Ο Κονδύλης και οι επιστημολογικές μεταθεωρίες [Β]

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Ο Κονδύλης δεν ορίζει κάποια, έστω και εντελώς γενικά, κριτήρια με βάση τα οποία μπορεί να κριθεί η θεωρία του, αλλά και οι υπόλοιπες θεωρίες. Επιμένει όμως εμφατικά στο γεγονός ότι η θεωρία του είναι εμπειρικά ελέγξιμη και μάλιστα κατά το πλείστον ελεγμένη μέσα από τα μεγάλα έργα του, τα οποία ως εφαρμογές της γενικής του θεωρίας δεν έχουν ανασκευασθεί από άλλες εργασίες, εμπειρικού επίσης περιεχομένου.

Τι σημαίνει άραγε αυτό το «εμπειρικά ελέγξιμη» για τον Κονδύλη; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη: η ιστορική επαλήθευση. Ολόκληρο το ιστοριογραφικό του έργο (Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Συντηρητισμός, Η κριτική της μεταφυσικής, Θεωρία του πολέμου, Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού) θεωρούσε ότι ήταν εμπειρική απόδειξη της Περιγραφικής Θεωρίας της Απόφασης (Ισχύς και Απόφαση, Επιστήμη, Ισχύς και Απόφαση) που αποτελούσε τη θεωρητική του αρχή.

Με την απάντηση αυτή κάπου στο βάθος της οθόνης εμφανίζεται η φιγούρα του Χέγκελ μέσω Κοζέβ:

«για τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο, το αποτέλεσμα της κλασσικής “διαλεκτικής”, του “διαλόγου”, δηλαδή η νίκη σε μια “συζήτηση” καθαρά λεκτική, δεν αποτελεί επαρκές κριτήριο αλήθειας. Με άλλα λόγια η “διαλεκτική” που κινείται στο επίπεδο του λόγου δεν μπορεί, κατά τη γνώμη του, να καταλήξει ως τέτοια σε οριστική λύση ενός προβλήματος (δηλαδή λύση που παραμένει αμετάβλητη σε όλη τη διάρκεια του χρόνου που την ακολουθεί). Για τον απλό λόγο ότι, αν αρκεστούμε στην ομιλία, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να “εξαλείψουμε” οριστικά ούτε τον αντιλέγοντα ούτε συνεπώς την ίδια την αντίφαση, γιατί ανασκευάζω κάποιον δεν σημαίνει κιόλας ότι τον νικώ. Η “αντίφαση” ή η “αντιμαχία” δεν μπορούν να “αρθούν διαλεκτικά” παρά μόνο στο μέτρο όπου διαδραματίζονται στο ιστορικό πεδίο της ενεργούς κοινωνικής ζωής».[1]

Γράφει ο Κονδύλης[2]

«οι απαντήσεις στα ιστορικά προβλήματα δεν βρίσκονται μέσα στην κατασκευασμένη θεωρία, αλλά αντίθετα οι απαντήσεις στα θεωρητικά προβλήματα βρίσκονται μέσα στην ιστορία».

Και ακόμη:

«Το ότι η θεωρία μου, όπως και κάθε άλλη, είναι ιστορικά προσδιορισμένη, δεν αποδεικνύει τη σχετικότητά της, αλλά επιβεβαιώνει (και) στο δικό της παράδειγμα τη γενική αρχή του ιστορικού προσδιορισμού. […] Την αλήθειεπιστημα των θεωριών πάνω στα ανθρώπινα πράγματα δεν την παρακωλύει η ιστορική τους εξάρτηση, αλλά η ηθικο-κανονιστική τους δέσμευση».[3]

Το πρόβλημα με την ιστορία ως κριτήριο αλήθειας είναι ότι κατά τον Χέγκελ

«η Αλήθεια δεν αναδύεται μέσα απ’ αυτό τον ενεργό “διάλογο”, από αυτή την ιστορική «διαλεκτική», παρά μόνο τη στιγμή όπου αυτή εδώ ολοκληρώνεται, δηλαδή τη στιγμή όπου η ιστορία φθάνει στο οριστικό της τέρμα». [4]

Αν ειπωθεί με τον τρόπο του Χέγκελ πρόκειται

«για το τέλος της διαλεκτικής πορείας, όταν το Απόλυτο Πνεύμα, η ενεργός ολότητα, θα επέστρεφε στον εαυτό του, καταλαγιασμένο, έχοντας εν τω μεταξύ επανεγκολπωθεί το σύνολο των επιμέρους, πεπερασμένων, προσδιορισμών του»[5].

Ο Χέγκελ γνωρίζει ότι είναι αδύνατον να τεθούν εξ αντικειμένου κριτήρια με βάση τα οποία θα κριθεί η αλήθεια. Δεν είναι δυνατό να συμβεί αυτό με τις δεσμεύσεις της τυπικής λογικής. Δεν υπάρχει κανένα a priori κριτήριο επιλογής μεταξύ του Α και του μη Α. Επομένως θεωρεί ότι μόνο η ολότητα μπορεί να ξεπεράσει την αντίφαση, η οποία θα συμπεριλάβει και τα δύο. και το Α και το μη Α.

Δεν είναι του παρόντος αλλά η μεγάλη και ιδιοφυής προσπάθεια του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου δεν δικαιώθηκε. Αν δικαιωνόταν. θα είχε σταματήσει κάθε συζήτηση για το θέμα εδώ και τουλάχιστον δύο αιώνες! Και τώρα; Τώρα, απλά, μπορούμε να υιοθετήσουμε τη συμβατική λύση Κοζέβ:

«Αλλά κι αν δεν θέλουμε να υποθέσουμε, συμφωνώντας με τον συγγραφέα της Φαινομενολογίας του Πνεύματος[6], ότι η ιστορία ουσιαστικά ήδη “ολοκληρώθηκε” στις μέρες μας, μπορούμε να πούμε ότι, αν η “λύση” ενός προβλήματος υπήρξε πράγματι “έγκυρη” ιστορικά ή κοινωνικά καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου ως τώρα, έχουμε το δικαίωμα, μέχρις (ιστορικής) αποδείξεως του εναντίου, να τη θεωρήσουμε ως φιλοσοφικά “έγκυρη”, μολονότι οι φιλόσοφοι εξακολουθούν να “συζητούν” αυτό το πρόβλημα. Μπορούμε, κάνοντας αυτό, να υποθέσουμε ότι η Ιστορία θα αναλάβει η ίδια το έργο να θέσει στην κατάλληλη στιγμή τέρμα στην ατέρμονη συνέχιση της “φιλοσοφικής συζήτησης” του προβλήματος που η ίδια έχει “λύσει: οριστικά».[7]

Με απλά λόγια, τι μπορούμε να συνάγουμε με αφορμή τις παραπάνω σκέψεις; Τα παρακάτω:

Α. Ο εμπειρικός έλεγχος δεν θα έχει τον χαρακτήρα αποφασιστικού[8] πειράματος, όπως συνηθίζουν να υποστηρίζουν οι φυσικοί επιστήμονες για τον δικό τους επιστημονικό πεδίο. Θα είναι μια μακροχρόνια προσπάθεια ουδέποτε αποφασιστική. Το Απόλυτο Πνεύμα δεν θα επιστρέψει στον εαυτό του μετά τη μεγάλη πορεία του για να προσδιορίσει το Τέλος της Ιστορίας.[9]

Β. Όπως έχει αναφερθεί στο προηγούμενο σημείωμά μας (βλ. ιδίως την υποσημ. 5), δεν μπορεί να υπάρξει εμπειρική βάση ικανή να εγγυηθεί τον καθαρό περιγραφικό χαρακτήρα οποιασδήποτε θεωρητική υπόθεσης. Επομένως το υλικό με βάση το οποίο θα ελεγχθεί, είναι το σύνολο του ιστοριογραφικού υλικού που αφορά στο αντικείμενο της θεωρίας, το οποίο προφανώς υφίσταται συνεχείς αναδιατάξεις και εμπλουτισμούς κατά την ιστορική της πορεία.

Μέχρι εδώ, συμπεραίνουμε τα ακόλουθα: όλες οι ανθρώπινες προσπάθειες εύρεσης κριτηρίων εξ αντικειμένου  –δηλαδή προσπάθεια θεμελίωσης των πρώτων αρχών– καταλήγουν στην αποτυχία. Η μη αποδοχή της λύσης των κριτηρίων με την γνώση ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί, και η υιοθέτηση λύσεων εγελιανού τύπου καταλήγει σ’ ένα μετέωρο βήμα που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Το ανθρώπινο είδος είναι καταδικασμένο να αναζητά συνεχώς την (απόλυτη) αλήθεια (και την ευτυχία) χωρίς να μπορεί να τη βρει ποτέ. Αυτό είναι κάτι που ο άνθρωπος δεν θα το παραδεχτεί ποτέ, δικαιώνοντας τη ρήση του Καμύ: «Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι».[10]

Κάνοντας ένα βήμα στο πλάι αφότου πρώτα εγκαταλείψουμε για πάντα τον θεμελιωτισμό των πρώτων αρχών, τα αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης των θεωριών και την απόλυτη αλήθεια, και εισερχόμενοι με ειλικρίνεια και ταπεινότητα στο χώρο της σύμβασης[11], μπορούμε να προσπαθήσουμε να βρούμε με κόπο και δυσκολία απαντήσεις στα ζητήματα που έχουν τεθεί. Έτσι, για παράδειγμα, είναι δυνατόν να υπάρξει εμπειρική βάση, η οποία να καθορίζεται ως τέτοια και κατά σύμβαση από αυτό που αντιπροσωπεύει σε δεδομένη ιστορική περίοδο: ό,τι αποκαλείται επιστημονική κοινότητα. Το ίδιο και ως προς το ζήτημα των κριτηρίων. Για παράδειγμα, είναι δυνατόν να τεθεί το εξής κριτήριο: επικρατούσα θεωρία είναι αυτή που εξηγεί τα εμπειρικά δεδομένα της ορισθείσας, κατά τον τρόπο που αναφέραμε, εμπειρικής βάσης «καλύτερα» από τις υπόλοιπες θεωρίες[12].

///

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] A. Kojève, «Τυραννία και σοφία», στο Περί Τυραννίας, Γνώση, 1995, σ. 232.
[2] Π. Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, Νεφέλη, 1998, σ. 75.
[3] Όπως παραπάνω, σ. 22.
[4] A. Kojève, ό.π., σ. 232.
[5] Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, πόλεμος, πολιτική, Α. Α. Λιβάνης, 2005, σ. 213.
[6] Γκ. Χέγκελ, Φαινομενολογία του πνεύματος, Δωδώνη, 1993.
[7] A. Kojève, ό.π., Γνώση, 1995, σ. 233.
[8] Για παράδειγμα το Πείραμα των Μάικελσον και Μόρλεϋ του 1887. Στόχος του πειράματος ήταν η απόδειξη της ύπαρξης του αιθέρα. Οι δύο ερευνητές προσπάθησαν να μετρήσουν την ταχύτητα της Γης σε σχέση προς αυτόν, συγκρίνοντας τη συμβολή δύο δεσμών φωτεινών ακτίνων. Ανακάλυψαν πως η ταχύτητα του φωτός ήταν πάντα η ίδια, προς κάθε κατεύθυνση. Το πείραμα των Μάικελσον-Μόρλεϋ απέδειξε τη μη ύπαρξη του αιθέρα, την ύπαρξη δηλαδή μιας απόλυτης ταχύτητας, αυτής του φωτός, η οποία δεν εξαρτάται από τον παρατηρητή, και οδήγησε τον Άλμπερτ Αϊνστάιν στη Θεωρία της Σχετικότητας. (Wikipedia)
[9] Μου δίνεται η δυνατότητα στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι το Τέλος της Ιστορίας δεν αναπτύχθηκε ως θέμα ποτέ από τον Χέγκελ, αλλά με περίεργο τρόπο αποδίδεται σε αυτόν: «υπάρχουν δύο λόγοι που ο ίδιος ο Χέγκελ δεν διατύπωσε στην πραγματικότητα ποτέ τη φράση, ούτε προσδιόρισε την έννοια. Η έσχατη πραγματικότητα της φιλοσοφίας του δεν ήταν η ιστορία αλλά το πνεύμα· και η ιστορία ήταν μόνο μια πλευρά της διάζευξής του, ενώ η άλλη ήταν η φύση. Η υπέρβαση της διαίρεσης αυτών των δύο έγινε κατανοητή ως αποτέλεσμα μάλλον παρά ως ένα τέλος. Ο Χέγκελ ουσιαστικά ποτέ δεν χρησιμοποιεί τους όρους τέλος (Ende) ή λήξη (Schluss) στο λεξικό των κλεισιμάτων του: μόνο, στόχος (Ziel), σκοπός (Zweck) ή αποτέλεσμα (Resultat). Ο λόγος γι’ αυτό είναι απλός. Στα γερμανικά δεν υπάρχει καμιά λέξη που να συνδυάζει τις δύο σημασίες της αγγλικής λέξης “end” τέρμα και σκοπός, και ο Χέγκελ ασχολήθηκε ουσιαστικά με το δεύτερο παρά με το πρώτο». (Π. Άντερσον, Θεωρίες για το τέλος της ιστορίας, Στάχυ, 1994, σ. 20). Συνεπώς, ο σκοπός δεν είναι τέρμα!
[10] Α. Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος, Πατάκης, 2013, σ. 28.
[11] Α. Μεταξόπουλος, Σύμβαση και αλήθεια, Παπαζήσης, 1988.
[12] Αναφερόμαστε στην εργασία του I. Lakatos, Μεθοδολογία των προγραμμάτων επιστημονικής έρευνας, Σύγχρονα Θέματα, Θεσσαλονίκη, 1986.

///

*

*

*