*
Προλόγισμα-Μετάφραση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
* ~ *
Ἑκατὸ χρόνια πίσω, τὸ 1924, ὁ Πάμπλο Νερούδα ἐκδίδει σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν, ἀπ’ τὶς Ἐκδόσεις Nascimento, τὸ ἐμβληματικὸ Veinte poemas de amor y una canción desesperada. Εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του δουλειά. Ἔχει προηγηθεῖ, μόλις ἕναν χρόνο πρίν, τὸ Crepusculario ἀπ’ τὶς Ἐκδόσεις Claridad (γιὰ τὴν ἔκδοση τοῦ ὁποίου, σύμφωνα μὲ τὸν ἀστικὸ μύθο, ὁ Νερούδα πουλάει μέχρι καὶ τὸ χρυσὸ ρολόι ποὺ τοῦ δώρισε ὁ πατέρας του). Ἡ κριτικὴ δὲν ἀγκαλιάζει ἀμέσως τὸ ἔργο. Μάλιστα ὁ Νερούδα ἀρθρογραφεῖ σχετικὰ ὑπερασπιζόμενος τοὺς στίχους του. Τὸ 1932 κυκλοφορεῖ ἡ δεύτερη ἔκδοση μὲ κάποιες ἀλλαγές. Αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ τὴν ὁριστικὴ μορφὴ τῆς συλλογῆς ἡ ἀποδοχὴ τῆς ὁποίας, ἀπ’ τὸ παγκόσμιο ἀναγνωστικὸ κοινό, ὑπῆρξε ἐνθουσιώδης (μόνο στὴν ἱσπανικὴ γλώσσα, μέχρι τὸ 1973, ϑὰ πωληθοῦν περισσότερα ἀπὸ δύο ἑκατομμύρια ἀντίτυπα καὶ τὸ 1976 ἡ ϕωνὴ τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς, ἡ Μερσέδες Σόσα, ϑὰ τραγουδήσει τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν XV ὑπὸ ἀντίξοες πολιτικὲς συνθῆκες). Τὴν ἀπήχηση τοῦ ἔργου οὔτε ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει, παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς ἀναλύσεις· ὅπως γιὰ παράδειγμα ὅτι στὰ ποιήματα ἐνυπάρχουν δύο ἱστορίες ἀγάπης: ἡ ἐφηβικὴ τῆς ἐπαρχίας καὶ ἡ ὡριμότερη, ἡ ϕοιτητική, τῆς μεγαλούπολης (ἡ Μαρισόλ καὶ ἡ Μαρισόμπρα) — λεπτομέρειες ποὺ προσθέτουν πολλὰ ἀλλὰ μᾶλλον τίποτα προκειμένου κανεὶς ν’ ἀπολαύσει τὸ ἔργο.
Διαβάζοντας τὰ ποιήματα ἀναδύεται ἡ αἴσθηση τοῦ «ἀπέλπιδου», τοῦ «ἀνεκπλήρωτου», τοῦ «τέλους» ὄχι ὅμως ὡς ἀδιέξοδο ἀλλὰ ὡς ζώπυρο χαρμόσυνης ἀφετηρίας. Στίχοι πηγαῖοι ἀφιερωμένοι στὸν πηγαῖο ἔρωτα, τὸν ἰδεατό. Τὸν ἔρωτα ποὺ εἶναι καταδικασμένος νὰ συντριβεῖ κάτω ἀπ’ τὸ ϐάρος του καὶ ἐπακόλουθα νὰ γεννήσει —μέσα ἀπὸ ἕνα λυρικὸ Bing Bang— τοὺς γαλαξίες καὶ τ’ ἀστέρια στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Δ. Ἀ.
Πρωτοχρονιὰ 2025
Ἀπ’ ὅσο γνωρίζω, στὴν ἑλληνικὴ ἀγορὰ κυκλοφοροῦν οἱ ἑξῆς πλήρεις μεταφράσεις —οἱ ὁποῖες καὶ μὲ ϐοήθησαν νὰ ξεπεράσω, οὐκ ὀλίγες ϕορές, ποικίλα μεταφραστικὰ ἐμπόδια: τῆς Δανάης Στρατηγοπούλου (Μετρονόμος 2023 & Νέοι Ἄνθρωποι 1973), τοῦ Βασίλη Λαλιώτη (Ἱδεόγραμμα 2004 & Bibliothèque 2023) καὶ τοῦ Γιώργου Κεντρωτῆ (Τυπωθήτω, 2006). Τέλος, mil gracias στὴ ϕιλόλογο Φαίη Κακαβᾶ γιὰ τὶς πολύτιμες ἐπισημάνσεις της. Ὁ ρόλος της ὑπῆρξε καταλυτικός. Σ’ ευχαριστῶ, Φαίη!
*
*
ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
[ 1 ]
Σῶμα γυναίκας —λόφοι λευκοί, λευκοὶ μηροί!—
μοιάζεις τοῦ Κόσμου καθὼς παραδίνεσαι.
Τὸ σῶμα μου, σῶμα ἀγριεμένου ἐργάτη, σὲ σκάβει
ἀναβλύζοντας τὸ παιδὶ ἀπ’ τὴν ἄβυσσο τῆς γῆς.
Ἕνας δρόμος ἔρημος ἤμουν. Τὰ πουλιὰ μὲ ἀπέφευγαν
καὶ ἡ πανίσχυρη νύχτα εἰσέβαλλε ϐαθιά μου.
Γιὰ νὰ ἐπιζήσω σὲ σφυρηλάτησα ἀσπίδα
ϐέλος γιὰ τὸ τόξο μου γιὰ τὴ σφεντόνα μου πέτρα.
Μὰ ἡ ὥρα τῆς ἐκδίκησης ἔφθασε καὶ σ’ ἀγαπῶ.
Σῶμα ἀπὸ χνούδι, ϐρύα καὶ ἀχόρταγο γάλα σφιχτό
ὢ κρασοπότηρα τοῦ στήθους, ὢ μάτια τῆς ἀπουσίας
ὢ ρόδα τοῦ ἐφηβαίου, ὢ χαμηλὴ τῆς ϕωνῆς σου ϑλίψη!
Σῶμα δικῆς μου γυναίκας, ἐπιμένω ἐσαεὶ στὴ χάρη σου ―
δίψα μου πόθε ἀτέλειωτε καὶ ἀβέβαιό μου μονοπάτι!
Ποτάμι σκοτεινὸ ὅπου ἡ δίψα αἰώνια ϑὰ κυλάει
ὅπως κυλάει ἡ κούραση καὶ ὁ ἄπειρος πόνος.
[ 2 ]
Στὴν τρεμάμενή του ϕλόγα τὸ ϕῶς σὲ περιελίσσει.
Ἀφομοιωμένη καὶ χλωμὴ ϑρηνῶντας
ἀπέναντι ἀπὸ ἕλικες παλιὲς τοῦ δειλινοῦ
ποὺ στροβιλίζεται ὁλόγυρά σου.
Χωρὶς ϕωνή, ἀγαπημένη, μόνη
στὴ μοναξιὰ τούτης τῆς ὥρας τοῦ ϑανάτου
τῆς γεμάτης ἀπὸ πύρινες ζωές ―
κληρονόμος νόμιμος μιᾶς ἀφανισμένης μέρας.
Ὁ ἥλιος ρίχνει ἕνα τσαμπὶ στὸ μαῦρο σου ϕόρεμα.
Τῆς νύχτας οἱ πελώριες ρίζες
ἁπλώνουν ἔξαφνα στὴν ψυχή σου
ἐπιστρέφοντας ὅ,τι κράταγες μέσα σου κρυφὸ
στὸ ϕῶς — ἕνας κόσμος γαλανόλευκος
γεννημένος μόλις ποὺ ἀναϑρέφεις.
Ὢ μεγαλόπρεπη, γόνιμη καὶ μαγνητικὴ σκλάβα
κύκλου μελανόχρυσου τὸ γύρισμα ποὺ ἀνεβοκατεβαίνει:
σήκω, στήσου καὶ ζωντάνεψε τὸ πλάσμα
μὲ τὰ παραδομένα ἄνθη καὶ τὴν ἄμετρη λύπη.
[ 3 ]
Ὤ, ἀπειροσύνη τῶν πεύκων καὶ ϑραῦσις τῶν κυμάτων
ἀργὸ παιγνίδισμα τῶν ϕώτων, ἔρημο καμπαναριὸ
δειλινὸ ποὺ πέφτει στὰ μάτια σου, κόρη
στεριᾶς κοχύλι ὅπου ἡ γῆ μέσα σου τραγουδάει!
Μέσα σου τραγουδοῦν τὰ ποτάμια καὶ ἡ ψυχή μου
ϕεύγει μαζί τους χάνεται ὅπου πεῖς ἐσύ, ἐσὺ ὅπου ϑέλεις.
Χάραξέ μου τὸν δρόμο μὲ τὸ τόξο τῶν ἐλπίδων σου
γιὰ νὰ ρίξω μανικὰ ἕναν ἑσμὸ ἀπὸ ϐέλη.
Γύρω μου ἡ ὁμιχλώδης σου μέση
ἡ σιωπή σου κυνηγῶντας τὶς ϕευγαλέες μου ὧρες
ἐσύ, μὲ τὰ πέτρινα χέρια καὶ διάφανη
ὅπου ἀράζουν τὰ ϕιλιὰ κι οἱ πόθοι μου ὑγροὶ ϕωλιάζουν.
Ὤ, τὸ αἴνιγμα τῆς ϕωνῆς σου ποὺ ὁ ἔρωτας χρωματίζει
τὸ λυγίζει στὸ σούρουπο καθὼς σβήνει ἀντηχῶντας.
Ἔτσι λυγίζουν καὶ τὶς πιὸ κρυφὲς ὧρες στὸν κάμπο
τὰ στάχυα —τό ’χω δεῖ!— ἀπ’ τὴν πνοὴ τοῦ ἀνέμου.
[ 4 ]
Τὰ πρωινὰ εἶναι ϕορτωμένα καταιγίδες
μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ ϑέρους.
Σὰν μαντήλι ἀποχαιρετισμοῦ εἶναι τὰ σύννεφα, λευκό ―
τὸ κουνάει ὁ ταξιδιάρης ἄνεμος στὰ χέρια.
Ἄπειρη καρδιὰ τοῦ ἀνέμου
πάλλοντας στὴ σιωπὴ τοῦ ἔρωτά μας!
Ὀρχηστρικὰ καὶ ϑεϊκὰ ϐουίζοντας στὰ δέντρα
σὰν γλώσσα ϕορτωμένη μὲ τραγούδια καὶ πολέμους.
Ἄνεμος ποὺ παίρνει ξαφνικὰ τὰ σωριασμένα ϕύλλα,
ἐκτρέπει τὰ παλλόμενα ϐέλη τῶν πουλιῶν.
Ἄνεμος ποὺ τὰ συντρίβει σὲ κύματα χωρὶς ἀφρὸ
σὲ σῶμα χωρὶς μάζα, σὲ κεκλιμένες ϕωτιές.
Χτυπιοῦνται, σπᾶνε, χύνουνται πλῆθος τὰ ϕιλιὰ
στὴν πύλη τοῦ ϑερινοῦ ἀνέμου.
[ 5 ]
Προκειμένου νὰ μὲ ἀκοῦς
τὰ λόγια μου, συχνὰ
χάνουν ϐάρος ἀλαφρώνουν
σὰν τὰ χνάρια τῶν γλάρων στὴν ἄμμο.
Περιδέραιο μεθυσμένο
γιὰ τ’ ἁπαλὰ σὰν ἁγιόκλημά σου χέρια.
Καὶ ϐλέπω τὰ λόγια μου νὰ ξεμακραίνουν,
ἀκόμη περισσότερο τὰ δικά σου.
Σὰν κισσὸς ἀναρριχῶνται στὸν παλιό μου πόνο.
Ἔτσι ἀναρριχῶνται καὶ στοὺς κάθυγρους τοίχους,
ϕταίχτρα ἐσὺ γιὰ τὸ αἱμάτινο αὐτὸ παιχνίδι.
Ἔχουν δραπετεύσει ἀπ’ τὴ σκοτεινή μου ϕωλιά ―
ἐσὺ πληροῖς τὰ πάντα, τὰ πάντα ἐσύ!
Πρὶν ἀπὸ σένα κατοικοῦσαν ἐκεῖνα τὴ μοναξιά μου,
ἐξοικειωμένα καλύτερα μὲ τὴ ϑλίψη μου.
Τώρα, ϑέλω νὰ ποῦν ὅ,τι ϑέλω νὰ σοῦ πῶ ἐγὼ
προκειμένου νὰ τ’ ἀκοῦς ὅπως ϑέλω νὰ μὲ ἀκοῦς ἐσύ.
Μὰ ὁ ἄνεμος τῆς ὀδύνης τὰ σκορπάει
καὶ ἡ ϑύελλα τῶν ὀνείρων συχνὰ τ’ ἀνακατεύει,
ὁπότε ἀκοῦς ἄλλες ϕωνὲς μὲς στὴν ἐπώδυνη ϕωνή μου ―
ϑρῆνος ἀπὸ ἀρχαῖα στόματα, αἷμα ἀπὸ ἀρχαῖες ἱκεσίες.
Νὰ μ’ ἀγαπᾶς λοιπόν, συντρόφισσα· μὴ μ’ ἐγκαταλείπεις.
Ἔλα, ἔλα μαζί μου πάνω στὸ κύμα τῆς ὀδύνης.
Γιατὶ τὰ λόγια μου χρωματίζονται ἀπ’ τὴν ἀγάπη σου ―
ἐσὺ πληροῖς τὰ πάντα, τὰ πάντα ἐσύ!
Ἀπ’ τὰ πάντα περιδέραιο ἄπειρο ϑὰ ϕτιάξω
γιὰ τὰ λευκά σου χέρια, ἁπαλὰ σὰν ἁγιόκλημα.
[ 6 ]
Θυμᾶμαι πῶς ἤσουν τὸ περασμένο ϕθινόπωρο ―
γκρὶ μπερὲς καὶ ξέγνοιαστη καρδιά.
Στὰ μάτια σου παλεύαν οἱ ϕωτιὲς τοῦ δειλινοῦ
καὶ τὰ ϕύλλα πέφταν στῆς ψυχῆς σου τὰ νερά.
Τυλιγμένη πάνω μου σὰν ϐουκαμβίλια
τὰ ϕύλλα μάζευαν τὴν ἤρεμη, ἀργή σου ϕωνή.
Πυρὰ μιᾶς ἔκστασης ὅπου ’ϕλέγετο ἡ δίψα μου ―
γαλανόγλυκε ὑάκινθε, τυλιγμένε στὴν ψυχή!
Ἡ ματιά σου ταξιδεύει, μακριὰ εἶναι τὸ ϕθινόπωρο
τὸ ϐλέπω· γκρὶ μπερές, ϕωνὴ πουλιοῦ, σπιτικὴ καρδιὰ
ὅπου οἱ λαχτάρες μου οἱ κρυφὲς ἀποδημοῦσαν
καὶ κατακάθονταν σὰν στάχτη, περίχαρα, τὰ ϕιλιά.
Οὐρανὲ τῶν πλοίων, λιβάδι τῶν λόφων
ϕῶς, καπνός εἰναι ἀτάραχη λίμνη ἡ ϑύμησή σου!
Πέρα ἀπὸ τὰ μάτια σου τὰ δειλινὰ ἁρπάζουνε ϕωτιά.
Φύλλα ξερὰ τοῦ ϕθινοπώρου στροβιλίζονται στὴν ψυχή σου.
[ 7 ]
Γερμένος στὸ ἀπόγεμα ρίχνω τὰ ϑλιμμένα μου δίχτυα
στὰ ὠκεάνιά σου μάτια.
Ἐκεῖ, σὲ μιὰ ϑεόρατη πυρά, ϕουντώνει ἡ μοναξιά μου
κουνάει τὰ χέρια της σὰν ναυαγός.
Πορφυρὸ στέλνω σινιάλο στὴν ἀφηρημένη σου ματιὰ
ποὺ σκάει σὰν τὸ κύμα στὴ ρηγμίνα ἑνὸς ϕάρου.
Φυλᾶς τὰ ἐρέβη, ἀπόμακρό μου ϑηλυκό,
κι ἀπ’ τὸ ϐλέμμα σου ϕορὲς προβάλλει ἡ ἀκτὴ τοῦ τρόμου.
Γερμένος στὸ ἀπόγεμα πετάω τὰ ϑλιμμένα μου δίχτυα
στὴ ϑάλασσα ποὺ πνίγει τὰ ὠκεάνιά σου μάτια.
Τὰ νυχτοπούλια τσιμπολογοῦν τὰ πρῶτα ἀστέρια τ’ οὐρανοῦ
ποὺ λάμπουν ὅπως ἡ ψυχή μου ὅταν σ’ ἀγαπάω.
Ἡ νύχτα καλπάζει στὸ μαῦρο της ἄλογο
σκορπῶντας γαλάζια στάχυα σὲ ὅλον τὸν κάμπο.
[ 8 ]
Μέλισσα λευκή, μελιτομεθυσμένη, ϐουίζεις στὴν ψυχή μου
περιελίσσεσαι ἀργὰ σὲ δαχτυλίδια καπνοῦ.
Εἶμαι ὁ ἀπεγνωσμένος, ἡ λέξη χωρὶς ἦχο
αὐτὸς ποὺ τά ’χασε ὅλα, αὐτὸς ποὺ τὰ κατεῖχε ὅλα.
Στερνό μου ἀγκυροβόλιο, μέσα σου τρίζει ἡ στερνὴ ταραχή μου.
Εἶσαι τὸ στερνὸ ρόδο στὴν ἔρημη γῆ μου.
Ὤ, σιωπηλὴ ἐσύ!
Κλεῖσε τὰ ϐαθιά σου μάτια. Ἐκεῖ ϕτερουγίζει ἡ νύχτα.
Γδύσε τὸ σῶμα σου, τὸ τρομαγμένο ἄγαλμα.
Ἔχεις μάτια ϐαθιὰ ὅπου ἡ νύχτα ἀναμιγνύει
χέρια ὁλάνθιστα δροσερὰ καὶ γόνατα γεμάτα ρόδα.
Τὰ στήθη σου δύο κατάλευκα ὄστρακα.
Στὴν κοιλιά σου ξεκουράζεται ἡ σκιὰ μιᾶς πεταλούδας.
Ὤ, σιωπηλὴ ἐσύ!
Νά κι ἡ μοναξιὰ ἀπ’ τὴν ὁποίαν ἀπέχεις· ϐρέχει.
Ὁ ἀέρας τῆς ϑάλασσας κυνηγάει πλανώμενους γλάρους.
Τὸ νερὸ κυλᾶ ξυπόλητο στοὺς ϐρεγμένους δρόμους
καὶ τὰ ϕύλλα κείνου τοῦ δέντρου, σὰν ἄρρωστοι, ϐογκοῦν.
Μέλισσα λευκή, ἂν καὶ ἀποῦσα ϐουίζεις στὴν ψυχή μου
διαρκῶς ξαναγεννημένη, κομψὴ καὶ σιωπηλή.
Ὤ, σιωπηλὴ ἐσύ!
[ 9 ]
Μὲ ρετσίνι μεθυσμένος καὶ μακρὰ ϕιλιὰ
ὁδηγῶ κατακαλόκαιρο τὴ ϕελούκα τῶν ρόδων ―
στραμμένος πρὸς τὸν ϑάνατο τῆς λυγερῆς ἡμέρας,
ϑεμελιωμένος σταθερὰ στὴ ϑαλάσσια μανία.
Χλωμὸς καὶ δέσμιος τῶν ἀχόρταγων νερῶν
στὴ ϐαρειὰ πορεύομαι ὀσμὴ ἑνὸς ξάστερου κλίματος,
ϕορῶντας ἀκόμα τοὺς πικρούς, σκοτεινοὺς ἤχους
κι ἕνα ϑλιμμένο οἰκόσημο ἀπὸ ξεχασμένο ἀφρό.
Σκληρὸς ἀπὸ τὰ πάθη, ἱππεύω τὸ ἰδιαίτερό μου κύμα
ἡλιακὸς-σεληνιακός, κρύος-καυτός, αἰφνίδιος
ξαπλώνοντας στὸν αὐχένα τῶν μακάριων νησιῶν
τῶν λευκῶν καὶ ἁπαλῶν σὰν δροσεροὶ μηροί.
Στὴ νοτισμένη νύχτα τὰ ροῦχα μου ἀπὸ ϕιλιὰ
τρέμουν παράφορα ϕορτίζονται μὲ ἠλεκτρικὲς κινήσεις
χωρισμένα, γενναῖα, σὲ ὄνειρα καὶ ρόδα
ἐκκενώνοντας τὴ δυνατὴ μέθη τους πάνω μου.
Στὸ πέλαγο, καταμεσὴς τῶν ἀνοιχτῶν κυμάτων,
τὸ παράλληλο σῶμα σου κρατιέται ἀπὸ τὰ χέρια μου
σὰν ψάρι κολλημένο γιὰ πάντα στὴν ψυχή μου ―
γρήγορο καὶ ἀργὸ στὴν οὐράνια ἐπενέργεια.
[ 10 ]
Πῶς χάσαμε κι αὐτὸ τὸ δειλινό!
Κανένας δὲν μᾶς εἶδε πιασμένους χέρι-χέρι
καθὼς ἡ νύχτα σκέπαζε γαλάζια τὴν Οἰκουμένη.
Ἀπ’ τὸ παράθυρό μου εἶδα τὴ μακρινὴ γιορτὴ
τῆς δύσης πέρα στοὺς λόφους.
Στὰ χέρια μου, συχνά, ἕνα κομμάτι ἀπὸ ἥλιο
σὰν νόμισμα παίρνοντας ϕωτιά.
Σὲ σκεφτόμουν μὲ τὴν καρδιὰ σφιχτὴ
ἀπὸ κείνη τὴ λύπη ποὺ ξέρεις ὅτι μὲ ὁρίζει.
Λοιπόν, ποῦ ἤσουν;
Ποιός ἄλλος ἦταν ἐκεῖ;
Τί λέγατε;
Γιατί μὲ κυριεύει ξαφνικὰ ὁ ἔρωτας
ὅταν νιώθω λυπημένος, ὅταν σὲ νιώθω μακριά;
Ἔπεσε καὶ τὸ ϐιβλίο ποὺ διάβαζα τὸ δείλι ―
σὰν πληγωμένο σκυλὶ στὰ πόδια μου κύλησε τὸ παλτό.
Κι ἐσὺ ϕεύγεις, ὅλο ϕεύγεις ἐσὺ τὰ ϐράδια
στὰ μέρη ὅπου πάει τὸ δειλινὸ σβήνοντας τ’ ἀγάλματα.
[ 11 ]
Λίγο πάνω ἀπ’ τὸ στερέωμα, μεταξὺ δύο ϐουνῶν,
ἀγκυροβόλησε τὸ μισοφέγγαρο ―
ἡ πλανώμενη νύχτα ποὺ ϑάβει τὰ μάτια.
Πόσα ἀστέρια νὰ ϑρυμματίζονται στὴ λίμνη!
Χαράσσει τὸν σταυρὸ τοῦ πένθους στὸ μέτωπό μου καὶ ϕεύγει.
Σφυρηλατῶντας γαλάζια μέταλλα, νύχτες σιγηρῶν μαχῶν
ἡ καρδιά μου σὰν τρελὴ σβούρα γυρίζει.
Κορίτσι ἐρχόμενο ἀπὸ μακριά, ϕερμένο ἀπὸ μακριά,
μὲ τὸ ϐλέμμα της ϕορὲς νὰ λάμπει κάτω ἀπ’ τὸ στερέωμα.
Σὰν στρόβιλος, παράπονο, ϑύελλας ὀργὴ
περνάει ἀπ’ τὴν καρδιά μου χωρὶς σταματημό.
Ἄνεμε ἐπιτάφιε· ϕέρε, σπάσε, σκόρπα τὶς νυσταγμένες σου ρίζες
ξερίζωσε τὰ ψηλὰ δέντρα πού ’ναι στὴ μεριά της.
Γιατὶ ἐσύ, τῆς αἰθρίας κορίτσι, στάχυ κι ὀμιχλώδης ἐρώτηση
ἤσουν αὐτὴ ποὺ ἔπλασε τὸν ἄνεμο μὲ πάμφωτα ϕύλλα.
Πίσω ἀπ’ τὰ ϐουνὰ τῆς νύχτας —ὤ, λευκὲ κρίνε τῆς ϕωτιᾶς!—
τί νὰ πῶ… Ἦταν τὰ πάντα σὲ ἕνα.
Ἀγωνία μου ποὺ σχίζεις τὸ στῆθος μὲ τὸ μαχαίρι
καιρὸς νὰ πάρουμε ἄλλον δρόμο, ὅπου ἐκείνη δὲν χαμογελᾶ.
Θύελλα ποὺ ϑάβεις τὶς καμπάνες, ϑολὲ ξεσηκωμὲ τῶν καταιγίδων
γιατί νὰ τὴν ἀγγίξουμε γιατί νὰ τὴ λυπήσουμε τώρα;
Ἄ, νὰ παίρνεις τὸν δρόμο ποὺ ξεμακραίνει ἀπὸ παντοῦ
ἔνθα οὐκ ἔστι ἀγωνία, οὐ ϑάνατος, οὐ χειμὼν
ἀπ’ τὰ μάτια της τὰ ὁλάνοιχτα στὴν πρωινὴ πάχνη.
[ 12 ]
Γιὰ τὴν καρδιά μου τὸ στῆθος σου ἀρκεῖ,
γιὰ τὴν ἐλευθερία σου ἀρκοῦν τὰ ϕτερά μου.
Ἀπ’ τὸ στόμα μου ἴσαμε τὸν οὐρανὸ
ψηλὰ ϑὰ ϕτάσει ὅ,τι κοιμόταν στὴν ψυχή σου.
Μέσα σου ἡ προσμονὴ τῆς κάθε μέρας.
Φτάνεις ὅπως ἡ δροσιὰ στὰ πέταλα τοῦ ἄνθους.
Φθείρεις τὸν ὁρίζοντα μὲ τὴν ἀπουσία σου
σὰν τὸ κύμα, αἰωνίως, σὲ κατάσταση ϕυγῆς.
Τραγουδοῦσες στὸν ἄνεμο ὅπως τὰ πεῦκα
ὅπως τὰ κατάρτια — ἔτσι λέω.
Ὀλιγόλογη καὶ ψηλὴ σὰν πεῦκο, σὰν κατάρτι
ϑλίβεσαι μὲ μιᾶς σὰν τὰ ταξίδια.
Καταδεκτικὴ σὰν παλιὸ μονοπάτι
σὲ κατοικοῦν ϕωνὲς νοσταλγικὲς καὶ ἀντηχήσεις.
Συχνά, ξυπνάω καὶ μεταναστεύουνε πουλιὰ
ποὺ κοιμοῦνταν στὴν ψυχή σου.
[ 13 ]
Μὲ πύρινους σταυροὺς ξεκίνησα νὰ χαράσσω
τὸν λευκὸ χάρτη τοῦ κορμιοῦ σου.
Τὸ στόμα μου σὰν μυρμήγκι τὸ διατρέχει στὰ κρυφὰ
μέσα σου πίσω σου, ϕοβισμένο, διψασμένο.
Ἱστορίες ψιθυρίζοντας στὴν ὄχθη τοῦ δειλινοῦ, καλή μου
ϑλιμμένη καὶ γλυκειά, μήπως πάψεις νὰ λυπᾶσαι ―
κύκνοι, δέντρα ἢ κάτι μακρινὸ κι εὐχάριστο
σὰν τὸν καιρὸ τῶν σταφυλιῶν, τὸν καρπερὸ καὶ ὥριμο.
Ἐγὼ ποὺ ζοῦσα σὲ λιμάνι ὅταν σὲ ἀγάπησα…
Ἡ μοναξιὰ ναυπηγημένη ἀπὸ σιωπὴ καὶ ὄνειρα
μὲ στρίμωχνε μεταξὺ ϑάλασσας καὶ λύπης
μεταξὺ ἀκίνητων γονδολιέρων, ἀμίλητο, ἀλλόφρονα.
Ἀπ’ τὰ χείλη μέχρι τὴ ϕωνὴ κάτι πάντοτε πεθαίνει.
Κάτι ἀπὸ ϕτερὰ πουλιῶν, ἀπὸ ἀγωνία καὶ λήθη
σὰν δίχτυ ποὺ δὲν κρατάει τὸ νερό,
μετὰ ϐίας μόλις λίγες στάλες ποὺ τρέμουν.
Κι ὅμως, καλή μου, κάτι μένει στὰ ϕευγαλέα τοῦτα λόγια
κάτι ποὺ τραγουδᾶ κι ὑψώνεται μέχρι τὸ ἀχόρταγό μου στόμα.
Ὤ, νὰ μποροῦσα νὰ σὲ ὑμνήσω μὲ κάθε λέξη χαρᾶς
νὰ τραγουδήσω, νὰ καῶ, νὰ ξεχυθῶ σὰν καμπαναριὸ στὰ χέρια ἑνὸς τρελοῦ.
Θλιμμένη μου στοργή, τί σοῦ συμβαίνει;
Φτάνοντας στὴν πιὸ παράτολμη καὶ κρύα σου κορυφὴ
ἡ καρδιά μου κλείνει σὰν νυχτερινὸ λουλούδι.
[ 14 ]
Κάθε μέρα παίζεις μὲ τὸ ϕῶς τοῦ σύμπαντος,
ἐπισκέπτρια σεμνὴ ϕτάνοντας στὸ νερό, στὸ λουλούδι.
Εἶσαι κάτι παραπάνω ἀπ’ τὸ ἄσπρο κεφάλι
ποὺ κρατῶ στὰ χέρια, σὰν μικρὸ τσαμπί, κάθε μέρα.
Ἀπὸ τότε ποὺ σὲ ἀγάπησα δὲν μοιάζεις μὲ κανέναν ―
ἄσε με νὰ σὲ ντύσω μὲ κίτρινα στεφάνια.
Ποιός γράφει τ’ ὄνομά σου μὲ αἰθέρια γράμματα στ’ ἀστέρια τοῦ νότου;
Ὤ, ϑέλω νὰ σὲ ϑυμᾶμαι —ἄσε με!— ὅπως ἤσουν ὅταν δὲν ὑπῆρχες.
Ξάφνου, ὁ ἄνεμος ἀλυχτᾶ χτυπᾶ τὸ κλειστό μου παράθυρο.
Ὁ οὐρανὸς σὰν δίχτυ γέμει ἀπὸ κατάμαυρα ψάρια.
Ἐδῶ συναντιοῦνται οἱ ἀέρηδες, ὅλοι.
Ἡ ϐροχὴ πετάει τὰ ροῦχα της.
Τὰ πουλιὰ περνοῦν, ϕεύγουν ―
ὁ ἄνεμος, ὁ ἄνεμος!
Ἐγώ, τὴ ϐία τῶν ἀνθρώπων ξέρω μόνο νὰ παλεύω.
Φύλλα σκοτεινὰ στροβιλίζει ἡ καταιγίδα
λύνοντας τὰ καΐκια ποὺ δέσανε χθὲς ϐράδυ στὸν οὐρανό.
Ἐσὺ ϐρίσκεσαι ἐδῶ· δὲν ϕεύγεις,
νὰ μοῦ ἀπαντᾶς μέχρι τὴν ὕστατη κραυγή.
Σφίξου πάνω μου σὰν ϕοβισμένη
ἂν καί, κάποτε, μιὰ παράξενη σκιὰ διέτρεξε τὴ ματιά σου.
Τώρα, μικρή μου, ἀκόμη καὶ τώρα μοῦ ϕέρνεις ἁγιόκλημα
ἔχοντας μέχρι καὶ τὰ στήθη εὐωδιασμένα.
Καθὼς ὁ ϑλιμμένος ἄνεμος ὁρμᾶ νὰ δρέψει πεταλοῦδες
ἐγὼ σ’ ἀγαπῶ κι ἡ χαρά μου δαγκώνει τὸ δαμάσκηνό σου στόμα.
Πόσο ϑὰ σὲ πόνεσε νὰ μὲ συνηθίσεις,
τὴ δόλια μου ψυχὴ τὴν ἄγρια, τ’ ὄνομά μου ποὺ διώχνει τοὺς πάντες.
Ἔχουμε δεῖ, τόσες ϕορές, νὰ λάμπει ὁ αὐγερινὸς ϕιλῶντας μας τὰ μάτια
καὶ πάνω μας ν’ ἀνοίγεται τὸ δείλι σὰν κινούμενη ϐεντάλια.
Τὰ λόγια μου, πάνω σου, σὲ χαϊδεύουν σὰν ϐροχή.
Εἶναι καιρὸς ποὺ ἀγαπῶ τὸ σῶμα σου τὸ ἡλιοσεντεφένιο ―
Κυρὰ τοῦ Σύμπαντος, σὲ λέω!
Ἀπ’ τὰ ϐουνὰ ἄνθη ζωντανὰ ϑὰ ϕέρω· καμπανοῦλες
ἀγριοκάστανα κι ἕνα καλάθι γεμάτο ϕιλιά.
Θέλω νὰ κάνω μαζί σου
ὅ,τι κάνει μὲ τὶς κερασιὲς ἡ ἄνοιξη.
[ 15 ]
Μοῦ ἀρέσει ὅταν σωπαίνεις, εἶναι σὰν νὰ λείπεις
νὰ μὲ ἀκοῦς ἀπὸ μακριὰ κι ἡ ϕωνή μου νὰ μὴ σ’ ἀγγίζει.
Μοιάζουν τὰ μάτια σου σὰν ν’ ἄνοιξαν ϕτερὰ
κι ἕνα ϕιλὶ τὸ στόμα σου μοῦ μοιάζει πὼς σφραγίζει.
Ὅλα τὰ πράγματα γεμάτα εἶναι ἀπ’ τὴν ψυχή μου
ὁπότε κι ἐσὺ γεμάτη ἀπ’ τὴ δική μου εἶσαι ψυχή.
Πεταλούδα ὀνειρική, ἂν μοιάζουμε σὲ κάτι
ἡ μελαγχολία μέσα σου μοιάζει νὰ ἠχεῖ.
Μοῦ ἀρέσει ὅταν σωπαίνεις, ὅταν εἶσαι ἀπόμακρη ―
πεταλούδα ποὺ γκρινιάζει καὶ ποὺ νανουρίζει.
Ἀπὸ μακριὰ μὲ ἀκοῦς μὰ ἡ ϕωνή μου δὲν σὲ νοιάζει:
ἄσε με νὰ σωπάσω ὅπως ἡ σιωπή σου ὁρίζει.
Ἄσε με λοιπὸν νὰ σοῦ μιλῶ μόνο μὲ τὴ σιωπή σου
σὰν δαχτυλίδι ἀέρινη, σὰν λύχνος ϕωτεινή.
Εἶσαι νύχτα· σιωπηλὴ κι ἀστέρινη,
ἡ ἀστέρινη σιωπή σου, ἡ μακρινὴ καὶ ταπεινή.
Μοῦ ἀρέσει ὅταν σωπαίνεις, εἶναι σὰν νὰ λείπεις
ἀπόμακρη κι ἐπώδυνη λές κι ἐχεις πεθάνει.
Ψέμα νὰ ϐγεῖ αὐτό —ὤ, τί χαρὰ εὐφρόσυνη!—
μιὰ λέξη μόνο πές, ἕνα χαμόγελό σου ϕτάνει.
http://www.youtube.com/watch?v=20z1n0n64Ck
[ 16 ]
Στὸν ϐραδιάτικό μου οὐρανὸ εἶσαι σὰν τὰ σύννεφα
σὲ σχῆμα καὶ ἀπόχρωση ὅπως μοῦ ταιριάζουν.
Εἶσαι δική μου, γυναίκα, δική μου μὲ τὰ χείλη γλυκὰ
στὴ ζωή μου μέσα ζοῦν τ’ ἀτέλειωτα ὄνειρά σου.
Ὁ λύχνος τῆς ψυχῆς μου σοῦ ρόδισε τὰ πόδια
καὶ στὰ χείλη σου γλυκάθηκε τὸ ξινὸ κρασί μου.
Ὤ, ϑερίστρα τῶν νύκτιων τραγουδιῶν
πόσο τὰ κρυφά μου ὄνειρα σὲ νιώθουνε δική μου!
Εἶσαι δική μου! κραυγάζω στὴν αὔρα τοῦ ἀπογέματος
δική μου! καὶ ὁ ἄνεμος ϕυσάει τὴ χήρα μου ϕωνή.
Στὰ μάτια μου ὁρμᾶς· τὸ ϑήραμά σου
ϐαλτώνει σὰν νερὰ τὴ ϑωριά σου τὴ ϐραδινή.
Γυναίκα, στὰ δίχτυα τῆς μουσικῆς μου στέκεις ϐορά,
στὰ δίχτυα πού ’ναι σύνορο τ’ οὐρανοῦ ὁλοκλήρου.
Στὰ πένθιμά σου μάτια ἡ ψυχή μου γεννιέται.
Στὰ μάτια σου τὰ πένθιμα ἡ χώρα τοῦ ὀνείρου.
[ 17 ]
Νὰ σκέπτεσαι πλέκοντας σκιὲς στὴ ϐαθειὰ μοναξιά σου
κι αὐτὴ νὰ στέκει μακριά, ἂχ μακρύτερα ἀπ’ ὅλους!
Νὰ σκέπτεσαι διώχνοντας πουλιά, ἀχνοσβήνοντας εἰκόνες
λυχνάρια ϑάβοντας στὸ χῶμα ―
καμπαναριὸ στὴν καταχνιά· μακριά, ψηλά!
Νὰ πνίγεις τὰ παράπονα, ἐλπίδες ν’ ἀλέθεις σκοτεινὲς
—λιγομίλητος μυλωνάς—
κι ἡ νύχτα νὰ πέφτει πάνω της μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη.
Τὸ ἴνδαλμά της ξένο κάτι τὸ παράλογο γιὰ μένα ―
περιφέρομαι ἄσκοπα, σκέπτομαι τὴ ζωή μου πρὶν τὴ συναντήσω.
Ἡ σκληρὴ ζωή μου πρὶν συναντήσω ὁποιονδήποτε.
Ἡ κραυγὴ μπροστὰ στὴ ϑάλασσα, ἀνάμεσα στὶς πέτρες
τρέχοντας ἐλεύθερη, τρελή, στὸν ἀφρὸ τῆς ϑάλασσας.
Ἡ ϑλιμμένη ὀργή, ἡ κραυγή, ἡ μοναξιὰ τῆς ϑάλασσας.
Ἀχαλίνωτος, ϐίαιος, ἁπλωμένος μέχρι τὰ οὐράνια.
Ἐσὺ γυναίκα, τί ἀκριβῶς ὑπῆρξες· τί ἀχτίδα, τί ϕτερὸ
τῆς τεράστιας ἐκείνης ϐεντάλιας; Ἤσουν μακριὰ ὅπως τώρα
καὶ στὸ δάσος πυρκαγιά! Καίει μὲ γαλάζιες γλῶσσες
καίει, ϕουντώνει πετάει σπίθες στὰ ϕωτεινὰ τὰ δέντρα ―
καταρρέει καὶ τρίζει. Ἡ πυρκαγιά.
Κι ἡ ψυχή μου πληγωμένη νὰ χορεύει σὲ ἀναμμένα κάρβουνα.
Ποιός καλεῖ; Ποιά σιωπὴ πλημυρίζει ἀπὸ ϕωνές;
Ὥρα τῆς νοσταλγίας, τῆς χαρᾶς τῆς μοναξιᾶς
ὥρα μέσα στὶς ὧρες, δική μου!
Σάλπιγγα ἀπ’ ὅπου ὁ ἄνεμος περνᾶ τραγουδῶντας ―
τέτοιο πάθος δακρυσμένο μοῦ δένει τὸ κορμί.
Ταλαιπωρημένη ἀπ’ ὅλες τὶς ρίζες
—ϑύμα ὅλων τῶν κυμάτων!—
κυλιέται πρόσχαρη-ϑλιμμένη ἡ ἀπέραντη ψυχή μου.
Νὰ σκέπτεσαι ϑάβοντας λυχνάρια στὴ ϐαθειὰ μοναξιά.
Ποιά εἶσαι ἐσύ· ποιά εἶσαι;
[ 18 ]
Ἐδῶ σ’ ἀγαπῶ.
Στὰ μαῦρα πεῦκα ξεπλέκεται ὁ ἄνεμος.
Στὰ πλανόδια νερὰ ϕωσφορίζει τὸ ϕεγγάρι.
Περνοῦν οἱ μέρες, ἴδιες· μᾶς κυνηγᾶνε.
Ἡ ὁμίχλη ἀραιώνει μὲ χορευτικὲς κινήσεις.
Ἕνας ἀσημένιος γλάρος ἐμφανίζεται ἀπ’ τὴ δύση.
Κάπου-κάπου ἕνα πανί. Καὶ ἀστέρια· ψηλά, πολὺ ψηλά.
Ὤ, τοῦ μαύρου σταυροῦ τῶν πλοίων!
Ὁλομόναχος.
Συχνά, ὅταν ξημερώνει, ὣς κι ἡ ψυχή μου εἶναι νωπή.
Ἠχεῖ ἡ ἀπόμακρη ϑάλασσα· ἠχεῖ ξανά.
Αὐτὸ εἶναι ἕνα λιμάνι.
Ἐδῶ σ’ ἀγαπῶ.
Ἐδῶ σ’ ἀγαπῶ καὶ μάταια κρύβεσαι στὸν ὁρίζοντα ―
σ’ ἀγαπῶ ἀκόμη καὶ στὰ κρύα τοῦτα πράγματα.
Τὰ ϕιλιά μου, συχνά, ϕεύγουν μὲ τὰ πλοῖα
τραβῶντας γιὰ τὶς ϑάλασσες ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ϕτάσουν.
Καὶ εἶμαι ξεχασμένος σὰν τὶς παλιὲς τὶς ἄγκυρες,
πιὸ λυπημένος εἶναι ὁ μῶλος ὅταν προσορμίζεται ἡ νύχτα.
Εἶμαι κουρασμένος· ἡ ζωή μου δὲν χορταίνει.
Ἀγαπῶ ὅ,τι δὲν ἔχω. Εἶσαι τόσο μακριά.
Ἡ κούρασή μου μάχεται τὰ μακρόσυρτα δειλινὰ
μὰ ἡ νύχτα ἔφθασε καὶ μοῦ τραγουδάει.
Τὸ ϕεγγάρι ϐάζει μπρὸς τοὺς τροχοὺς τοῦ ὀνείρου.
Τὰ μεγάλα ἀστέρια μὲ κοιτοῦν μὲ τὰ μάτια σου.
Κι ὅπως σ’ ἀγαπῶ ἔτσι καὶ οἱ ϐελανιδιὲς στὸν ἄνεμο
σὲ τραγουδᾶνε μὲ τὰ χάλκινα ϕύλλα τους.
[ 19 ]
Κόρη λυγερὴ καὶ μελαμψή, ὁ ἥλιος ποὺ ϑρέφει τὰ ϕροῦτα
μεστώνει τὸ σιτάρι, χαϊδεύει τὰ ϕύκια
ἔπλασε τὸ πρόσχαρο σῶμα σου, τὰ λαμπερά σου μάτια
τὸ στόμα σου ποὺ κρύβει τὸ γέλιο τῶν νερῶν.
Ἕνας ἥλιος μαῦρος, ἀνήσυχος, ποὺ τυλίγεται στὰ κρόσσια
τῶν μαύρων σου μαλλιῶν ὅταν ἁπλώνεις τὰ χέρια.
Παίζεις μὲ τὸν ἥλιο, τὶς ἐκβολές του
ἀφήνοντας στὰ μάτια σου δύο σκοῦρα ποτάμια.
Κόρη λυγερὴ καὶ μελαμψή, τίποτα δὲν μὲ ϕέρνει κοντά σου.
Ὅλα μὲ ἀπομακρύνουν, σὰν τὸ μεσημέρι, ἀπὸ σένα.
Εἶσαι ἡ ξέφρενη νιότη τῆς μέλισσας
ἡ μέθη τοῦ κύματος, τὸ σφρίγος τοῦ σταχυοῦ.
Κι ὅμως, ἡ καρδιά μου ἡ σκοτεινὴ σὲ ψάχνει ―
ἀγαπῶ τὸ πρόσχαρο σῶμα σου, τὴ λεπτὴ χαλαρὴ ϕωνή σου.
Πεταλούδα μελαμψή, γλυκειὰ καὶ ἀμετάκλητη
σὰν τὸν ἥλιο καὶ τὸ σιτάρι, σὰν τὴ μέντα καὶ τὸ νερό.
[ 20 ]
Ἀπόψε μπορῶ νὰ γράψω τοὺς πιὸ ϑλιμμένους στίχους.
Γιὰ παράδειγμα: «Ἡ νύχτα εἶναι ξάστερη
μὲ ἀστέρια ϐαθυγάλανα ποὺ τρέμουν, μακριά».
Στὸν οὐρανὸ γυρίζει ὁ ἄνεμος τῆς νύχτας τραγουδῶντας.
Ἀπόψε μπορῶ νὰ γράψω τοὺς πιὸ ϑλιμμένους στίχους.
Τὴν ἀγαποῦσα· ϕορὲς μὲ ἀγαποῦσε καὶ κείνη.
Μιὰ νύχτα σὰν αὐτὴν τὴν εἶχα στὴν ἀγκαλιά μου.
Πόσες ϕορὲς δὲν τὴ ϕίλησα κάτω ἀπ’ τὸν ἄπειρο οὐρανό!
Μὲ ἀγαποῦσε· ϕορὲς τὴν ἀγαποῦσα κι ἐγώ.
Πῶς νὰ μὴν ἀγαπήσεις τὰ μεγάλα της ἔντονα μάτια!
Ἀπόψε μπορῶ νὰ γράψω τοὺς πιὸ ϑλιμμένους στίχους.
Νὰ σκέπτομαι ὅτι δὲν τὴν ἔχω, ὅτι τὴν ἔχω χάσει.
Ν’ ἀκούω τὴν ἀπέραντη νύχτα, τόσο ἀπέραντη δίχως αὐτήν.
Ὁ στίχος νὰ σταλάζει στὴν ψυχὴ καὶ ἡ δροσιὰ στὸ ϕύλλο.
Τί κι ἂν δὲν μπόρεσε ἡ ἀγάπη μου νὰ τὴν κρατήσει;
Ἡ νύχτα εἶναι ξάστερη μὰ ἐκείνη δὲν εἶναι μαζί μου.
Αὐτὸ εἶναι ὅλο. Μακριά, κάποιος τραγουδάει· μακριά.
Ἡ ψυχή μου δὲν τὸ πιστεύει ὅτι τὴν ἔχασε.
Γιὰ νὰ τὴν ϕέρω πιὸ κοντὰ τὴν ψάχνω μὲ τὰ μάτια
μὲ τὴν καρδιά, μὰ ἐκείνη δὲν εἶναι μαζί μου.
Ἡ ἴδια νύχτα ποὺ κάνει τὰ ἴδια δέντρα νὰ δείχνουν ἄσπρα.
Ἔτσι κι ἐμεῖς —ἐμεῖς τοῦ κάποτε— δὲν εἴμαστε πλέον ἴδιοι.
Ναί, δὲν τὴν ἀγαπάω πιὰ ὅμως τὴν ἀγάπησα.
Ἡ ϕωνή μου γύρευε τὸν ἄνεμο νὰ χαϊδέψει τὴν ἀκοή της.
Τώρα ἀνήκει σὲ ἄλλον. Ὅπως κάποτε πρὶν τὰ δικά μου ϕιλιά.
Ἡ ϕωνή της, τὸ κορμί της· τὰ ϕωτεινὰ ἄπειρά της μάτια.
Ναί, δὲν τὴν ἀγαπάω πιά· ἴσως ὅμως καὶ νὰ τὴν ἀγαπάω.
Ὁ ἔρωτας κρατάει τόσο λίγο, ἡ λήθη τόσο πολύ.
Γιατὶ μιὰ νύχτα σὰν αὐτὴν τὴν εἶχα στὴν ἀγκαλιά μου.
Ἡ ψυχή μου δὲν τὸ πιστεύει ὅτι τὴν ἔχασε.
Ἂν αὐτὸς ὁ πόνος εἶναι ὁ τελευταῖος ποὺ μοῦ δίνει
τότε κι αὐτοὶ οἱ στίχοι εἶναι οἱ τελευταῖοι ποὺ τῆς γράφω.
*
*
ΤΟ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
[ 21 ]
Ἡ ϑύμησή σου ἀναδύεται μέσ’ ἀπ’ τὴ νύχτα ποὺ μὲ ζώνει.
Στὴ ϑάλασσα ϕέρνει τὸ ποτάμι τὸν ἐπίμονό του ϑρῆνο.
Παρατημένος σὰν τὶς προβλῆτες τὰ πρωινά.
Ὥρα μου νὰ πηγαίνω, παρατημένος!
Πάνω στὴν καρδιά μου ϐρέχει κρύα ροδοπέταλα ―
χωματερὴ μὲ συντρίμματα, σπηλιὰ ϑηρίων ναυαγισμένων.
Μέσα σου πόλεμοι, μέσα σου πετάγματα.
Πλῆθος πουλιῶν μέσα σου κάνουν ϕτερὰ καὶ τραγουδᾶνε.
Καταβρόχθιζες τὰ πάντα ὅπως ἡ ἀπόσταση
ὅπως ἡ ϑάλασσα, ὅπως ὁ καιρός. Ὅλα μέσα σου ναυαγισμένα!
Ἦταν ἡ ὥρα τῆς ἐφόρμησης, τοῦ εὐχάριστου ϕιλιοῦ
ἡ ὥρα τῆς ἔκστασης πού ’καιγε σὰν ϕάρος.
Τὸ ἄγχος τοῦ καπετάνιου, ὁ πανικὸς τοῦ δύτη
τὸ ϑολὸ μεθύσι τοῦ ἔρωτα — ὅλα μέσα σου ναυαγισμένα!
Στὴν ὁμιχλώδη παιδικὴ ζωή, ἡ ϕτερωτὴ ψυχή μου πληγωμένη
χαμένος ϑαλασσοπόρος — ὅλα μέσα σου ναυαγισμένα!
Κρατήθηκες ἀπ’ τὸν πόνο, πιάστηκες γερὰ ἀπ’ τὸν πόθο
σὲ σώριασε ἡ ϑλίψη — ὅλα μέσα σου ναυαγισμένα!
Ἀπωθῶντας τὸ τεῖχος τῶν σκιῶν
περπάτησα πέρα ἀπ’ τὸν πόθο, πέρα ἀπ’ τὴν πράξη.
Ὢ σάρκα καὶ γυναίκα μου ποὺ ἀγάπησα καὶ ἔχασα
ἐσένα καλῶ τὴ μουσκεμένη τούτη στιγμὴ νὰ κάνω τραγούδι.
Σὰν τὸ ποτήρι ϕύλαξες τὴν ἀπέραντη στοργὴ
μὰ ἡ ἀπέραντη λήθη σὲ ϑρυμμάτισε σὰν τὸ ποτήρι.
Ἤμουν ἡ ὁλόμαυρη ράχη τῶν νησιῶν
ὅπου τὰ χέρια σου, γυναίκα ἐρωτική, μὲ καλοδέχτηκαν.
Ἤμουν ἡ δίψα καὶ ἡ πείνα κι ἤσουν ἐσὺ ὁ καρπὸς
ἡ σύγκρουση ἤμουν καὶ τὰ ἐρείπια κι ἤσουν ἐσὺ τὸ ϑαῦμα!
Γυναίκα· ἀπορῶ τὸ πῶς μὲ χώρεσες
στὴ γῆ τῆς ψυχῆς σου, στὸν σταυρὸ τῶν χεριῶν σου.
Ὁ πόθος μου γιὰ σένα ὑπῆρξε ὁ πιὸ σύντομος καὶ ϕριχτὸς
ἀνάστατος καὶ μεθυσμένος, ἀχόρταγος καὶ μανιώδης.
Κοιμητήριο ϕιλιῶν, ἀκόμη καίει ϕωτιὰ στοὺς τάφους σου
ἀκόμη καῖνε τὰ τσαμπιὰ ποὺ τὰ πουλιά ραμφίζουν.
Ὢ χείλη δαγκωμένα, ὢ μέλη ϕιλημένα!
Ὢ δόντια πεινασμένα, ὢ σώματα πεπλεγμένα!
Ἕνα τρελὸ ζευγάρωμα προσπάθειας καὶ ἐλπίδας
μὲ τὸ ὁποῖο δενόμαστε, μὲ τὸ ὁποῖο ἀπελπιζόμαστε.
Καὶ ἡ στοργὴ ἀνάλαφρη σὰν τὸ νερό, σὰν τὸ ἀλεύρι
καὶ ὁ λόγος μόλις ϕτάνοντας στὰ χείλη.
Τέτοια ἦταν ἡ μοῖρα μου· ἐκεῖ ταξίδεψε ἡ λαχτάρα μου,
ἐκεῖ τσακίστηκε ἡ λαχτάρα μου — ὅλα μέσα σου ναυαγισμένα!
Χωματερὴ μὲ συντρίμματα, μέσα σου πέφταν ὅλα ―
ποιόν πόνο κι ἂν δὲν ἔστιψες, ποιό κύμα κι ἂν δὲν σ’ ἔπνιξε!
Ἀνάμεσα σὲ πτώσεις κι ὅμως ἔλαμψες κι ὅμως τραγούδησες
σὰν ὄρθιος ναύτης στὴν πλώρη ἑνὸς πλοίου.
Ἄνθισες σὰν τραγούδι, σὰν ρεῦμα ποὺ σκάει στὸν ϐράχο ―
χωματερὴ μὲ συντρίμματα· πηγάδι ἀνοιχτό, πικρό.
Πανικόβλητε δύτη, ἄστοχε τοξοβόλε
χαμένε ϑαλασσοπόρε — ὅλα μέσα σου ναυαγισμένα!
Ὥρα μου νὰ πηγαίνω· ἡ κρύα καὶ ἀδυσώπητη ὥρα
ποὺ ἡ νύχτα προτάσσει ἀπ’ ὅλες τὶς ὧρες.
Ἡ ζώνη τῆς ϑάλασσας, γοερή, σφίγγει τὴν ἀκτή.
Κρύα ἀστέρια σηκώνονται, μαῦρα πουλιὰ μεταναστεύουν.
Παρατημένος σὰν τὶς προβλῆτες τὰ πρωινά,
μόνο οἱ τρεμάμενες σκιὲς νὰ σφίγγουν τὰ δυό μου χέρια.
Ἂ νά ’σαι μακριά, μακριὰ ἀπ’ τὰ πάντα!
Ὥρα μου νὰ πηγαίνω. Παρατημένος.
*
*
Λήψη συλλογῆς: ἐδῶ
Βλ. ακόμη στο ΝΠ
Pablo Neruda, Τὸ βιβλίο τῶν ἐρωτήσεων, μτφρ. Δ. Ἀγαθοκλῆς
*
*
*
*




