«Η γλώσσα μου εις ουδεμίαν τάξιν ανήκει»: Ο ποιητής Ηλίας Κατσόγιαννης (1887-1970)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Ας αποθέσουμε σε μια άκρη τη σοδειά
του πόνου, της πνιγμένης οιμωγής,
κι οι δυο μας γέροι,
κι έλα και πάλι, μόνοι μας, καρδιά
να πάρουμε το δρόμο της φυγής
χέρι με χέρι

Παράξενες γεωγραφίες κάνει το μυαλό σαν βγαίνεις από φαρμακείο, και ο ήλιος χάνεται κάπως σήμερα κι ίσως βρέξει, και αυτό το ίσως φέρνει μιαν εικόνα από παλιά, το φαρμακείο-εντευκτήριο του ποιητή Ηλία Κατσόγιαννη (στο τετράγωνο Βενιζέλου και Ρογκότη, δίπλα από το επίσης ιστορικό βιβλιοπωλείο “Μόλχο”), πρυτανείο λογοτεχνικών μαζώξεων, αντίστοιχο μ’ εκείνο του Πεντζίκη. Ένα φαρμακείο-πρακτορείο διακίνησης πνευματικού υλικού, αφού στο συγκεκριμένο έστελναν βιβλία οι λογοτέχνες από όλη την Ελλάδα για να τα παραλάβουν οι Θεσσαλονικείς. Εκεί επίσης στεγαζόταν άτυπα και τα γραφεία του παραρτήματος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών, κι από το εν λόγω φαρμακείο του Κατσόγιαννη ξεκίνησε και το περιοδικό Μορφές που έβγαζε ο Βασίλης Δεδούσης ‒ το φαρμακείο του Μπαρμπαλιά όπως τον αποκαλούσαν, που αν και Πελοποννήσιος, συνταγογραφήθηκε Σαλονικιός.

Ο Ηλίας Κατσόγιαννης γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου του 1887 στα Λαγκάδια της Γορτυνίας και ήταν γιος του ιεροδιδάσκαλου Πανάγου και της Ασπασίας Οικονομοπούλου. Τελείωσε το γυμνάσιο της Δημητσάνας και το 1911 αποφοίτησε από την Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών του συμμετείχε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς με το ψευδώνυμο Ηλίας Θερινός, στους οποίους κέρδιζε με τη μορφή του δημοψηφίσματος δίχως τη μεσολάβηση κριτικών επιτροπών. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους και απολύθηκε το 1922 με τον βαθμό του Λοχαγού. Το πρώτο του φαρμακείο το άνοιξε στον Πύργο Ηλείας, κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ενώ από το 1920 έζησε και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στην Θεσσαλονίκη, αρχικά επί της οδού Βουλγαροκτόνου κοντά στην πλατεία Ελευθερίας. Ως φαρμακοποιός έγινε γνωστός όταν ανακάλυψε το φάρμακο αιθερμόλη, το οποίο και παρείχε δωρεάν σε όσους θερίζονταν από την ελονοσία.

Στο αυτοβιογραφικό έργο του Βασίλη Βασιλικού Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα γίνεται αναφορά στα δύο φαρμακεία-λογοτεχνικά στέκια της πόλης, αυτό του Πεντζίκη και εκείνο του Κατσόγιαννη, και αξιολογούνται ως «Συντήρηση και πρόοδος· διαδέχονται η μία την άλλη, διότι ποιος ήταν τότε ο κάβουρας και ποιο το ζουμί του».

*

*

Υπάρχει μια ωραία αναφορά στο πρόσωπό του από την Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου (της είχε ζητήσει ο ποιητής να γράψει τον επικήδειο του, αλλά εκείνη δεν το έπραξε), αναφορά που φιλοξενείται στο βιβλίο του Τηλέμαχου Αλαβέρα που τιτλοφορείται Με τον Μπαρμπαλιά:

«Ο φαρμακοποιός, ο ποιητής δηλαδή, δεν ήταν για μένα παρά ένας αριστοκράτης με γκρίζα έως άσπρα κυματιστά μαλλιά και με ρεπούμπλικα συνήθως, ένας αριστοκράτης φερμένος από τα πλούτη μιας φυσικής και γνήσιας ευγένειας, μιας τρυφερής συμπεριφοράς και μιας μελαγχολίας η οποία άρχιζε πίσω από τα σκούρα γυαλιά του —ποτέ δεν μπόρεσα να δω τι λογής ήταν τα μάτια του— και συνεχιζόταν ως εκεί απ’ όπου αντλούσε τα λυρικά τραγούδια του. Πότε ένας ποιητής, πότε ένας πεζογράφος στο αγιασμένο στέκι του φαρμακείου, περάσματα πρωινά συνήθως, μάλλον προς το μεσημέρι οι αφίξεις-σμίξεις, «η συνοδεία των ποιητών» που θα ’λεγε και η μοναδική Ζωή Καρέλλη. Εκεί και ο ευθυτενής, κλειστός Γιώργος Θέμελης, ο αριστοκράτης Γιώργος Δέλιος, ο πανύψηλος ωραίος μυστακοφόρος Τηλέμαχος Αλαβέρας, η γλυκύτατη Χρυσάνθη Ζιτσαία, εκεί ο Παύλος Παπασιώπης, μια εκδοχή γάλλου ευπατρίδη, ο Χρήστος Ντάλιας πρόσωπο ρομαντικής ομορφιάς του περασμένου αιώνα, θεραπεύονταν θαρρείς όλοι με πνευματώδεις σχολιασμούς για πρόσωπα και πράγματα, με διαλόγους ιαματικούς. Δεν υπήρχε χώρος για καθίσματα εκεί μέσα, στιγμιαίες ανταλλαγές όλο κι όλο, σώμα με σώμα σχεδόν, έπιναν-δεν έπιναν έναν καφέ, όρθιοι, που έψηνε-δεν έψηνε πίσω απ’ τον μπερντέ η υπάλληλος-κουμπάρα Πόπη, δεξί χέρι, να πούμε, του ποιητή. Εκείνος χωμένος συνήθως στο παράπλευρο του φαρμακείου του, έμενε περίεργα σιωπηλός κι όταν ακόμα μιλούσε, παράξενα ακίνητο σώμα, ήρεμη έκφραση, σαν να είχε από καιρό μελετήσει τις ανθρώπινες συμπεριφορές κι είχε αποφασίσει για μια λιτή αλλά γεμάτη αίσθημα από τον εαυτό του ανταπόδοση. Μέσα στη γνήσια και αφειδώλευτη προσφορά του στους άλλους δεν γινόταν να μη χωρέσει και η φροντίδα του για τους νέους ποιητές.»

Σχετικά με τον χαρακτήρα του ποιητή, συνηγορεί και ο Βαφόπουλος, ο οποίος υπερτονίζει τις ισορροπιστικές του ικανότητες και τον περιγράφει ως μαέστρο που ρύθμιζε τη συμφωνική ορχήστρα των λογοτεχνών τόσο αρμονικά, ώστε να μην προκύπτουν παρατονίες και αταξίες μεταξύ των αντιπάλων: «Δεν οργιζόταν ποτέ, δεν αντιδικούσε, δεν ύψωνε τη φωνή του. Άκουγε σιωπηλός, χαμογελούσε, μιλούσε σιγανόφωνα, συμφιλίωνε τις ακρότητες, διηγιόταν έξυπνα ανέκδοτα, πάντα κυριαρχημένος από τη θυμοσοφική του διάθεση».

Το 1909 σε ηλικία 21 χρόνων —την εποχή που το έθνος χάραζε νέους δρόμους, ο Παλαμάς βρισκόταν στο απόγειό του και στην Αθήνα άνθιζε η παραδοσιακή ποίηση— εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Ηράνθέμα (άνθη του έαρος, πρωτόλεια) με μόττο «ὅστις νέος ὢν μουσῶν ἀμελεῖ καὶ τὸν παρελθόντ’ ἀπόλωλε χρόνον καὶ τὸν μέλλοντα τέθνηκε» από τον Ευριπίδη, ενώ στο προλογικό σημείωμα σχεδόν απολογείται για το θάρρος του να προχωρήσει στην έκδοση αυτής της συλλογής: « […] εδίστασα επί πολύ να προβώ εις την έκδοσιν του παρόντος, φοβούμενος την σημερινήν κριτικήν ήτις είναι το χωνευτήριον, ένθα τήκεται η πρόοδος, μη έχων όμως επί του παρόντος ανάγκην δάφνης […] η γλώσσα μου εις ουδεμίαν τάξιν ανήκει […]».

Είναι η τελευταία φορά που θα γράψει στην πατρίδα του («Λαγκάδια κατ’ Αύγουστον 1909») και η τελευταία σε γλώσσα καθαρεύουσα.

Λοιπόν πτωχά μου άσματα, πτωχά Ηράνθεμά μου
που συναπετελέσατε το πρώτον ποίημα μου,
βαδίσατε ελεύθερα κι εις τας μικράς σας πτήσεις
ζητήσατε να εύρητε επιεικείς τας κρίσεις.
Αλλ’ αν οι πρώτοι σας κριταί σας προξενήσουν σάλους,
ζητήσατε να εύρητε διά κριτάς σας άλλους,
και είπατέ τοις ευθαρσώς ανδρούντ’ οι νεανίαι,
άλλως τοις πρώτοις είπατε είναι πολλαί μανίαι.

Από εκείνη τη συλλογή ως την επόμενη, τα Αντιφεγγίσματα (1944), μεσολαβούν 35 ολόκληρα χρόνια και υπεύθυνη για τη δεύτερη έκδοση είναι η σύζυγός του, η οποία συγκέντρωσε εν αγνοία του ποιητή τα γραπτά του και τα έστειλε στον συγγραφέα Κίμωνα Λώλο, συνεργάτη της Νέας Εστίας, που τα προώθησε με τη σειρά του στο τυπογραφείο. Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη αυτή η συλλογή τραγουδά τις καθημερινές χαρές και λύπες της ζωής χωρίς στόμφο, για αυτό και «λίγο μονότονος ο τόνος», ωστόσο αυτή η λιτότητα στην έκφραση και στην αίσθηση του περιττού είναι αυτά τα στοιχεία που θα χαρακτηρίσουν και τις επόμενες συλλογές του.

Ο ουρανός φεγγοβολάει,
κι όλη σου η νιότη, δίχως έννοια
παιδιάστικα χαμογελάει
στα μάτια σου τα ζαφειρένια.

Κι αν κάτι έρθει σε μια εποχή
στον πόθο τον δικό σου ενάντια
τρέχουν τα δάκρυα σου βροχή
από πολύτιμα διαμάντια.

Κι αν της ψυχής τον ουρανό
μια μαύρη σκέψη τον σκεπάσει,
σύγνεφο καλοκαιρινό
είναι κι αυτό που θα περάσει.

Έναν χρόνο μετά τα Αντιφεγγίσματα ακολούθησε η συλλογή Με τις αλυσίδες, της οποίας η δεύτερη έκδοση περιλάμβανε και την ποιητική σειρά «Γαλάζια δειλινά» που γνώρισε εκδοτική επιτυχία, μιας και απέσπασε την έγκριση της πολιτείας για τις σχολικές βιβλιοθήκες. «Είναι ολοφάνερο πως τα ποιήματα αυτής της συλλογής γράφτηκαν κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής με τις αλυσίδες του δούλου στον λαιμό», γράφει ο ποιητής στο προλογικό σημείωμα, γι’ αυτό δεν είναι παρά το ξεχείλισμα μιας ψυχής που θέλησε να αποτυπώσει την πραγματικότητα όπως την έζησε η χώρα κάτω από την μπότα του κατακτητή. «Αυτά είναι βέβαια γνωστά για όσους έζησαν τη μαύρη εποχή της τετράχρονης σκλαβιάς», συνεχίζει, «μα εγώ πιστεύω πως η ποίηση που προέρχεται από την Πατρίδα για την Πατρίδα, έχει σκοπό να παρηγορεί, να καθοδηγεί, να εμψυχώνει τους σύγχρονους, πρέπει κατά περισσότερο λόγο ν’ αποτείνεται σ’ αυτούς που βρίσκονται στο δρόμο, στις γενιές που έρχονται και να τους υπενθυμίζει τις θυσίες που τους εξασφάλισαν την ελευθερία».

Και με βροχή και μ’ αντηλιά,
πόσα με ζώνουν κρίματα!
Σβήνει στο στόμα μου η λαλιά
και της σκλαβιάς τα κύματα
με σπρώχνουν στο χαμό μου
Ανθρώπους βλέπω σα σκυλιά,
μύρια ν’ ανοίγουν μνήματα
κι έχω σφιγμένη τη θηλιά
του δούλου στο λαιμό μου.

Αχ! Πότε θα ’ρθει εκείνη η αυγή
μες στα γλυκοχαράματα
η σκλαβωμένη τούτη γη
να λάμψει σαν και πρώτα
Κι απ’ της Ειρήνης τη πηγή
τέτοια να γίνουν θάματα
Που όλοι οι μεγάλοι ταπεινοί
απ’ την Ελλάδα την τρανή
να παίρνουνε τα φώτα…

Η ποιητική του δραστηριότητα συνεχίστηκε αμείωτη με το Τρίγλυφο (1948), συλλογή που είναι αφιερωμένη στον αδερφό του που είχε φύγει από τη ζωή («σε βλέπω να γελάς πίσω απ’ τ’ αστέρια, / όπως και τότε που ήμασταν παιδιά / και μου σπαράζεις Γιώργη την καρδιά / στον πόνο σφιχτοδένεις μου τα χέρια…») και τρία χρόνια μετά με το Τραγούδι της Αγάπης, συλλογή που περιλαμβάνει 40 άτιτλα τρίστροφα τραγούδια αφιερωμένα στη γυναίκα του. Στη συλλογή αυτή εμφανίζεται και πάλι ο Μανόλης Αναγνωστάκης συγκινημένος από τους στίχους, με γράμμα-κριτικό σημείωμα προς τον ποιητή που όμως του ζητά να μην το εμφανίσει ούτε να το δημοσιεύσει, καθότι «πρόκειται για μια πρώτη εντύπωση και όχι για μια συστηματική κριτική που δε θεωρώ τον εαυτό μου αρμόδιο να επιχειρήσω».

Αιθέρια στέκεις δίπλα μου, στάλα δροσιάς σε φυλλωσιά
καινούρια, καταπράσινη και μοσχοβολημένη
και σε θαυμάζω ευλαβικά καθώς κοιτώ στην εκκλησιά,
στου καντηλιού το τρέμουλο, την Κεχαριτωμένη.

Στο πρόσωπό σου κρούσταλλο πανώριο λάμπει η χαραυγή,
κακός οχτρός στην καταχνιά που πνίγει την ψυχή μου,
κι από το στόμα σου κυλάει σιγά, απαλά, η δροσοπηγή,
που φτάνει σα νανούρισμα γλυκό στην προσευχή μου.

Κι όπως γελάς χερουβικά, το γέλιο σου γλυκομιλεί,
σαν το πεντάμηνο παιδί στην κούνια του από μέσα
Φτεροκοπάς στα μάτια μου, χρυσόνειρο που με καλεί,
σκύβω παίρνω απ’ τα χείλη σου του κρίνου την ανέσα.

Με αφορμή την έκδοση αυτής της συλλογής, ενδιαφέρον έχει και μια σατιρική έμμετρη αφιέρωση του φίλου του ποιητή, Θεόδωρου Τσαμπάζη «στον Κατσιγιάννη τον Λια, φίλο μου από παλιά»:

Το τραγούδι της αγάπης το εδιάβασα με ζήλο
Αφού γράφτηκε από σένα τον αδελφικό μου φίλο
Τι σου ήρθε όμως Λια, να αφήσεις τις ρετσέτες;
Στα γεροντάματα φορούν παπούτσια με λαλέτες;
Άφησες τα κυνίνα σου, μπαμπάκια…Αθερμόλη
—που εχρησιμοποίησεν η οικουμένη όλη—
Άφησες το ιώδιο, τις γάζες… ρετσινόλαδο
οξυζενέ… θερμόμετρο… καλμόλ και μουρουνόλαδο
Κι αμέσως εκαβάλησες στου Πήγασου τη ράχη
κι εκάλπασες στο άπειρο… δεν σ’ έπιασε συνάχι;
Το πράγμα δε μου φάνηκε διόλου φρικαλέο…
Μήπως κι εσύ τσαμπούνιξες… ωσάν τον μπάρμπα Νιόνιο;
Πώς σου ’ρθε; Πούθε τ’ άρπαξες της ποίησης το ψώνιο;
Κι αφού υμνείς τον έρωτα σ’ όλα σου τα τραγούδια
και ομιλείς για ουρανούς, αστέρια και λουλούδια
γράφεις πως τ’ αφιέρωσες στη δόλια σου γυναίκα!
‒κι ας είχες όμως στα κρυφά, φιλεναδούλες δέκα!…

Ακολουθούν τα Δυσμικά του, η πιο πολυσυζητημένη συλλογή του ποιητή (για τον Θέμελη αποτελούν την ποιητική κορύφωση και το τέρμα του Κατσόγιαννη):  «η θλίψη στην ψυχή μου σαν κοράκι / φώλιασε απόψε μέσα στης νυκτός τα σκότη / και σηκώθει ο κουρνιαχτός / στην ερημιά του πόνου μου, γεράκι…». Έπειτα, οι Αναλαμπές του λυκόφως το 1961: «ταξίδεψα στων χιμαιρών τη διάφανη νεφέλη/ οδεύοντας νυχθημερόν σαν ποντοπόρο κύμα / κυνήγησα στον ίσκιο μου τη μυθική Σεμέλη / κι είχα πιστό μου σύντροφο των στίχων μου τη ρίμα…», ενώ πέντε χρόνια μετά εκδίδει 38 παλαιότερα αδημοσίευτα ποιήματα, τα περισσότερα με μια παιχνιδιάρικη και εύφορη διάθεση που χαροποίησαν τους κριτικούς, σε συλλογή κάτω από τον τίτλο Αργοπορημένα («στο ξανθό των μαλλιών σου το κύμα / ψαροπούλα η καρδιά μου χορεύει / κάθε τρίχα μετάξινο νήμα / πετονιάς, στην ψυχή μου ψαρεύει») και κλείνει τη συγγραφική του πορεία με το Ελληνικό, που το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει το μακροσκελές ποίημα «Με τον αγρότη».

Ο ποιητής Ηλίας Κατσόγιαννης «δεν ήταν ούτε χωρικός, ούτε εργάτης», έγραφε και πάλι η Μαρία Αγαθοπούλου. Είχε όμως μια εξαιρετική προσέγγιση της μοίρας της εργατικής τάξης γενικά, πήγαινε μαζί της σαν βάρδος, θαρρείς για να τους προστατεύει, να τους παρηγορεί και να τους δικαιώνει. Πιστός κι εδώ στον παραδοσιακό ομοιοκατάληκτο στίχο, ο ποιητής δεν θέλησε ποτέ να μοντερνίσει στη γραφή του.

Όπως σημειώνει ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου, αντίθετα με το πνεύμα της εποχής που όλα τα έχει αλλάξει στη πεζογραφία και την ποίηση αναφορικά με τη μορφή, τη σκέψη και την έκφραση, αυτός εξακολούθησε να σκέφτεται και να γράφει με το πνεύμα της εποχής της ηλικίας του. Του ήταν αδύνατον ν’ αλλάξει τεχνοτροπία, αφού άλλωστε πίστευε πως δεν υπάρχει παλιό και μοντέρνο, υπάρχει μόνο καλό.

Βλέπω την όμορφη ξανθιά,
ορθόστηθη, ψηλή ξωθιά
με τ’ άρματα ζωσμένη,
ν’ αλλάζει χίλιες δυο μορφές,
μπαρουτοκαπνισμένη
με δελφινιού τσακίσματα
σαν τον Χριστό ξυπόλητη
να περπατά στα κύματα
Και με του μίσους τη φωτιά
στα μάτια και στο χνώτο της,
ευκίνητη σαν γλάρος,
να καίει το στόλο της Τουρκιάς
με το μικρό μπουρλότο της,
εκδικητής και χάρος.

Δε το θυμούμαι και καλά
μικρό παιδάκι στο σχολειό,
όταν την πρωτογνώρισα,
αν ήμουνα στην ήβη,
μα μέσα μου τη στόρησα
μ’ ένα καυτό μολύβι.
Και σα μεγάλο θησαυρό
μες στην ψυχή μου την κρατώ
και στην καρδιά μου πάνω,
καμάρι και χαρά κρυφή,
θρησκεία, μάνα κι αδερφή
ωσότου να πεθάνω.

«Θα μου αντιτάξει κανείς πως σήμερα βρισκόμαστε στην εποχή του ατόμου και της προόδου. Το ξέρω. Βλέπω κι εγώ την οργιώδη βλάστηση της επιστήμης και των τεχνών αλλά χωρίς άγχος και φόβο. Τα βρίσκω όλα φυσικά και αναπόφευκτα. Θαυμάζω κι εγώ τις επιτυχίες των σημερινών ανθρώπων που θα τις καταρρίψουν οι επερχόμενες γενιές ανεβάζοντας το σημερινό τους επίπεδο υψηλότερα. Αι γνώσαις πληθυνθήσονται».

Τα 60 χρόνια παρουσίας του Κατσόγιαννη στα ποιητικά πράγματα γιορτάστηκαν σε εκδήλωση που έλαβε χώρα στα τέλη Μαΐου του ’69, αλλά ο ποιητής δεν παραβρέθηκε όχι μόνο λόγω ασθενείας αλλά και λόγω συστολής. Πέθανε μέσα Απρίλη, έναν χρόνο αργότερα, σε ηλικία 83 χρονών —αν και μακριά από τη γη που γεννήθηκε· η σχέση του με το χώμα ήταν πάντα σχέση μνήμης, άρρηκτος δεσμός σαν άκοπος ομφάλιος λώρος του ποιητή, φυσικώ τω λόγω, εφόσον οι καταβολές του έρχονταν από τα Λαγκάδια—, στο σπίτι του επί της οδού Αγίας Θεοδώρας στην Θεσσαλονίκη.

«Τον κάμπο να κοιτάς της Έδεσσας / Κόμπος να δένεται η ψυχή σου / Σαν να κοιτάζεις μέσα σ’ έκσταση / Κάποια γωνιά του παραδείσου». Ίσως και μέσα εκεί στο πατάρι του που σκευάσματα σώματος και ψυχής ήταν συγκοινωνούντα δοχεία —κι ας πέφτει χιονόνερο στον απόμερο τοίχο πάλι—, εκεί σε τραβάει το πράσινο το σμαραγδί, η γοητεία της ζωής σ’ αντιδικία με το άλλο, κι όλα γαλάζια απάνω σου και γύρω σου και κάπου.

Κάνε κουράγιο. Φτάνουμε στο ξάγναντο
Μικρούλα μια καμπή μας έχει μείνει
Η κωμωδία στο φινάλε βρίσκεται
Κοίταξε την αυλαία π’ αργοκλείνει

 


Πηγές – Αναφορές

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Η Αυγή (26.8.2012).
Τηλέμαχος Αλαβέρας, Με τον Μπαρμπαλιά, Θεσσαλονίκη, Ιανός, 1999.
Γ. Θ. Βαφόπουλος, «Η παρουσία του Κατσόγιαννη», Νέα Πορεία (Μάρτιος-Μάιος 1970).
Ηλίας Κατσόγιαννης, «Sonnetto (I)», Νέα Πορεία 4, 35-36 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1958).
Χαρά Συμεωνίδου, Η κριτική πρόσληψη του έργου του ποιητή Ηλία Π. Κατσόγιαννη, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, 2011.

*

*

*