του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ
Αθηνά Ιωσήφ,
Το ημερολόγιο ενός άϋπνου περιηγητή,
Εκάτη 2024
Ὁ εὐσυνείδητος κριτικὸς λέει μονάχα, δείχνοντας τὸν ποιητή·—
Αὐτὸς εἶναι! Ἀκοῦστε τον· εἶναι ἴδιος μ’ ἐμᾶς, ὅμως εἶναι βέβαιος γιὰ κάτι ποὺ δὲ γεμίζει ἀκόμα τὶς δικές μας καρδιές· γι’ αὐτὸν ἡ αἰωνιότητα εἶναι τόσο προσιτή, ὅπως γιὰ σᾶς ἡ φύση. Ἀκοῦστε τον· δὲν θὰ φοβᾶστε πιὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους. Οἱ φυσικοὶ νόμοι θὰ γίνουν γιὰ σᾶς οἱ νόμοι τοῦ Θεοῦ!—
(Γιῶργος Σαραντάρης, «Γύρω ἀπὸ τὴν κριτική», Άπαντα, τόμ. Α΄, σ. 307)
Αὐτὴ ἡ προσέγγιση τοῦ Σαραντάρη μᾶς φανερώνει ὅτι ἡ ἐπαναστατικὴ ἀνατροπὴ ποὺ φέρνει ὁ ποιητὴς εἶναι ὅτι ἀντιμετωπίζει τὴν τέχνη ὡς μέσο καὶ ὡς ὁδὸ γιὰ τὴν κατάκτηση μιᾶς βαθύτερης πνευματικότητας. Καὶ ὅτι ἡ ἀλήθεια αὐτὴ δὲν λέγεται ποτὲ ὁριστικά. Ἑπομένως, τὰ φιλολογικὰ κριτήρια γιὰ νὰ προσεγγίσουμνε τὴν ποίηση, χωρὶς νὰ χάνουν τὴ σημασία τους, ἔρχονται δευτερεύοντα. Τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ κριτήριο εἶναι ἂν ἡ ποίηση μᾶς ἀνοίγει μία ὁδὸ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ θέα αὐτῆς τῆς βαθύτερης πνευματικῆς ἀλήθειας, τῆς μιᾶς ἀλήθειας ποὺ ὅμως γίνεται ἀντιληπτὴ καὶ ἐκφράζεται πάντοτε μὲ τρόπο προσωπικό, μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο.
Γνωρίσαμε τὴν ποίηση τῆς Ἀθηνᾶς Ἰωσήφ ἀπὸ τὸ πρῶτο της βιβλίο μὲ τὸν τίτλο Ἀπὸ τὴ διόπτρα τοῦ χρόνου, ἐκδόσεις Γαβριηλίδη, 2010. Μιὰ ποίηση ποὺ κινεῖται σὲ ἕνα ἄγνωστο τοπίο, ποὺ μεταφέρει τὰ γνώριμα σύμβολά μας ‒μυθολογικά, θρησκευτικά, φιλοσοφικά‒ σ’ αὐτὴ τὴν ἄγνωστη συμπαντικὴ πραγματικότητα πέρα ἀπὸ τὴ «σάπια πόρτα τῆς Ἐκκλησίας», πέρα «ἀπὸ τὸ ραγισμένο μωσαϊκὸ τῆς Ἀναγέννησης» γιὰ νὰ ἀναζητήσει μέσα «στὸ μπλὲ χάος» «τὸ αἰωρούμενο κέντρο τῆς φλεγόμενης οἰκουμένης». Ἀκόμα καὶ ἡ αἱματοβαμμένη ἀνθρώπινη ἱστορία ἀνάγεται σὲ ἕναν ἀόρατο κόσμο ὅπου «ἀλεξιπτωτιστὲς κρεμασμένοι στ’ ἀστέρια παίζουν φλάουτο» γιὰ νὰ συνοδέψουν τοὺς «ἐλαφρεῖς τῇ ψυχῇ» στὴν «ἀνύψωσή τους στοὺς ἑπτὰ οὐρανούς». Ἀκούγεται σχεδὸν προφητικὸς ὁ στίχος «Οὐδὲν νεώτερον ἀπὸ τὴν καταρρέουσα Δύση ἔχω νὰ ὁμολογήσω» καὶ τραγικὰ ἀληθινὴ ἡ ποιητικὴ ἀπόφανση: «Οὔτε πόλεμοι, οὔτε εἰρήνη, οὔτε ἧττες, οὔτε νίκες. Μόνο ἡ ἄγνοια γιὰ τὸ πρὶν καὶ τὸ μετά». Ὁμολογεῖ ὅτι ἀναζητεῖ «βλέφαρα θεοῦ», διαπιστώνει ὅτι «σήμερα οἱ νέες ἀλήθειες ἀναδύονται μέσα ἀπὸ τὴν ἀναρχία», βλέπει τὸν «ἥλιο ποὺ ἔδυσε πίσω ἀπὸ τὰ καλογυαλισμένα κράνη» γιὰ νὰ καταλήξει στὴ γόνιμη ἀβεβαιότητα:
Ἴσως ἔτσι νὰ τελειώνουν οἱ μυθοπλασίες ἐπὶ τῆς γῆς.
Ἴσως καὶ ὄχι.
Καὶ μετὰ ἡ Ἀθηνὰ Ἰωσὴφ σιώπησε. Δὲν ξαναδιάβασα τίποτα δικό της. Δὲν ξέρω ἂν κάπου κάτι δημοσίευσε, μέχρι τὸ 2022 ποὺ μοῦ ἐμπιστεύτηκε κάποια ποιήματα γιὰ τὸ περιοδικό τὸ ΚΟΙΝΟΝ τῶν Ὡραίων Τεχνῶν. Ποιήματα ποὺ μοῦ θύμισαν τὴν πρώτη της ποιητικὴ κατάθεση ἔχοντας ὅμως κατακτήσει μιὰ ἐκφραστικὴ οἰκονομία κι ἕναν λόγο περισσότερο εὐθύβολο, διατηρώντας τὸ ἴδιο ποιητικὸ τοπίο καὶ τὸν ἴδιο πνευματικὸ προσανατολισμό.
Τὸ ἡμερολόγιο ἑνὸς ἄυπνου περιηγητῆ, ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Εκάτη (2024) ἔχει ἕνα κοινὸ στοιχεῖο μὲ τὴν πρώτη της συλλογή: τὸν χρόνο. Στὴν πρώτη περίπτωση καλούμαστε νὰ μοιραστοῦμε τὴν ποιητική της θέα μέσα ἀπὸ τὴν διόπτρα τοῦ χρόνου, ἐνῶ τώρα οἱ ἐμπειρίες που φέρνει ὁ χρόνος καταγράφονται στὸ ἡμερολόγιο τοῦ ἄυπνου παρατηρητῆ.
Ἕνα ἀκόμη βασικὸ κοινὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ποιητικοῦ τοπίου: καὶ στὴ συλλογὴ αὐτὴ ὁ ποιητὴς μελετᾶ τοὺς «χάρτες τοῦ παγωμένου σύμπαντος/ γιὰ νὰ σβήσει κάθε προσδοκία τῶν κοινωνῶν της» (σ.σ. τῆς ποίησης δηλαδή). Στὴν ποίηση τῆς Α.Ι. δὲν συναντᾶμε τὴ νοσταλγία, τὰ στοιχεῖα τῆς ἐντοπιότητος, γνώριμες ἱστορικὲς ἢ πολιτικὲς ἀναφορές, μικρὲς ἀτομικὲς τραγωδίες, προσωπικὲς ἐξομολογήσεις, ἔρωτες, συναισθήματα, ἀπογοητεύσεις ἢ ἐλπίδες προσωπικές.
Ἀναμετρᾶται μὲ τὸν χρόνο τῆς ἱστορίας καὶ μὲ ἕναν Θεὸ ἐκτὸς ἱστορίας, ἀλλὰ θέλει νὰ ἀρθρώσει λόγο γιὰ ὅλα αὐτὰ ἔχοντας «λυτρωθεῖ ἀπὸ τὴ φασκιὰ τῆς κοινοτυπίας». Γιατὶ ὅταν ζεῖς τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας, ἡ ἱστορικὴ πίστη μοιάζει «ἀστεῖος πλεονασμός» κι ἀκόμα κι ἂν οι Ἱερὲς Γραφὲς παραδίδονται στὴν πυρά, οἱ οὐρανοί δὲν ριγοῦν, οἱ σοφοὶ μένουν ἄλαλοι καὶ τότε δὲν μιλᾶνε οι πέτρες ποὺ ἔλεγε ὁ Χριστός, ἀλλὰ τὰ θηρία ἐκφράζουν μιὰ συγκλονιστικὴ ἀλήθεια: «Τὸ ἄρρητο ἀγνοεῖ τὰ σημεῖα στίξης»! Τα σημεία στίξης αποδίδουν μέρος των χρήσεων που μπορεί να εκφράσει ο φυσικός ομιλητής με τις διακυμάνσεις τής φωνής του. Τὸ ἄρρητο (δηλαδὴ ἡ ἀλήθεια) ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὴν ἀτομική μας γλώσσα.
Ἔτσι καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἑνότητες τῆς συλλογῆς (πόλεμος, ελπίδα, μοναξιά, θάνατος) δὲν ἔρχονται νὰ δηλώσουν ἀτομικὲς περιστάσεις, ἀλλὰ ὑπαρξιακὲς κατηγορίες: ἐμεῖς οἱ ζωντανοὶ «ἕρμαια τοῦ ὀλισθαίνοντος χρόνου» (σ. 27), βλέπουμε σὰν σὲ ὄνειρο «ἕνα μανιτάρι καπνοῦ νὰ πλανᾶται πάνω ἀπὸ τὴν ὑπερήλικη πολιτεία» μας ἀφήνοντας στὸ τέλος μιὰ ἐλπιδοφόρα προοπτική: αὐτὸς ὁ μικρὸς κόσμος νὰ «ἀνοίγει χαραμάδες φωτός στὰ βάθη τῆς κολάσεως». Γιατί «τὸ φῶς χωράει μόνο σὲ ἀχανῆ σύνορα», αὐτὰ ποὺ σὲ ὁδηγοῦν στὴν «ἄδολη χώρα» ποὺ συναντᾶς «μόνο παιδιά ποὺ στὰ μάτια τους καθρεφτίζουν τὸ μέλλον τῆς Οἰκουμένης», «σ’ ἕνα κόσμο αἰωρούμενο/κάτω ἀπὸ τὸ ἐκκρεμές μιᾶς νέας Δυστοπίας».
Ὁ Χρόνος εἶναι μιὰ θεμελιώδης συνισταμένη στὴν ποίηση τῆς Α.Ι ὅπως ἤδη εἴπαμε κι ἀπὸ τὸ πρῶτο ποίημα αὐτῆς τῆς συλογῆς ἀποφαίνεται:
Ουδείς ποιητής δύναται νὰ μετουσιώσει
τὸν Γήινο χρόνο σὲ Ἄπειρο
χωρὶς τὴ συνδρομή του.
Τὴ συνδρομὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Χρόνου μὲ τὴ «γέρικη μήτρα», τοῦ Χρόνου ποὺ ὀλισθαίνει, τοῦ Χρόνου μὲ τὸ «βάρβαρο χέρι», τοῦ «Ἄτεγκτου Χρόνου», τοῦ «ἀνίερου Χρόνου», τοῦ «παρελθόντος χρόνου»
Ὅταν ὅμως μετατοπίζεσαι στὸν Χῶρο τότε καὶ ὁ Χρόνος ἀλλάζει. Ὁ χῶρος εἶναι ἡ δεύτερη θεμελιώδης συνισταμένη τῆς ποίησης τῆς Α.Ι. Ὅταν ἐντοπίσουμε τοὺς προσδιορισμοὺς τοῦ τόπου στὴν ποίησή της φωτίζεται πράγματι ἕνας χῶρος ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὴ γήινη πραγματικότητα καὶ καταλήγει στὸ ἄπειρο:
Τὸ παγωμένο σύμπαν, Ἄβυσσος, ἡ γαλαξιακὴ κοινότητα, ὁ πλανήτης ποὺ ἀνδρώνονται οἱ Σωτῆρες, τὸ ἀδηφάγο σύμπαν, Ὠκεανός, ὑποχθόνια Ἤπειρος, Πομπηία, Βεζούβιος, οὐράνια Οὐτοπία, ὑπόγεια καταφύγια, τὸ σπίτι πίσω ἀπὸ τὸν Σείριο, ἄδολη χώρα, Ἀχερουσία λίμνη, μεσαιωνικὸς πύργος στὴν κορυφὴ τοῦ Κόσμου, νεόφυτες στέπες, τὸ νεκρὸ ἄστρο, ἄγνωστες διαστάσεις, ἄβατη σπηλιά, ἕνας κῆπος στὶς ὄχθες τοῦ Γάγγη, ἡ πεσοῦσα Τροία, ὁ Πλούτωνας, ἡ ἀόρατη χώρα τοῦ θανάτου, τὰ ἡσυχαστήρια τῆς Σελήνης.
Γιατὶ ὅπως λέει ὁ «ἀστροναύτης» της:
Ἐκεῖ ἔξω ὅλα κολυμποῦν σὲ ἕναν ἀχανῆ ὠκεανό
ἑνὸς ἀνώνυμου Δημιουργοῦ.
Ἡ «Βίβλος τοῦ παρελθόντος χρόνου» μᾶς ἀφηγεῖται ἕναν Θεὸ ἑνὸς ποιμενικοῦ κόσμου, ἕναν Θεὸ στὸν ὁποῖο προσεύχεται «ὁ κόσμος ὁ ἐγωιστικός» ποὺ δὲν ἀκούει τὶς φωνὲς τῶν ἄτυχων παιδιῶν κι ἔτσι ὁ «βουβός οὐρανός», οἱ «ἀμέτοχοι Ἅγιοι» δὲν τῆς ἐπιτρέπουν νὰ «ἀναστήσει τὴν πίστη της» καὶ στέκεται στὸ στασίδι τῶν σκεπτικιστῶν.
Τὸ Ἡμερολόγιο ἑνὸς ἄυπνου παρατηρητῆ εἶναι χωρισμένο σὲ ἑνοτητες: ὁ Θεός, ὁ Πόλεμος, ἡ Ἐλπίδα, ἡ Μοναξιά, ὁ Θάνατος. Ἂν προσέξουμε τοὺς τίτλους τῶν ἑνοτήτων εἶναι σὰ νὰ ἔχουμε κάποια κύμανση: ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ Θεοῦ πέφτουμε στὸν ἀδυσώπητο πόλεμο, κι ἀπ’τὴν ἀνάταση τῆς Ἐλπίδας, στὴν Μοναξιά. Γιὰ νὰ καταλήξουμε στὸν Θάνατο. Μόνο ποὺ ἡ ἑνότητα τοῦ Θανάτου κλείνει μὲ τὸ ποίημα «Ἀθανασία»:
Ἕνας λευκοντυμένος ἴσκιος τὴν ἔγδυσε
Τὴν ἔλουσε καὶ προσευχήθηκε μαζί της.
Ἦταν μόνο ἡ ἀρχὴ τοῦ δρόμου πρὸς τὴν Ἀθανασία
ὅσων περπάτησαν μὲ γενναιότητα
τοὺς γήινους λαβυρίνθους.
***