της μαθήτριας θα ματαιωθεί, όχι όμως και η εμμονή του αδελφού της για την ενοχή του καθηγητή: από τον «παιδόφιλο» μέχρι τον «ομοφυλόφιλο» είναι λίγα βήματα δρόμος στο συντηρητικό και καθυστερημένο περιβάλλον των παρισινών προαστίων.

Στην κοσμική Γαλλία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, εκεί όπου η προτεσταντική ηθικολογία έχει τη μικρότερη εμβέλεια, τα προβλήματα αυτά δεν έχουν λυθεί ακόμη παρά τη χιονοστιβάδα των ιδεολογικών εξελίξεων κατά τα τελευταία χρόνια. Η τοξική και νοσηρή άλως που συνοδεύει την ερωτική ηθική δεν έχει διαλυθεί ακόμη. Το έδαφος του κοινωνικού σώματος είναι διαποτισμένο από αυτήν: είναι κάτι που παρατηρείται στις αυθόρμητες και δήθεν αδιαμεσολάβητες αντιδράσεις των μαθητών. Η πηγαία αντιδραστικότητά τους και προκατάληψη είναι η καλύτερη μαρτυρία για το ό,τι βαθιά μέσα στις δομές της κοινωνίας τα τέρατα δεν έχουν εξημερωθεί ακόμη.

Ο κεντρικός ήρωας δέχεται σχεδόν μοιρολατρικά τις εξελίξεις: η υποστήριξη των συναδέλφων του είναι αμφίβολη, η προσφυγή στη Δικαιοσύνη θα απαιτούσε χρήματα, έντρομος υπαναχωρεί και αποφεύγει τις απειλές των συγγενών, οι γνώμες των μαθητών δεν μετρούν παρά μόνο όταν στρέφονται εναντίον του. Η αγάπη για τη δουλειά του είναι μια μικρή ανακούφιση, βέβαια, κι εδώ όμως εντοπίζεται μια καίρια αντίφαση: τι σχέση έχει το σύγχρονο σχολικό περιβάλλον με τις αξίες από τις οποίες εμφορούνται τα ανθρωπιστικά, και όχι μόνο, μαθήματα τα οποία προσπαθεί το σύγχρονο σχολείο να εμφυσήσει στους σαστισμένους μαθητές; Ποια είναι η σχέση της γλώσσας του Ρονσάρ με τη σύγχρονη αργκό των εφήβων; Μεταφέρουν τα ίδια νοήματα, το ίδιο γλωσσικό ήθος ή ο Ρονσάρ και οι όμοιοί του αποτελούν μια ξεπερασμένη κλασικολατρεία, που είναι κατάλληλη για λίγους ψωνισμένους, που επιπλέον χρησιμεύει ως άλλοθι στην ισοπέδωση και στον τεχνοκρατισμό της σημερινής εκπαίδευσης; Ήταν η γλώσσα και το κλίμα του Ρονσάρ κάτι ξένο για τους συγχρόνους του, κάτι παράδοξο ακόμη και για τη «λατρεμένη» των ποιημάτων του ή μήπως πίσω από την αλλαγή στη γλώσσα, πίσω από την αλλαγή στο ύφος κρύβεται το ίδιο ήθος, τα ίδια συναισθήματα που θα μπορούσαν να έχουν ένα ανθρωπογνωστικό ενδιαφέρον και να αξιοποιηθούν παιδαγωγικά; Τι είναι αμετάκλητα ξεπερασμένο μέσα στην κλασική παιδεία, τι θα μπορούσε να προωθηθεί παιδαγωγικά ακόμη και σήμερα; Έχει κάποια παραπέρα τύχη αυτός ο Ρονσάρ των λαϊκών προαστίων;

Εν προκειμένω πρέπει να αναφέρουμε και τις κατηγορίες που προσάπτει στον νεαρό καθηγητή η σχολική σύμβουλος: ερμήνευσε το ρόδο που αναφέρει ο Ρονσάρ ως το γυναικείο γεννητικό όργανο. Σε ένα μάθημα όπως αυτό της λογοτεχνίας όπου η γλώσσα εξαπολύει τη δαιμονική της συνειρμική δύναμη, ποιος είναι άραγε εκείνος που θα πει εδώ σταματάμε, το ρόδο δεν έχει καμιά σχέση με το αιδοίο, και είναι άραγε παιδαγωγική αυτή που ευνουχίζει μιαν από τις θεμελιωδέστερες ιδιότητες του ανθρώπινου νου, τη φαντασία που παράγει και αναζητά ομοιότητες και συγγένειες μέσα στη γλώσσα και σε ό,τι μας περιβάλλει; Ή απλώς η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα‒ ας το πάρουμε απόφαση‒, δεν έχει θέση μέσα στη διδακτέα ύλη των σχολείων μας;

Η ψυχραιμία και η παιδαγωγική ευσυνειδησία με την οποία σηκώνει τον σταυρό του ο νεαρός καθηγητής δείχνουν ότι πιστεύει στην «αποστολή», στην «ανθρωποποιητική» διάπλαση της διδακτέας ύλης του, όμως έστω και ασυνείδητα αναγνωρίζει ότι οι σοβαρές καταγγελίες τις οποίες αντιμετωπίζει έχουν σαθρή υπόσταση: οι μαθητές που δεν μπορούν να συντάξουν μία πρόταση είναι αδύνατον να εκφέρουν μια συγκροτημένη κατηγορία, είναι αδύνατον να τον αγγίξουν. Παρότι το περιβάλλον του σχολείου, παρότι κάποιοι συνάδελφοί του κλίνουν προς την ενοχή του, η πνευματική του συγκρότηση αρνείται να υιοθετήσει, να εσωτερικεύσει τις κατηγορίες.

Βέβαια, στην τελευταία σεκάνς της ταινίας ο καθηγητής περνά ανεπαίσθητα (και αμετάκλητα;) από την πραγματικότητα στη φαντασίωση. Ο ελεγκτικός και διορθωτικός του ρόλος συνεχίζεται αλλά κατά έναν τρόπο που φαίνεται να μην έχει πλέον λογικό αντικείμενο. Η επίπληξη και η διόρθωση είναι απλώς το κέλυφος που έχει απομείνει από τον ρόλο του, από τη γλώσσα του. Το κενό του παραληρήματος ελλοχεύει κάπου εκεί.

Ο σκηνοθέτης δεν προτίθεται να κολακεύσει κανέναν. Ο καθηγητής καταλήγει στο παραλήρημα επειδή η ευσυνειδησία του και η πίστη του στην έλλογη γλώσσα και επικοινωνία τον οδήγησαν στην ηττοπαθή παραμονή του μέσα στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, μέσα στην κατεύθυνση της έλλογης διαπραγμάτευσης με τα ένστικτα και τις φαντασιώσεις των άλλων, ενώ θα μπορούσε να δουλέψει στο χαμάμ που σκοπεύει να ανοίξει ο αγαπημένος του μαζί με τον θείο του, τον ίδιο αυτόν θείο του που τον απέκλεισε ως ομοφυλόφιλο από την κηδεία του πατέρα του. Από το σχολείο στο χαμάμ, από τη μια ετεροτοπία στην άλλη, από τη μια ηθική στην άλλη, από «προβλήματα» και «παρανοήσεις» διαφορετικών πολιτισμικών περιβαλλόντων, με διαφορετικό νόημα.

///

ΘΑΥΜΑΤΟΤΡΟΠΙΟ

Μια σειρά μαθήματα masterclass, ένα ιδιαίτερο μάθημα, ένα σεμινάριο, ακόμα και μια διάλεξη μπορούν να προκαλέσουν μια ατμόσφαιρα κορεσμένη από συναισθηματικές εντάσεις. Οι οικειότητες, οι ζήλιες και οι απογοητεύσεις θα μετατραπούν σε κινήσεις αγάπης ή μίσους; Ή σε περίπλοκους συνδυασμούς και των δύο. Η σκηνοθεσία επιστρατεύει πόθο και προδοσία, χειραγώγηση και αδιαφορία, όπως συμβαίνει και στο ρεπερτόριο του έρωτα. «Είσαι ο μόνος που αξίζει για εραστής μου» κομπάζει ο Αλκιβιάδης, μόνο και μόνο επειδή ο Σωκράτης, όπως κάθε γνήσιος δάσκαλος, είναι ο μοναδικός άνθρωπος «που θα ένιωθα ντροπή αν δεν του χάριζα την εύνοιά μου».

George Steiner, Tα μαθήματα των δασκάλων, μτφρ. Σ. Βελέντζας, Scripta, 2011.

~.~

Η ΖΩΗ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΣΙΝΕΜΑ

Επιμέλεια στήλης
Βασίλης Πατσογιάννης

*