Πατησίων και Στουρνάρη γωνία

*

Αυτή η γωνιά έχει δει τα πάντα:
Εγγλέζους αλεξιπτωτιστές      μεταγωγικά
οικοδόμους και ξηλωμένα πεζοδρόμια      καναδέζες
τον Γιάννη Ξενάκη με πυροβόλο     υποβρύχια
χαρτοπαίκτες         μοναχικούς   με βαλίτσες     μολότοφ
άρματα μάχης    μηχανικούς ρολογιών

επομένως – τι να λέμε τώρα – η γωνιά αυτή
έχει αιμορραγήσει ιστορία.

Ίσως έτσι να εξηγούνται οι χιονοπτώσεις,
τα χαμηλά βαρομετρικά / που όποτε περνάω από κει,
ξυπνούν οι αθάνατοι
και ξαναγινόμαστε
φίλοι από τα παλιά,       σκάβουμε σκοτάδι
αρχίζουμε τα συνθήματα
και κάτι αρματωμένοι μας πλακώνουν στα μήλα

ή που μέσα σε λυπημένα όνειρα εμφανίζεται
η χοντρή παλάμη του Θάνου πάνω
στο λείο μάγουλο του Δημήτρη:
«όταν σου λένε για σύννεφα πρόσεχε
πόσο βαθιά ποντάρεις το χέρι σου»

εννοώ: έτσι που περπατάμε
πλάι στα βότσαλα των κορφών
θα πάω μια μέρα να αναφλεχτώ ηλίθιε
αρματάνθρωπε

μια μέρα  – να… –

το λάθος σύννεφο θα με κάψει.

~.~

Πέτρινο φάντασμα

Μνήμη Ρόζα Λούξεμπουργκ

Τώρα τελευταία πάνω από τις κεραίες
πλανιέται το φάντασμα
κάποιου προϊστορικού πτηνού
που το είδος του έσβησε  – πριν χρόνια –
μα εκείνο στοιχειώνει ακόμα τις ταράτσες
σαν αυτόκλητη
φυσική επιλογή.

Στην όψη του
οι μισοί κρύφτηκαν,
οι άλλοι μισοί άρχισαν
τον πετροπόλεμο στα χωράφια της άνοιξης

«πάμε κι όπου βγει» – είπα κι εγώ
έτσι που θα λέγαμε «ανέλπιδη θάλασσα»
«Κόκκαλα» – είπα – «Ιστορία», «Σκουριά»

μα οι κλωστές ξηλώθηκαν

(γιατί)
στην καμπύλη του ορίζοντα δεν βρισκόταν ο ήλιος
ούτε και τίποτα άλλο – μονάχα μια γριά
που έλεγε και ξανάλεγε
πως όσα κοιμούνται κάτω από τον πάγο
θα ξυπνήσουν.
Στο τέλος άνοιξε κι αυτή στα δύο
και πλημυρίσαμε βράχια.

Πίσω στην πόλη το φάντασμα συνέχισε την πτήση
οδοφράγματα,
φωτιές,
κοζάκοι,
μέχρι που μια μέρα χάθηκε απότομα

στο μεταξύ έπρεπε κι εγώ να γυρίσω πίσω
είχαμε εορτασμούς – τριήμερο του Πολυτεχνείου
πέρασα πρώτα από την ντουλάπα
να αλλάξω πουκάμισο
μα ήταν όλα τρυπημένα από τα σκάγια
πού φάγαν οι προγόνοι μου, οι ηττημένοι

— «φόρεσε τουλάχιστον το κόκκινο
να ’χεις αντικλείδι για τις βροχές,
να ’χεις στο νου σου αμμουδιές

για το επόμενο παρελθόν».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΠΟΥΖΗΣ

*

*

*