*
της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
«Τα κείμενα είναι προδοτικά», «Εντυπωσιακό πόσα πράγματα μπορείς να καταλάβεις από ένα κείμενο για τον συγγραφέα του» – φράσεις τις οποίες άνθρωποι που δουλεύουμε στον χώρο του βιβλίου, από διάφορες θέσεις, έχουμε ανταλλάξει αρκετά συχνά. Αλλά με τη Χορτοφάγο συνέβαινε κάτι περίεργο: η φωνή «από κάτω» παραήταν μπερδεμένη. Δεν ήταν η φωνή της Χαν Γκανγκ. Μήπως ήταν η φωνή της μεταφράστριας; Ούτε αυτό – «κλοτσούσε», είχε ξαφνικές διακοπές, παράταιρες νοηματικές και υφολογικές χροιές κάποιου μυστήριου είδους, που η προσφυγή στην ποιότητα της μετάφρασης δεν ήταν αρκετή για να εξηγήσει. Τέτοια πράγματα προκαλούν την περιέργεια. Το κείμενο που ακολουθεί είναι το προϊόν αυτής της περιέργειας, να καταλάβω τη φωνή «κάτω» από το κείμενο, και της συνειδητοποίησης ότι στην περίπτωση της Χορτοφάγου οι φωνές, τελικά, ήταν παραπάνω από μία. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, όλες είχαν μία μόνη πηγή: αυτή τη φορά όχι έναν άνθρωπο, αλλά τον ίδιο τον μηχανισμό της εκδοτικής βιομηχανίας.
Η υπόθεση του βιβλίου
Λίγο πριν η Γιόνγκ-Χιε και ο Τζονγκ κλείσουν πέντε χρόνια ενός συμβατικού και αδιάφορα ανέφελου γάμου, η Γιόνγκ-Χιε βλέπει το πρώτο από μια σειρά βίαια όνειρα και αποφασίζει ξαφνικά να απέχει από το κρέας και τα παράγωγα προϊόντα του. Αυτή η απόφασή της, την οποία αδυνατεί να εξηγήσει στον περίγυρό της παρεκτός με τη φράση «Είδα ένα όνειρο», συνοδεύεται από ένα ολοένα και πιο απόλυτο κλείσιμο στον εαυτό της, καθώς και από μεγάλη απώλεια κιλών και επιδείνωση της υγείας της. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τις αντιδράσεις του περίγυρου και τη συνακόλουθη διάλυση όλης της οικογένειάς της μέχρι τη στιγμή που, τρία χρόνια μετά, η Γιόνγκ-Χιε, υπό την κηδεμονία της αδερφής της, βρίσκεται σε μια ψυχιατρική κλινική, στο κατώφλι του θανάτου, αντιμέτωπη με τη βίαιη, καταναγκαστική σίτιση και επιθυμώντας μόνο ένα πράγμα: να γίνει δέντρο.
Η συγγραφική του ζωή
Το 1997 η εικοσιεπτάχρονη, τότε, Νοτιοκορεάτισσα συγγραφέας Χαν Γκανγκ δημοσίευσε ένα διήγημα με τίτλο «Ο καρπός της γυναίκας μου», με ηρωίδα του μια νέα γυναίκα η οποία, στον τέταρτο χρόνο του γάμου της, βλέπει τον εαυτό της να μεταμορφώνεται σταδιακά σε φυτό, που καταλήγει να φροντίζει ο σύζυγός της στο μπαλκόνι του διαμερίσματός τους. Αυτό το διήγημα έγινε πρόδρομος της Χορτοφάγου· όπως σημειώνει η ίδια η συγγραφέας, «Εκείνο τον καιρό σκεφτόμουν ότι ήθελα να γράψω κάποτε μια παραλλαγή. […] ήταν το έναυσμα για αυτό το μυθιστόρημα».[1] Η παραλλαγή εντέλει γράφτηκε από το 2002 ως το 2005 σε τρία μέρη, που δημοσιεύτηκαν ξεχωριστά ως αυτόνομα διηγήματα. Το ένα από αυτά, η «Μογγολική κηλίδα», βραβεύτηκε το 2005 με το κορυφαίο νοτιοκορεατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Γι Σανγκ. Ακολουθώντας μια ιδιαίτερη κορεατική λογοτεχνική παράδοση, κατά την οποία οι συγγραφείς συνδέουν μεταξύ τους αυτόνομα διηγήματα που έχουν γράψει στο παρελθόν δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα (yônjak sosôl, «serial/linked novel»), το 2007 η συγγραφέας συνέδεσε τα τρία αυτά μέρη στο μυθιστόρημα Η χορτοφάγος. «Παρόλο που κάθε κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί χωριστά και φαίνεται να λέει τη δική του ιστορία» λέει η Χαν Γκανγκ «όταν τα βάλουμε και τα τρία μαζί, η ιστορία παίρνει μια εντελώς διαφορετική μορφή και γίνεται αυτή που πραγματικά ήθελα να πω».[2] Σε μια συνέντευξή της στο Literary Hub[3] τον Φεβρουάριο του 2016, λίγο πριν από τη βράβευσή της με το The Man Booker International Prize, εξήγησε στη δημοσιογράφο Bethanne Patrick ότι η ίδια «βλέπει τον κόσμο σαν ένα κράμα βίας και ομορφιάς», καθώς και ότι η Χορτοφάγος «δεν είναι καταδίκη της κορεατικής πατριαρχίας» – όπως συχνά χαρακτηρίζεται στη Δύση. Η συγγραφέας γράφει στην Patrick:
«Πιστεύω ότι αυτό το μυθιστόρημα έχει στρώματα: τη διερώτηση γύρω από την ανθρώπινη βία και τη (μη) δυνατότητα της αθωότητας· τον ορισμό της πνευματικής ισορροπίας και της τρέλας· τη (μη) δυνατότητά μας να κατανοήσουμε τους άλλους, το σώμα ως το τελευταίο καταφύγιο ή το τελευταίο πράγμα που μας προσδιορίζει, και κάποια ακόμα. Θα είναι αναπόφευκτο διαφορετικοί αναγνώστες και διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα να εστιάσουν περισσότερο σε διαφορετικές πτυχές του. Μπορώ να πω ένα πράγμα, αυτό το βιβλίο δεν συνιστά μονόπλευρη καταδίκη της κορεατικής πατριαρχίας. Θέλησα να καταπιαστώ με τα αιώνια ερωτήματά μου γύρω από τη (μη) δυνατότητα της αθωότητας μέσα σε αυτόν τον κόσμο, που είναι αναμεμειγμένη με τόση βία και ομορφιά. Αυτά ήταν οικουμενικά ερωτήματα, που με απασχολούσαν όταν έγραφα.»
Εξηγώντας δε τη συγγραφική της πρόθεση σχετικά με το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, τη «Μογγολική κηλίδα», λέει:
«Θέλησα να καταπιαστώ με τη διαδικασία κατάρρευσης και συντριβής ενός ανθρώπινου όντος εξαιτίας της ρωγμής που ανοίγεται μέσα του. Σκέφτηκα ότι αυτή η εσωτερική διαδικασία έπρεπε να περιγραφεί με τη μέγιστη δυνατή λεπτομέρεια. Το σημείο που μου αρέσει περισσότερο σε αυτή την ενότητα είναι η σκηνή όπου εκείνος μιλά διαρκώς στον εαυτό του για τον θάνατο, ενώ πηγαίνει με το αυτοκίνητό του να συναντήσει την Γιόνγκ-Χιε. Για μένα, στον πυρήνα του συγκεκριμένου ήρωα βρισκόταν αυτή η δοκιμασία.»
Ομοίως, σε συνέντευξή της με τον Άθω Δημουλά στην Καθημερινή τον Οκτώβριο του 2020, είχε μιλήσει ως εξής για την ηρωίδα της και για την κοινωνία που την περιβάλλει:
«Αποφασίζει [η Γιόνγκ-Χιε] να γίνει χορτοφάγος για να ζήσει μια ζωή αθωότητας […] Αρνείται το κρέας για να αρνηθεί την ανθρώπινη βία, την οποία συμβολίζει η κατανάλωση κρέατος. Ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στον κόσμο που δεν αποδέχεται αυτή την άρνηση.»
Και:
«Το βιβλίο δεν γράφτηκε με μια κοινωνιολογική ανάλυση της κορεατικής κοινωνίας κατά νου […] Αν πάντως το ερώτημα είναι κατά πόσο η κορεατική κοινωνία είναι συντηρητική, νομίζω ότι θα πρέπει να σας πω ότι πρόκειται για μια υβριδική κοινωνία, όπου τα πάντα συνυπάρχουν δυναμικά και ταυτόχρονα βρίσκονται σε αντίθεση: παραδοσιακές αξίες παράλληλα με εξελιγμένη τεχνολογία πληροφοριών, πειραματισμός, ατομικιστικές τάσεις μαζί με κοινωνική συνείδηση.» [4]
Η εκδοτική του ζωή
Σημαντικές ημερομηνίες στη ζωή αυτού του σχεδόν δεκαοκτάχρονου, σήμερα, βιβλίου είναι οι εξής: 2007, πρώτη έκδοση στα κορεατικά, η υποδοχή του είναι αμφίθυμη: η επίσημη κριτική τού επιφυλάσσει επαίνους, αλλά η δημοτικότητά του είναι περιορισμένη και φαίνεται πως μεταξύ των μέσων αναγνωστών κυριαρχεί η εντύπωση ότι το βιβλίο απευθύνεται σε περιορισμένο αναγνωστικό κοινό·[5] 2010, η μεταφράστρια Janet Hang μεταφράζει στα αγγλικά ένα απόσπασμα από το πρώτο μέρος της Χορτοφάγου, που δημοσιεύεται στο περιοδικό Azalea: Journal of Korean Literature & Culture.[6] Το λογοτεχνικό αυτό περιοδικό είχε ιδρυθεί με την υποστήριξη του Ιδρύματος Διεθνών Επικοινωνιών (International Communications Foundation [ICF]) της Σεούλ τρία χρόνια πριν, με σκοπό την προώθηση της σύγχρονης κορεατικής λογοτεχνίας στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό·[7] 2011, κυκλοφορία στα ιαπωνικά και στα βιετναμέζικα, με την επιχορήγηση του Ινστιτούτου Λογοτεχνικής Μετάφρασης της Κορέας (Literature Translation Institute of Korea – LTI)· την ίδια χρονιά, ένας Βρετανός εκδότης λαμβάνει από τη λογοτεχνική ατζέντισσα της Χαν Γκανγκ ένα αντίτυπο της Χορτοφάγου και βάζει αγγελία στα σόσιαλ μίντια αναζητώντας μεταφραστή από τα κορεατικά για να του μεταφράσει ένα δείγμα. Η διδακτορική φοιτήτρια κορεατικής λογοτεχνίας Ντέμπορα Σμιθ, μετέπειτα μεταφράστρια της Χαν Γκανγκ, προσφέρεται και αναλαμβάνει τη δουλειά έχοντας πίσω της μόλις ενάμιση χρόνο εκμάθησης της κορεατικής γλώσσας, παραδίδει το δείγμα, αλλά τελικά ο εκδότης αποφασίζει να μην προχωρήσει·[8] 2012, κυκλοφορία στα ισπανικά (Αργεντινή), με την επιχορήγηση του LTI· την ίδια χρονιά, η Ντέμπορα Σμιθ λαμβάνει διετή υποτροφία από το ICF για τη Μετάφραση Κορεατικής Λογοτεχνίας·[9] 2013, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου του Λονδίνου, δύο πάνελ προετοιμάζουν το έδαφος για την αντίστοιχη έκθεση του επόμενου έτους, στην οποία τιμώμενη χώρα θα είναι η Κορέα, παρουσιάζοντας θέματα σχετικά με τη μετάφραση της ασιατικής και κορεατικής λογοτεχνίας, καθώς και με τον κορεατικό εκδοτικό χώρο. Σε ένα από αυτά συμμετέχει η Ντέμπορα Σμιθ, η οποία, με την ιδιότητα της μεταφράστριας κορεατικής λογοτεχνίας, έρχεται σε επαφή με πολλούς Βρετανούς εκδότες που ενδιαφέρονται να έχουν κάποιο υλικό έτοιμο για την επόμενη χρονιά. Όταν ο εκδότης του οίκου Portobello ζητά τη γνώμη της για κάποιον τίτλο που «θα ταίριαζε με τον κατάλογό τους», η Σμιθ του προτείνει τη Χορτοφάγο. Δουλεύει ξανά το προηγούμενο δείγμα και το υποβάλλει, το δείγμα γίνεται δεκτό την επόμενη μέρα και η διαδικασία της έκδοσης ξεκινά·[10] 2014, κυκλοφορία στα πολωνικά με την επιχορήγηση του LTI· την ίδια χρονιά, στο Λονδίνο πραγματοποιείται η ετήσια Διεθνής Έκθεση Βιβλίου με τιμώμενη χώρα την Κορέα· 2015, Ιανουάριος, δημοσιεύεται στον Guardian η πρώτη αγγλόφωνη βιβλιοκριτική,[11] προετοιμάζοντας το κοινό για την κυκλοφορία του βιβλίου, που θα πραγματοποιηθεί τρεις μήνες αργότερα, στις 11 Απριλίου του ίδιου έτους. Η μετάφραση στα αγγλικά έχει γίνει χωρίς επιδότηση από το κορεατικό ινστιτούτο (οι αρμόδιοι δεν είχαν συμπεριλάβει την αγγλική στις γλώσσες που επιδοτούσαν, θεωρώντας ότι οι αγγλόφωνοι θα εκδηλώσουν από μόνοι τους ενδιαφέρον – πράγμα που όντως συνέβη)· 2016, 2 Φεβρουαρίου, κυκλοφορία του βιβλίου στην Αμερική και ταυτόχρονη δημοσίευση στους New York Times της πρώτης βιβλιοκριτικής στα αμερικανικά μέσα.[12] Τον Μάιο ανακοινώνεται ότι η Χορτοφάγος είναι ο νικητής του βραβείου The Man Booker International Prize και ακολουθεί η βράβευσή του τον Οκτώβριο – ήταν η πρώτη χρονιά που το βραβείο απονεμήθηκε σε κάποιον συγγραφέα για συγκεκριμένο βιβλίο, εξ ημίσεως με τον μεταφραστή του, και όχι για το σύνολο του έργου του· 2016-2022, μεταφράζεται και κυκλοφορεί σε 25 γλώσσες, μεταξύ των οποίων και η ελληνική το 2020 (από τις Εκδόσεις Καστανιώτη – επίσης με την επιχορήγηση του LTI)· 2024, η συγγραφέας βραβεύεται με το βραβείο Νόμπελ από τη Σουηδική Ακαδημία και η Χορτοφάγος επανέρχεται στο προσκήνιο.[13]
Τα μεταφραστικά του πάθη
Η Χορτοφάγος, κατ’ αρχάς στην ελληνική της έκδοση, προκαλεί ερωτηματικά που μάλλον δυσκολεύουν τον αναγνώστη –ή έστω κάποιους αναγνώστες– να αφεθεί στην πλοκή. Στη ροή της αφήγησης εμφανίζονται κάθε τόσο σημεία που δεν βγάζουν νόημα ή ξενίζουν, και καθώς το φαινόμενο επαναλαμβάνεται –ακόμα κι αν ο ίδιος αναγνώστης τυχαίνει κάποτε να απολαμβάνει το διάβασμα για συνεχόμενες σελίδες–, ο αρνητικός αντίκτυπος τέτοιων στιγμών στη συνολική εντύπωση είναι, κατά τη γνώμη μου, αναπόφευκτος.[14] Ένα εύγλωττο και ενδεικτικό, μόνο, παράδειγμα έχουμε στην πολυσυζητημένη σκηνή όπου η οικογένεια συγκεντρώνεται όλη μαζί, έναν περίπου χρόνο αφού η ηρωίδα έχει πάψει να τρώει κρέας, έχει χάσει βάρος και η απόσυρσή της από τον κόσμο έχει γίνει αβάστακτη για τον σύζυγό της. Το φιλάσθενο παρουσιαστικό της και η αλλόκοτη συμπεριφορά της ταράζουν την οικογένεια, και όλοι, με μια ένταση που κλιμακώνεται, προσπαθούν να την πείσουν να φάει κρέας. Σε αυτό το πλαίσιο, κάποια στιγμή η μητέρα της, απελπισμένη, προσπαθεί κυριολεκτικά να την ταΐσει:
«Αυτή τη φορά η πεθερά πήρε ένα κομμάτι γλυκόξινου χοιρινού με τα ξυλάκια της. Φέρνοντάς το μπροστά στο στόμα της γυναίκας μου, είπε:
“Έλα, κάνε αααα, και φά’ το”.
Η γυναίκα μου παρέμεινε με το στόμα της κλειστό, σαν να μην είχε ιδέα από τρόπους καλής συμπεριφοράς. Μόνο κοίταζε τη μητέρα της.» [Δική μου έμφαση] [15]
Η φράση «σαν να μην είχε ιδέα από τρόπους καλής συμπεριφοράς» δεν βγάζει νόημα. Όταν ένας ενήλικας φέρνει πιεστικά μια μπουκιά φαγητό μπροστά στα κλεισμένα χείλη ενός άλλου ενήλικα και του δίνει εντολές να φάει, οι «τρόποι καλής συμπεριφοράς» έχουν ήδη ξεπεραστεί, και όχι από εκείνον που αρνείται το φαγητό. Ο αναγνώστης αναρωτιέται αν φταίει η μετάφραση ή μήπως στη Νότια Κορέα οι κόρες (γενικώς τα παιδιά;) οφείλουν να τρώνε οτιδήποτε τους δίνουν οι γονείς τους, θέλουν δεν θέλουν, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, γιατί αυτό επιτάσσουν στη χώρα τους οι «τρόποι καλής συμπεριφοράς». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μεταφραστικό λάθος που ξεκινά από την Ντέμπορα Σμιθ,[16] τη μεταφράστρια του βιβλίου στα αγγλικά, η οποία ενδεχομένως έχει συμπαρασύρει σε αυτό και μεταφραστές από άλλες γλώσσες που, ναι μεν μετέφρασαν από τα κορεατικά, αλλά εν τη απουσία επιμελητή με γνώση της κορεατικής ίσως ένιωσαν την ανάγκη, σε πιθανόν δύσκολα σημεία, να συμβουλευτούν το αγγλικό κείμενο – το οποίο, άλλωστε, έχει καταξιωθεί μέσω της βράβευσής του με το Booker International.[17] Ωστόσο, ακριβώς εδώ αναφύεται ένα ζήτημα που καθιστά τη Χορτοφάγο, τη βράβευσή της με το εν λόγω βραβείο και τις κριτικές που γράφτηκαν στη συνέχεια ιδιαιτέρως επίμαχα θέματα: πρόκειται ακριβώς για την αξιοπιστία της αγγλικής μετάφρασης, του διαύλου, δηλαδή, που κατέστησε δυνατή αφενός τη βράβευση και, αφετέρου, την επαφή των κριτικών στη Δύση με το βιβλίο και τις συνακόλουθες αναλύσεις τους.
Η ίδια η Ντέμπορα Σμιθ έχει δηλώσει ανοιχτά ότι ξεκίνησε να μαθαίνει κορεατικά το 2010, δύο-τρία χρόνια πριν μεταφράσει το βιβλίο. Όπως δήλωσε στο BBC μετά την ανακοίνωση για τη βράβευση της Χορτοφάγου:
«Δεν είχα καμία επαφή με την κορεατική κουλτούρα –νομίζω πως δεν είχα καν γνωρίσει κάποιον Κορεάτη–, αλλά ήθελα να γίνω μεταφράστρια επειδή αυτό συνδύαζε την ανάγνωση με τη συγγραφή και επειδή ήθελα να μάθω μια γλώσσα. Τα κορεατικά φάνηκαν να είναι μια ασυνήθιστα προφανής επιλογή, επειδή είναι μια γλώσσα που πρακτικά σε αυτή τη χώρα δεν τη μελετά και δεν τη γνωρίζει κανείς.»
Και το δημοσίευμα στο BBC συνεχίζει:
«Είπε ότι αρχικά προσπάθησε να μεταφράσει το βιβλίο για κάποιον εκδότη έχοντας πίσω της μόνο δύο χρόνια εκμάθησης της κορεατικής γλώσσας, όμως η μετάφραση ήταν “φρικτή”. Ωστόσο, όταν τη ρώτησαν από τον εκδοτικό οίκο Portobello Books αν είχε κάποιο βιβλίο που θα ήταν “κατάλληλο για τη λίστα τους”, δοκίμασε να το μεταφράσει ξανά, έναν χρόνο αργότερα.» [18]
Ένας μέσος, καλοπροαίρετος αναγνώστης θα υπέθετε ότι, εφόσον η Σμιθ πέτυχε τη βράβευση υπό τις παραπάνω συνθήκες, είναι μεταφραστική ιδιοφυΐα. Για πολλούς μελετητές ή κριτές του συγκεκριμένου έργου αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα – ωστόσο, το Booker International σίγουρα ήρθε να επιβεβαιώσει ένα άλλο μεγάλο ταλέντο της Σμιθ: το επιχειρηματικό της πνεύμα και τις αναμφισβήτητες ικανότητές της στον επαγγελματικό στίβο. Σε μια συνέντευξή της το 2014, όταν η αγγλική μετάφραση της Χορτοφάγου βρισκόταν υπό έκδοση, στην ερώτηση «Τι σας έκανε να ενδιαφερθείτε για τη μετάφραση της κορεατικής λογοτεχνίας;», απάντησε ως εξής:
«Διάλεξα τα κορεατικά […] εν μέρει επειδή υποπτευόμουν ότι θα μου έδιναν την ευκαιρία να εργαστώ ως μεταφράστρια, δεδομένης της σχεδόν απόλυτης έλλειψης της κορεατικής λογοτεχνίας στα αγγλικά, καθώς και επειδή ήξερα πως η Κορέα είναι μια εξαιρετικά ανεπτυγμένη, μοντέρνα χώρα με μια –κατά τεκμήριο– ανθούσα εκδοτική βιομηχανία. Και πάλι, καθώς δεν είχα κανέναν προηγούμενο δεσμό με την Κορέα ή την κορεατική κουλτούρα, ούτε είχα επενδύσει σ’ αυτήν, δεν επρόκειτο τόσο για κάποια φιλοδοξία να προωθήσω την κορεατική λογοτεχνία στο εξωτερικό όσο για την αίσθηση ότι υπήρχε ένας (σχετικά) ανεκμετάλλευτος τομέας που θα μπορούσα να εκμεταλλευτώ προς όφελός μου!» [19]
Στο ίδιο πνεύμα, απαντώντας στην ερώτηση «Όταν μεταφράζετε ένα έργο σε μια ξένη γλώσσα, ποια θεωρείτε πως είναι η μεγαλύτερη πρόκληση;», η Σμιθ λέει τα ακόλουθα:
«Στην πραγματικότητα η μεγαλύτερη πρόκληση της μετάφρασης δεν είναι καθόλου το να μεταφράζεις, είναι το να καταφέρεις να δημοσιευτεί η μετάφραση. Με μια γλώσσα όπως τα κορεατικά, την οποία ουσιαστικά δεν μπορεί να διαβάσει κανένας Αμερικανός ή Άγγλος επιμελητής, ο μεταφραστής οφείλει να είναι απίστευτα ενεργητικός υποστηρικτής κάθε βιβλίου ξεχωριστά: να χτίζει προσωπικές σχέσεις με τους επιμελητές, να παρακολουθεί την αγορά, να διαλέγει σε ποιους εκδότες θα υποβάλει [τη μετάφρασή του] βασισμένος σε μια γερή κατανόηση του καταλόγου τους, και να συγκεντρώνει συμπληρωματικό υλικό –η μετάφραση παραθεμάτων από βιβλιοκριτικές στον ξένο τύπο, αν το βιβλίο έχει ήδη εκδοθεί σε κάποια άλλη γλώσσα, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη–, έτσι ώστε να βοηθήσει το βιβλίο να ξεχωρίσει από τα πολλά. Πρέπει να είναι κανείς ιδιαιτέρως επίμονος (να εγκαταλείψεις κάθε περηφάνια και να γίνεις μπελάς, σαν να μην υπάρχει αύριο) και υπομονετικός – στην αρχή η συνειδητοποίηση της γεωλογικής χρονικής κλίμακας στην οποία λειτουργούν οι εκδότες μπορεί να είναι πολύ αποθαρρυντική, ιδίως όταν έχεις να πληρώσεις λογαριασμούς που, δυστυχώς, δεν μπορούν να αναβληθούν τόσο εύκολα όσο συχνά αναβάλλονται οι ημερομηνίες έκδοσης.» [20]
Το κίνητρο του βιοπορισμού και, ακόμα περισσότερο, της επαγγελματικής επιτυχίας, εννοείται πως είναι μια καθ’ όλα νόμιμη και θεμιτή φιλοδοξία, και δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς την ακομπλεξάριστα ειλικρινή και πραγματιστική απάντηση της Ντέμπορα Σμιθ, σε έναν χώρο –αυτόν της λογοτεχνίας–, όπου οι παντοειδείς φανφαρολογίες είναι, παραδοσιακά, κάτι παραπάνω από κραυγαλέες. Άλλωστε, σε μια αξιοπρόσεκτη σύμπτωση, η Σμιθ δεν εκφράζει παρά το ίδιο πραγματιστικό πνεύμα που, τη δεκαετία του ’90, ώθησε και την κυβέρνηση της Κορέας να στρέψει το βλέμμα και τους πόρους της στο πολιτιστικό της κεφάλαιο επενδύοντας στην εξαγωγή του:
«Το 1994 η είδηση ότι τα ταμεία της ταινίας Jurassic Park του Στήβεν Σπήλμπεργκ ξεπέρασαν τα κέρδη από την πώληση 1,5 εκατομμυρίου αυτοκινήτων Hyundai δεν πέρασε απαρατήρητη από την πρώτη πολιτική κυβέρνηση της χώρας, αυτή του Κιμ Γιουνγκ-σαμ. Αναγνωρίζοντας τις τεράστιες οικονομικές δυνατότητες και την εξαγωγική αξία που διαθέτει η πολιτιστική βιομηχανία, είδε μια χρυσή ευκαιρία για να ανεβάσει το προφίλ της χώρας στο εξωτερικό και να προωθήσει την πολιτιστική διπλωματία της Κορέας.» [21]
Προκύπτει ένα πρόβλημα ωστόσο, κι αυτό έχει να κάνει με τον βαθμό στον οποίο η επιθυμία της (γρήγορης) επαγγελματικής επιτυχίας συγκρούεται με την ποιότητα του παραγόμενου έργου.
Η βράβευση της Χορτοφάγου δημιούργησε κλίμα ευφορίας στη Νότια Κορέα – το «Χαλγιού», το «κορεατικό κύμα» που ως τότε σάρωνε τη διεθνή μουσική σκηνή και τον παγκόσμιο κινηματογράφο, τώρα ερχόταν να συμπαρασύρει και την κορεατική λογοτεχνία και να επιβραβεύσει την «πολιτιστική διπλωματία» της χώρας. Την ίδια όμως στιγμή, η δημόσια συζήτηση που είχαν ήδη προκαλέσει στους κορεατικούς ακαδημαϊκούς κύκλους και στα κορεατικά μέσα τα λάθη και οι παρεμβάσεις της μετάφρασης εντάθηκε, και επεκτάθηκε και στη Δύση.
Τον Ιούνιο του 2016 ο Βρετανός συγγραφέας, μεταφραστής και καθηγητής λογοτεχνίας Τιμ Παρκς δημοσίευσε στη New York Review of Books άρθρο με το οποίο μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα καταδείκνυε τα προβλήματα της πολυδιαφημισμένης μετάφρασης, εστιάζοντας στο ασυνεπές, μη πειστικό ενίοτε, επίπεδο ύφους και σε σημεία που δεν έβγαζαν νόημα –μη γνωρίζοντας ο ίδιος κορεατικά, δεν μπορούσε παρά να κρίνει και να μιλήσει για το αγγλικό, μόνο, κείμενο, το οποίο, κατά τη γνώμη του, «απέχει πολύ από το να συνιστά την επιτομή της κομψότητας»– όπως διαφημιζόταν. Έκλεινε αυτό το άρθρο με μια ειρωνική αμφισβήτηση των «τριάντα τεσσάρων» αποσπασμάτων από εγκωμιαστικές κριτικές που, «σαν φύλακες», πρόβαλλαν στο τζάκετ του βιβλίου πλαισιώνοντας το μυθιστόρημα: «Περιέργως» έγραφε
«αυτό το μπαράζ επαίνων και βραβείων αρχίζει να δίνει στον ανεξάρτητο αναγνώστη περισσότερο την αίσθηση του ζουρλομανδύα του κομφορμισμού, τον οποίο η δυστυχής ηρωίδα της Χαν Γκανγκ είναι αποφασισμένη να αποτινάξει».[22]
Τον Ιούλιο του 2017 ο Αμερικανοκορεάτης μεταφραστής και ακαδημαϊκός Charse Yun δημοσίευσε στο διαδικτυακό περιοδικό Korea Exposé το άρθρο του «You Say Melon, I Say Lemon: Deborah Smith’s Flawed Yet Remarkable Translation of «The Vegetarian”», («Εσύ λες πεπόνι, εγώ λέω λεμόνι: Η προβληματική αλλά αξιοθαύμαστη μετάφραση της Χορτοφάγου από την Ντέμπορα Σμιθ»).[23] «Αναρωτήθηκα ποιος θα ήταν ο πρώτος που θα χαλούσε το πάρτι» γράφει ο Yun, αναφερόμενος στην περίοδο μετά τον πρώτο ενθουσιασμό για τη βράβευση, όταν συνάδελφοι και φοιτητές του άρχισαν να εκφράζουν την απαρέσκειά τους για τη μετάφραση και η σχετική συζήτηση στους κορεατικούς ακαδημαϊκούς κύκλους και στα κορεατικά μέσα εντάθηκε, μέχρι και με συγκρίσεις μεταξύ του κορεατικού και του αγγλικού κειμένου γραμμή-γραμμή.[24] Τα δύο κείμενα τα υπέβαλε και ο Yun στην ίδια βάσανο, και ένα από τα συμπεράσματά του ήταν πως «το 10.9% του πρώτου μέρους του μυθιστορήματος μεταφράστηκε λάθος. Ένα επιπλέον 5.9% του πρωτότυπου κειμένου παραλείφθηκε – κι αυτά μόνο στο πρώτο μέρος». Εκτίμησε ότι τα λάθη στην αγγλική μετάφραση της Χορτοφάγου είναι πολύ περισσότερα από ό,τι θα περίμενε κανείς από έναν επαγγελματία μεταφραστή, κατέληξε όμως ότι δεν επηρεάζουν το ξετύλιγμα της πλοκής παρά ελάχιστα – αν την επηρεάζουν καν. Ωστόσο, μεταξύ των πιο σοβαρών λαθών και επεμβάσεων της Σμιθ εντοπίζει λάθος αναγνώριση των υποκειμένων στις προτάσεις (άλλος ενεργεί στο κορεατικό κείμενο και άλλος στο αγγλικό), «εισαγωγή επιρρημάτων, υπερθετικών και εμφατικών λέξεων που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο» (δική του έμφαση) κ.ά. – «αδυνατώ να τονίσω επαρκώς πόσο διαφορετικό είναι το ύφος της Χαν Γκανγκ στα κορεατικά» γράφει, έχοντας παραπέμψει σε μια μελέτη που δείχνει ότι οι λεκτικές παρεμβάσεις της Σμιθ αποτελούν το 31,5% του πρώτου μέρους. Ο Yun δεν περιορίζεται στα παραπάνω – με διάφορα παραδείγματα, εξηγεί στον αγγλόφωνο αναγνώστη γιατί στην Κορέα, στον μεταφραστικό τομέα, οι αντιδράσεις κυμαίνονται «από επιφυλακτικά υποστηρικτικές έως ενοχλημένες και απογοητευμένες». Εντούτοις, στον τίτλο του άρθρου του παραμένει η λέξη «αξιοθαύμαστη» – ο χαρακτηρισμός είναι δίκαιος, κατά τον Yun, για το γεγονός και μόνο ότι
«η Σμιθ έφερε εις πέρας το πιο σημαντικό, ίσως, καθήκον: Σύστησε επιτυχώς ένα λογοτεχνικό έργο σε ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα είχαν την ευκαιρία να το διαβάσουν».
Η ενδελεχής παρακολούθηση αυτής της διαμάχης παρουσιάζει μεγάλο θεωρητικό ενδιαφέρον, αλλά εδώ αρκεί να συγκρατήσουμε κάποιους ακόμη σημαντικούς της σταθμούς: Η Ντέμπορα Σμιθ απάντησε στους επικριτές της με άρθρο της στη Los Angeles Review of Books τον Ιανουάριο του 2018.[25] Εκεί δέχτηκε ευθύς εξαρχής ότι η μετάφρασή της είναι ένα «εντελώς διαφορετικό βιβλίο από το κορεατικό πρωτότυπο», όχι όμως σε βαθμό μεγαλύτερο από ό,τι οποιαδήποτε άλλη μετάφραση – γιατί, όπως λέει, «είναι αδύνατον να υπάρξει μετάφραση που δεν είναι “δημιουργική”». Τόνισε την αυταξία του πρωτοτύπου και τη στενή της συνεργασία με τη συγγραφέα κατά τη μεταφραστική διαδικασία, όπως και τη σύμφωνη γνώμη της Χαν Γκανγκ ότι η μετάφραση είναι μια δημιουργική τέχνη αυτή καθαυτή. Στις κατηγορίες ότι έχει αλλάξει το ύφος της Γκανγκ, απαντά:
Το λογοτεχνικό ύφος δεν είναι απλώς δείκτης ταυτότητας, όπως το δαχτυλικό αποτύπωμα – παράλληλα έχει και μια λειτουργία και έναν σημασιοδοτικό ρόλο (significance). Η λειτουργία είναι το εύκολο κομμάτι: η ψύχραιμη, μετρημένη πρόζα της Χορτοφάγου λειτουργεί αντισταθμιστικά προς την πυρετική βία, για να την αποτρέψει από τον εντυπωσιασμό και την υπερβολή, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι πιο σκοτεινοί τρόμοι βρίσκονται μέσα στην καθημερινότητα. Ο σημασιοδοτικός ρόλος είναι πιο περίπλοκος, επειδή εξαρτάται από το περικείμενο. Τι είδη ύφους χρησιμοποιούνται από τους συγχρόνους της συγκεκριμένης συγγραφέα; Ποιο είναι το κυρίαρχο ρεύμα; Τι είθισται να κερδίζει τον έπαινο, να χαρακτηρίζεται «μοντέρνο», «πρωτότυπο», «πειραματικό» ή έστω και μόνο «λογοτεχνικό»;.
Τέλος, τις έντονες κατηγορίες των Κορεατών, κυρίως, ακαδημαϊκών περί αυθαιρεσίας, τις απέδωσε στο μεθοδολογικό τους εργαλείο: τη σύγκριση των δύο κειμένων αντί για την αντιμετώπιση του μεταφράσματος ως κειμένου αυτόνομου. Και καταλήγει:
«Είναι […] δύσκολο και σχεδόν σίγουρα παραπλανητικό το να αξιολογούμε το αποτέλεσμα μεταφράζοντας προς τα πίσω, προς τη γλώσσα του πρωτοτύπου, ή συγκρίνοντας με μια φανταστική κατά γράμμα μετάφραση· στην τελική, και οι δύο αυτές μέθοδοι περιλαμβάνουν τον ίδιο βαθμό υποκειμενικότητας με μια μετάφραση που θεωρείται ιδιαιτέρως ελεύθερη ή δημιουργική.»
Ταυτόχρονα, αποδέχεται ότι υπήρξαν κάποια λάθη, τα οποία δηλώνει ότι θα διορθωθούν στις μελλοντικές ανατυπώσεις του βιβλίου, καθώς «η Χαν κι εγώ βρήκαμε επιτέλους τον χρόνο να διορθώσουμε το κείμενο». Ωστόσο, η Σμιθ δεν φαίνεται να πιστεύει ότι το πρόβλημα των επικριτών της ήταν πράγματι τα μεταφραστικά της «λάθη», καθώς διερωτάται: «Δηλαδή, αν είχα προσεγγίσει, έστω, πιο πολύ εκείνη την ανέφικτη τελειότητα, οι κριτικοί θα είχαν αναγκαστεί να ασχοληθούν περισσότερο με το ίδιο το βιβλίο;». Και όταν υπερασπίζεται την αυταξία του πρωτοτύπου προκειμένου να ερμηνεύσει την αποδοχή του εντός Κορέας μετά την έκδοση της αγγλικής μετάφρασης (δηλαδή μετά την επίδραση που άσκησε στην πρόσληψη του βιβλίου η είσοδός του στη διεθνή λογοτεχνική σκηνή), έναντι της περιορισμένης ανταπόκρισης που είχε βρει τη χρονιά έκδοσής του (2007), λέει:
«Κάτι άλλο συνέβη μέσα στα επτά αυτά χρόνια – η Νότια Κορέα ποινικοποίησε τον συζυγικό βιασμό. Κι έτσι δεν είναι δύσκολο να δει κανείς γιατί ένα βιβλίο που εκθέτει αυτή τη διάχυτη δομική βία μπορεί να έχει προσληφθεί διαφορετικά από το (κατά κύριο λόγο μεγαλύτερης ηλικίας, αρσενικό) λογοτεχνικό κατεστημένο από ό,τι από τις πολλές Κορεάτισσες γυναίκες που δεν το βρήκαν καθόλου «ακραίο και περίεργο». Μήπως η εξαντλητική εστίαση στην αισθητική της Χορτοφάγου είναι ένας τρόπος να αποφύγουμε τη συζήτηση περί πολιτικής;»
Τον Μάρτιο του 2018, δύο μόλις μήνες μετά τη δημοσίευση αυτού του άρθρου, δημοσιεύτηκε η εκτενής ακαδημαϊκή εργασία του Κορεάτη Wook-Dong Kim, μελετητή, κριτικού λογοτεχνίας, μεταφραστή και επίτιμου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Sogang, με τίτλο «The “Creative” English Translation of the Vegetarian by Han Kang» («Η “δημιουργική” αγγλική μετάφραση της Χορτοφάγου της Χαν Γκανγκ»).[26] Είναι από τα πιο αναλυτικά και εμπεριστατωμένα άρθρα, σχετικά τόσο με τα λάθη λεξιλογίου και τις λάθος αποκωδικοποιήσεις όσο και με τις υπο- και υπερμεταφράσεις της Σμιθ (λιγότερο ή περισσότερο εκτενείς παραλείψεις και προσθήκες κειμένου), ενώ επίσης αναδεικνύει και την άγνοια της μεταφράστριας για την κορεατική κουλτούρα, που μεταφράζεται σε παρερμηνεία πολιτισμικά φορτισμένων όρων – όχι μόνο στο πρώτο μέρος, που είχε εξετάσει ο Charse Yun, αλλά σε όλη την έκταση του βιβλίου. Η συγκεκριμένη εργασία συγκεντρώνει πολλές παραπομπές στη σχετική βιβλιογραφία που αναπτύσσεται έκτοτε (διεθνώς, αλλά όχι στην Ελλάδα) – ύστερα από τη δημοσίευσή της, η δημοσιογράφος των Korea Times, Kwak Yeon-soo, εξέφρασε τις επιφυλάξεις της για το εάν η εκ νέου υποψηφιότητα του ζεύγους Γκανγκ-Σμιθ για το Booker International 2018, με το βιβλίο The White Book, συνέχιζε να έχει ελπίδες.[27]
Το 2019 η Σμιθ επανήλθε, με ένα μικρό βιβλίο υπό τον τίτλο Fidelity (Πιστότητα),[28] ένα «επίκαιρο και φλογερό δοκίμιο σχετικά με τη μετάφραση, την πιστότητα και την πολιτιστική πολιτική της παγκόσμιας λογοτεχνίας».[29] Έκτοτε, αυτός ο διάλογος έχει εξελιχθεί σε μια πιο θεωρητική συζήτηση περί της φύσης, του ρόλου ή της αποστολής της μετάφρασης, ενώ ταυτόχρονα έχει θεματοποιηθεί και η ίδια η διαμάχη, σε πλείστες ακαδημαϊκές εργασίες, με πολλούς από τους συγγραφείς τους να την προσεγγίζουν μέσα από ακτιβιστικά, ιδεολογικά φορτισμένα πρίσματα της woke κοσμοαντίληψης – αναζητώντας, με λίγα λόγια, στον λόγο των μερών αυτής της συζήτησης εξουσιαστικές δομές και δίπολα θύτη-θύματος: π.χ., «Deborah Smith’s infidelity: The Vegetarian as feminist translation» («Η μη πιστότητα της Ντέμπορα Σμιθ: Η Χορτοφάγος ως φεμινιστική μετάφραση»), Journal of Gender Studies, 2020· «Fidelity or infidelity?: The mistranslation controversy over The Vegetarian» («Πιστότητα ή μη πιστότητα; Η διαμάχη για τη λάθος μετάφραση στη Χορτοφάγο»), Target, Vol. 35, Number 2, 2023·[30] «The Translation Politics of Han Kang’s The Vegetarian; or, The Task of the Reader of the Work in (English) Translation» («Η πολιτική της μετάφρασης στη Χορτοφάγο της Χαν Γκανγκ· ή, Το καθήκον του αναγνώστη του έργου σε (αγγλική) μετάφραση»), PMLA, 12 Ιαν. 2023,[31] κ.ο.κ.
Ο μέσος αναγνώστης ξεχάστηκε. Μέσα σε κλίμα γιορταστικό τού προσφέρθηκε ένα αμφισβητούμενο προϊόν με αμφισβητούμενη εγγύηση – και η αγορά κινήθηκε. Το εγχείρημα επομένως πέτυχε, το αναγνωρίζουν και οι επικριτές: η μετάφραση όντως είναι προσπελάσιμη από το κοινό-στόχο στο οποίο απευθύνεται. Απλώς – η μετάφραση ποιου πράγματος, τελικά;
*
*
Πώς είναι δυνατόν να βραβεύτηκε η αγγλική μετάφραση της Χορτοφάγου με το Booker International, αν δεν ήταν «καλή»; Ίσως ξαφνιαστεί ο μέσος αναγνώστης, για τον οποίο η ένδειξη σε εξώφυλλα βιβλίων ότι έχουν τιμηθεί με το Booker συχνά «μεταφράζεται» σε κριτήριο για την αγορά τους (και συνεπώς στη συμβολή του αναγνώστη στην κίνηση της αγοράς και στην ενίσχυση της εκδοτικής βιομηχανίας): η κριτική επιτροπή του Διεθνούς Βραβείου Booker βραβεύει μεν εξ ημίσεως τη μετάφραση και το πρωτότυπο έργο, ωστόσο ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τη μετάφραση είναι ο τρόπος της Ντέμπορα Σμιθ – δεν συγκρίνουν τα δύο κείμενα μεταξύ τους. Δηλαδή, βραβεύουν έναν μεταφραστή, χωρίς να έχουν ελέγξει τη μετάφρασή του σε αντιπαραβολή με το πρωτότυπο. Σε αυτό, οι κριτές του Booker International δεν είναι οι μόνοι – όπως εξηγεί ο Άγγλος συγγραφέας, επιμελητής και μεταφραστής Ντάνιελ Χαν, ο οποίος έχει υπάρξει μέλος πολλών κριτικών επιτροπών απονομής λογοτεχνικών βραβείων (μεταξύ αυτών και του Booker International το 2017), και όπως επαναλαμβάνει και η Ντέμπορα Σμιθ στο απολογητικό της κείμενο υπέρ της «δημιουργικής» μετάφρασης που είδαμε νωρίτερα,[32] τούτη η πρακτική αποτελεί τον κανόνα για πολλά παρόμοια λογοτεχνικά βραβεία:
«η αποτίμηση του έργου γίνεται χωρίς αναφορά στο πρωτότυπο. Δεν συγκρίνουμε το πρωτότυπο και τη μετάφραση και δεν αξιολογούμε τη διαδικασία (αποφάσεις, επινοητικότητα, ολισθήματα…) του περάσματος από το ένα στο άλλο. Κατ’ αρχήν, είναι αδύνατον να το κάνουμε, όταν οι υποψηφιότητες προέρχονται από δεκάδες διαφορετικές γλώσσες· κι έπειτα, επιδίωξη του βραβείου δεν είναι να βραβεύσει αυτή τη διαδικασία. […] Εμείς οι κριτές/αξιολογητές διαβάζουμε λογοτεχνικά έργα στα αγγλικά και διαλέγουμε εκείνο που μας φαίνεται πως είναι το καλύτερο. Ποιο από αυτά τα αγγλόφωνα μυθιστορήματα είναι το καλύτερο αγγλόφωνο μυθιστόρημα.» [Η έμφαση του συγγραφέα].[33]
Παρά το μεγάλο ενδιαφέρον που παρουσιάζει όλη αυτή η ιστορία και τα ποικίλα ερωτήματα στα οποία δίνει έναυσμα, εμείς θα επιστρέψουμε για λίγο στον Έλληνα αναγνώστη και στο βιβλίο που εκείνος κρατάει στα χέρια του – παρεμπιπτόντως, ένα βιβλίο που διακινείται με τη «σφραγίδα» του «Διεθνούς Βραβείου Booker», το οποίο απονέμεται εξ ημίσεως σε μεταφραστή και συγγραφέα με τον διακηρυγμένο στόχο ακριβώς να προβάλει το έργο του μεταφραστή, είναι ειρωνεία να παραλείπει το όνομα της μεταφράστριας από το εξώφυλλο. Η μεταφράστρια της ελληνικής έκδοσης, η Αμαλία Τζιώτη, μετέφρασε απευθείας από τα κορεατικά, όπως διαβάζουμε στη σελίδα του τίτλου – αλλά, όπως συχνά κάνουν οι μεταφραστές, θα υπήρξαν σημεία όπου θα συμβουλεύτηκε και το αγγλικό, μια πρακτική καθ’ όλα θεμιτή στο επάγγελμα, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τόσο δύσκολες γλώσσες. Μόνο που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το αγγλικό κείμενο που υποτίθεται πως θα ήταν «χείρα βοηθείας» έτυχε να έχει μετατραπεί σε διεθνές μήλον της έριδος και ο κίνδυνος να παρασύρει και τους άλλους στα λάθη του ήταν παραπάνω από απτός (όπως στο παράδειγμα για τους «τρόπους καλής συμπεριφοράς» που είδαμε παραπάνω).
Τα ιδεολογικά του πάθη
Την κριτική επιτροπή του Booker International την ενδιαφέρει το αγγλικό κείμενο. Ομοίως, φαίνεται ότι και τη συντριπτική μερίδα των κριτικών και των ακαδημαϊκών στη Δύση, καθώς και πολλούς απλούς αναγνώστες, τους ενδιαφέρουν συγκεκριμένες δυτικές αξίες – η συγγραφέας, όπως είδαμε στην αρχή αυτού του κειμένου, το θέτει λίγο διαφορετικά και ίσως με μεγαλύτερο τακτ: «Θα είναι αναπόφευκτο διαφορετικοί αναγνώστες και διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα να εστιάσουν περισσότερο σε διαφορετικές πτυχές του». Μπορεί ο δυτικός διανοούμενος να διαβάσει «γυναίκα» χωρίς να σκεφτεί (αποκλειστικά) «φεμινισμό», μπορεί να δει μια σκηνή βίας με αυτουργό τον πατέρα και θύμα την κόρη και να μη σκεφτεί (αποκλειστικά) «πατριαρχία», μπορεί να δει έναν άνθρωπο να ξεχωρίζει με κάποιον τρόπο από τους πολλούς και να μη σκεφτεί (αποκλειστικά) «δικαίωμα στη διαφορετικότητα», μπορεί να δει τη ζωή μιας οικογένειας χωρίς να σκεφτεί (αποκλειστικά) «οικογενειοκρατία» και μια συντηρητική κοινωνία χωρίς να σκεφτεί (αποκλειστικά) «καταπίεση»;
Oι αγγλόφωνες βιβλιοκρισίες εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερη ποικιλία από τις ελληνικές, στις οποίες μοιάζει να κυριαρχεί (ευτυχώς όχι απόλυτα) το ισοπεδωτικό πρίσμα της woke ιδεολογίας, με την εμμονική του επιμονή και εστίαση στην αναζήτηση εξουσιαστικών δομών και στα συνηθισμένα του απόλυτα δίπολα θύματος-θύτη. Το βαρετά ομοιόμορφο και συχνά στριφνό λεξιλόγιο αυτού του πρίσματος επαναλαμβάνεται αυτούσιο σε τόσο πολλές από αυτές, που ύστερα από ένα σημείο αρκεί να ρίξει κανείς μια πρόχειρη ματιά για να καταλάβει ότι θα διαβάσει μια από τα ίδια: φεμινισμός, οικοφεμινισμός, αντίσταση στην πατριαρχία, αντίσταση στη φαλλοκρατία, αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος, αναζήτηση ταυτότητας μέσω της διαφορετικότητας, η καταπιεστική πατριαρχική κορεατική κοινωνία κ.ο.κ. Γι’ αυτού του είδους τις κριτικές, η Χορτοφάγος δεν εγείρει κανένα γενικότερο υπαρξιακό ερώτημα, δεν αφορά γενικά τον άνθρωπο, την εμπρόθετη δράση, τη σχέση του με την κοινωνία, τη φύση και τον θάνατο, αλλά συγκεκριμένα την (καταπιεσμένη) γυναίκα (ενίοτε, ακόμα πιο συγκεκριμένα, την Κορεάτισσα γυναίκα)· οι ήρωες του βιβλίου τοποθετούνται στις δύο κατηγορίες του «καλού» και του «κακού» ανάλογα με το φύλο τους (όλοι οι άντρες στο μυθιστόρημα είναι εκμεταλλευτές φαλλοκράτες/βιαστές και φυσικά οι γυναίκες είναι μόνο θύματα), και αυτό ήταν. Ευτυχώς, αν και σε μικρότερο βαθμό από ό,τι συμβαίνει με τις αγγλόφωνες κριτικές, υπάρχουν και εξαιρέσεις – ίσως δεν είναι τυχαίο ότι, χωρίς από αυτές να λείπει μια κοινωνιολογική προσέγγιση, λείπει όμως το αναγνωρίσιμο λεξιλόγιο της ιδεολογίας της υποτιθέμενης «αφύπνισης». Οι συντάκτες τους δεν επαναλαμβάνουν ακτιβιστικά συνθήματα γενικής εφαρμογής, αλλά διαβάζουν, εισπράττουν και ερμηνεύουν ένα συγκεκριμένο μυθιστόρημα, με την ιδιαίτερη πλοκή του και τους μοναδικούς του χαρακτήρες.
Ένα ενδεικτικό και πολύ αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι οι διαφορετικές αναγνώσεις του δεύτερου μέρους του μυθιστορήματος, της «Μογγολικής κηλίδας». Εδώ, ο απογοητευμένος από τη ζωή του και από την τέχνη βιντεοκαλλιτέχνης και γαμπρός της «χορτοφάγου» ανακαλύπτει την έμπνευσή του στο φθίνον σώμα τούτης της μοναχικής και κατατονικής, πια, γυναίκας, η οποία, με τη σειρά της, ανακαλύπτει στην τέχνη του κάτι από τον εαυτό της (την ποθούμενη μη ανθρώπινη φύση). Ιδωμένη μέσα από ένα «φεμινιστικό» πρίσμα αναζήτησης εξουσιαστικών δομών παντού, η «Μογγολική κηλίδα» γίνεται αντιληπτή ως εξής:
Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος ο γαμπρός της ηρωίδας, ένας καλλιτέχνης που συνδυάζει τη ζωγραφική με τον κινηματογράφο, αποκτά εμμονή μαζί της, παραβιάζοντας επανειλημμένως την ιδιωτικότητά της και αντικειμενοποιώντας την, αρχικά μέσω της αδιάκριτης ματιάς του και στη συνέχεια μέσω της κάμερας που εισβάλει στο σπίτι εστιάζοντας στο σώμα της. Τελικά, θα υπερβεί κάθε φραγμό επιδιώκοντας και επιτυγχάνοντας την ερωτική τους ένωση, όχι από πραγματικό ενδιαφέρον για την ίδια, αλλά για καθαρά ναρκισσιστικούς λόγους που έχουν να κάνουν σε πρώτο επίπεδο με τις καλλιτεχνικές φιλοδοξίες του και σε δεύτερο με την ικανοποίηση της σεξουαλικής του επιθυμίας.[34] (η έμφαση δική μου)
Διαμετρικά αντίθετα, μέσα από το πρίσμα μιας ανάγνωσης που απλώς παρακολουθεί τους ήρωες χωρίς να προβάλλει πάνω τους τα έτοιμα εξουσιαστικά δίπολα της woke ιδεολογίας, το ίδιο κομμάτι περιγράφεται ως εξής:
«Στο δεύτερο μέρος η οπτική γωνία αλλάζει, και αφηγητής γίνεται ο αποστασιοποιημένος βιντεοκαλλιτέχνης σύζυγος της αδελφής της, ο οποίος μετέφερε τη «χορτοφάγο» άρον άρον στο νοσοκομείο. Η συνεύρεσή τους θα είναι καταλυτική, καθώς εκείνος βλέπει μέσα της «την ενέργεια του άγριου δέντρου», μεταστρέφεται και ξαναγεννιέται καλλιτεχνικά.
Με εξαιρετική μαστοριά, η συγγραφέας καθρεφτίζει τη μία ιστορία στην άλλη, ασυνείδητο/έμπνευση, βία/αρμονία της φύσης, κορμί ντυμένο/κορμί γυμνό, διαμαρτυρία σωματική/διαμαρτυρία καλλιτεχνική, αφύπνιση της συνείδησης. Ωστόσο η εξέλιξη των πραγμάτων δεν θα καθρεφτίσει τις ευαισθησίες των δυο τους αλλά τις παρωπίδες της κοινωνίας που τους περιβάλλει: πουριτανισμό, λογοκρισία, δαιμονοποίηση, συντήρηση.» [35]
Οι διαφορετικές αναγνώσεις των έργων τέχνης, φυσικά και της λογοτεχνίας, είναι κάτι παραπάνω από θεμιτές, μπορούν να γίνουν ολόκληρα ταξίδια – αποκαλύπτουν νέες πτυχές του έργου και πλουτίζουν τον διανοητικό και ψυχικό κόσμο του αναγνώστη. Το γενικότερο πρόβλημα με την αγεφύρωτη διαφορά των δύο παραπάνω προσεγγίσεων (εκμεταλλευτής-θύμα στη μία περίπτωση, «οι δυο τους» στην άλλη) είναι ότι δεν πρόκειται για διαφορετικές αναγνώσεις εκ μέρους δύο διαφορετικών ατόμων, δύο διαφορετικών ατομικών ψυχισμών, αλλά για διαφορά που εξηγείται από την (συνειδητή ή ασυνείδητη) ένταξη της μίας ανάγνωσης σε ένα ιδεολογικό «κίνημα» και από την υιοθέτηση του δογματικού τρόπου που προσεγγίζει αυτό την τέχνη. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς ότι η πρώτη ερμηνεία παραβλέπει το ότι μαζί του, και μόνο μαζί του, η γυναίκα για πρώτη και τελευταία φορά αρθρώνει (θετικό) λόγο, χαμογελά, λαχταράει και κάνει σεξ, δέχεται να αφήσει τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της και να βγει στον κόσμο, να περπατήσει στους δρόμους, να καθίσει σε ένα μαγαζί, μέχρι που φτάνει να φάει παγωτό! – η Γιόνγκ-Χιε, αυτή η «σκληροπυρηνική» χορτοφάγος που έχει πάψει να τρώει το κρέας και τα προϊόντα του.[36] Είναι τόσο προφανές ότι πρόκειται για συνάντηση δύο πλασμάτων που, από διαφορετικούς δρόμους, έχουν φτάσει σε έναν παρόμοιο υπαρξιακό κορεσμό και σε μια παρόμοια απόσυρση, είναι τόσο προφανής η συναινετική τους ένωση, που καταλήγει αστείο να αγνοούνται ολόκληρα κομμάτια του κειμένου (τι να λένε άραγε οι παράγραφοι που απλώς δεν μετέφρασε η Σμιθ;) και να θεωρείται ότι ο καλλιτέχνης την εκμεταλλεύεται, επειδή είναι «ψυχικά άρρωστη» – ενώ, την ίδια στιγμή, στις ίδιες κριτικές εξαίρεται η «αντίσταση» της ηρωίδας στην πατριαρχία και στις «καταπιεστικές δομές». Πώς ακριβώς «αντιστέκεται» ένας ψυχικά ασθενής που, εξ ορισμού, δεν είναι υπεύθυνος για τις πράξεις και τις σκέψεις του;
Αντίστοιχα παραδείγματα διαμετρικά αντίθετων ερμηνειών μπορούν να δοθούν σχεδόν για κάθε χαρακτήρα και για κάθε κομβική στιγμή της Χορτοφάγου, τόσο στις ελληνικές όσο και στις αγγλικές βιβλιοκριτικές. Έτσι, πολλές κριτικές αγγίζουν επιδερμικά ή αφήνουν εντελώς ασχολίαστα κάποια πυρηνικά θέματα του έργου: την απάρνηση της ανθρώπινης κοινωνίας, την επιλογή της αυτοκαταστροφής σε συνδυασμό με το ηθικό ερώτημα αν μπορούμε/πρέπει να αφήσουμε έναν σωματικά υγιή άνθρωπο να επιλέξει τον θάνατο, την τρέλα, τις συμβατικές ανθρώπινες σχέσεις, τη βία του ανθρώπου απέναντι στη φύση και τη δυνατότητα να ζήσει κανείς χωρίς να την ασκεί, την αυταξία της ζωής, την τέχνη ως πόρτα προς την ελευθερία – όλα αυτά, και άλλα, παρά τις όποιες συγγραφικές προθέσεις της Χαν Γκανγκ, παραμερίστηκαν για να αναδειχθούν οι άντρες-βιαστές, οι γυναίκες-θύματα, η αντίσταση στην πατριαρχία κ.ο.κ. Η κορεατική κοινωνία και ο κορεατικός πολιτισμός, έστω και ως σκηνοθεσία, αγνοήθηκαν επίσης. Πολλά πράγματα θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς με αφορμή τη Χορτοφάγο, αν δεν εξαντλούσε την ανάγνωσή του στην «καταπιεστική πατριαρχική» κορεατική κοινωνία και στον «φεμινισμό». Θα μπορούσε να δει, μέσα από τις σελίδες της, την τρομακτική αποψίλωση των δασών της Νότιας Κορέας· τον ομοιόμορφο κόσμο του αστικού κορεατικού «διαμερίσματος» και τη λογοτεχνία στην οποία έχει δώσει τροφή, και παράλληλα τη σημασία που έχει η ομοιογένεια και το ανήκειν στην κορεατική κουλτούρα έναντι της δυτικής· το ασιατικό μοτίβο των λουλουδιών· τη σχέση της Χορτοφάγου με το διήγημα-πρόδρομο «The fruit of my woman»· το ύφος και την υπονομευτική επίδραση που έχει στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος η επιλογή της ρεαλιστικής γραφής – και ούτω καθεξής.
Όμως το τι θέλησε να πει η συγγραφέας και το τι εισέπραξαν οι Δυτικοί κριτικοί και αναγνώστες με τη Χορτοφάγο δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από την εκδοτική ζωή του βιβλίου και από τα μεταφραστικά του πάθη: πρόκειται πραγματικά για ιδανικό αντικείμενο μιας περίπτωσης μελέτης, που θα εξέταζε αναλυτικά τον τρόπο λειτουργίας της εκδοτικής βιομηχανίας με όλες τις προωθητικές πρακτικές της, καθώς και την αντιμετώπιση της μετάφρασης όχι ως γέφυρας μεταξύ, αλλά ως γέφυρας προς: ο «κυρίαρχος» πολιτισμός περνάει στην απέναντι πλευρά, για να σαρώσει την πλευρά του «άλλου», με τη σύμφωνη γνώμη και επιθυμία του τελευταίου. Καθόλου συμπτωματικά, ακριβώς ο ρόλος της εκδοτικής βιομηχανίας και ο ρόλος της μετάφρασης στη διάδοση της Χορτοφάγου (σε αυτή τη βιομηχανία ανήκουν και οι βιβλιοκριτικές) έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο ακαδημαϊκών μελετών και σεμιναρίων – ενδεικτικά: Song Mi Lee, “A Refusal of Consumption and an Ethics of Incorporation in Han Kang’s The Vegetarian” («Άρνηση της κατανάλωσης και ηθική της ενσωμάτωσης στη Χορτοφάγο της Χαν Γκανγκ»), Yonsei Journal of International Studies, Ιούλιος 2022[37] και Dominic O’Key (2022), “Han Kang’s The Vegetarian and the International Booker Prize: reading with and against world literary prestige” («Η Χορτοφάγος της Χαν Γκανγκ και το International Booker Prize: διαβάζοντας με και απέναντι στο διεθνές λογοτεχνικό κύρος»), Textual Practice, 36:8, 1262-1288.[38] Στην Ελλάδα, είναι αξιοσημείωτο ότι στις τόσες βιβλιοκριτικές που γράφτηκαν, ελάχιστες αναφέρθηκαν στη μεγάλη διαμάχη περί της αγγλικής μετάφρασης: από τις δύο που εντόπισα, η μία σαν να ήθελε να τη βάλει κάτω από το χαλί με ένα βιαστικό και άτσαλο ξόρκι,[39] και μόνο η δεύτερη γνωστοποιεί με σοβαρότητα, αντικειμενικά και αποστασιοποιημένα στον αναγνώστη την ύπαρξή της[40] – όπως θα ήταν προτιμότερο να είχαν κάνει και πολλές άλλες βιβλιοκριτικές αντί απλώς να αντιγράφουν χαρακτηρισμούς για την «εξαιρετική» μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ.
*
Και κάπου εδώ ολοκληρώνεται αυτό το μικρό ταξίδι προς αναζήτηση της «φωνής από κάτω». Το ενδιαφέρον δεν είναι τόσο ότι αναγνωρίστηκε η φωνή της εκδοτικής βιομηχανίας, καθώς αυτή πάντα «μιλάει», και κυρίως πίσω από βιβλία που χαίρουν ιδιαίτερης προβολής. Το ενδιαφέρον εδώ ήταν η ένταση: στην περίπτωση της Χορτοφάγου, η βιομηχανία του βιβλίου δεν προσπάθησε, ή δεν κατάφερε, να κρατήσει τα προσχήματα, με αποτέλεσμα μέχρι και να αμφισβητηθεί η ίδια η κορεατική παρουσία (της συγγραφέα) στο προβεβλημένο κορεατικό προϊόν (το βιβλίο) – δεν μπορούμε να ξέρουμε τι από τα δύο συνέβη. Το σίγουρο είναι ότι το επόμενο βήμα του LTI Korea είναι η αναβάθμιση της Ακαδημίας Λογοτεχνικής Μετάφρασης της Σεούλ σε πανεπιστημιακή σχολή και η προσέλκυση διεθνών φοιτητών, οι οποίοι μετά τις σπουδές τους θα μεταβούν στις χώρες προέλευσής τους για να διαδώσουν την κορεατική λογοτεχνία[41] – λίγο πιο «σωστά» και λίγο πιο «πιστά», φαντάζεται κανείς, απ’ ό,τι η πρωτόπειρη Ντέμπορα Σμιθ τη Χορτοφάγο. Σε αυτή την περίπτωση, ενδεχομένως η φωνή της εκδοτικής βιομηχανίας να χαμηλώσει πάλι την έντασή της και να επιστρέψει στην τήρηση των προσχημάτων.
*
*
///
[1] «Σημείωμα της συγγραφέως», στο Χαν Γκανγκ, Η χορτοφάγος, μτφρ. από τα κορεατικά Αμαλία Τζιώτη, Εκδόσεις Καστανιώτη 2020, 7η έκδοση [2007].
[2] Ό.π.
[3] “Han Kang on Violence, Beauty, and the (Im)possibility of Innocence – Bethanne Patrick in conversation with the author of The Vegetarian”, Literary Hub, 12 Φεβρουαρίου 2016, https://lithub.com/han-kang-on-violence-beauty-and-the-impossibility-of-innocence/ (ανακτήθηκε 16.12.2024).
[4] Άθως Δημουλάς, «Οταν η Νομπελίστρια Χαν Γκανγκ μιλούσε στο “Κ” για τη λογοτεχνία και την κοινωνία της νότιας Κορέας», Καθημερινή, 10.10.2024.
[5] OpenAI. «Απάντηση ChatGPT στην ερώτηση “How was Han Kang’s The Vegetarian received by the Korean readership in 2007?”. ChatGPT, 25 Δεκ. 2024, https://chat.openai.com/
[6] Han, Kang και Janet Hong. «Excerpt from The Vegetarian.» Azalea: Journal of Korean Literature & Culture, vol. 3, 2010, p. 117-134. Project MUSE, https://dx.doi.org/10.1353/aza.2010.a381237
[7] Βλ. “Han Kang, First Translated into English in the KI Journal Azalea, Wins 2024 Nobel Prize in Literature”, https://korea.fas.harvard.edu/news/han-kang-first-translated-english-ki-journal-azalea-wins-2024-nobel-prize (ανακτήθηκε 25.12.2024).
[8] Charles Montgomery, “Allie Park interviews translator Deborah Smith (The Vegetarian)”, Korean Literature in Translation, 15 Ιουνίου 2014, https://ktlit.com/allie-park-interviews-translator-deborah-smith-the-vegetarian/ (ανακτήθηκε 24.12.2025).
[9] Ό.π.
[10] https://londonkoreanlinks.net/2013/04/01/translation-flows-in-asia-panel-session-at-the-london-book-fair-2013/ (ανακτήθηκε 24.12.2024).
[11] Daniel Hahn, “The Vegetarian by Han Kang review – an extraordinary story of family fallout”, The Guardian, 24 Ιανουαρίου 2015, https://www.theguardian.com/books/2015/jan/24/the-vegetarian-by-han-kang-review-family-fallout (ανακτήθηκε 25.12.2024).
[12] Porochista Khakpour, “The Vegetarian, by Han Kang”, The New York Times Book Review, 2 Φεβρουαρίου 2016, https://www.nytimes.com/2016/02/07/books/review/the-vegetarian-by-han-kang.html (ανακτήθηκε 25.12.2024).
[13] Σύμφωνα με τη διευθύντρια του LTI Korea, Chon Soo-young, μέχρι σήμερα η Χαν Γκανγκ έχει λάβει τη μεγαλύτερη οικονομική υποστήριξη από το LTI, το οποίο έχει επενδύσει 720.000 δολάρια στη μετάφραση των έργων της σε 28 γλώσσες και στη χρηματοδότηση της συμμετοχής της σε σημαντικές λογοτεχνικές εκδηλώσεις ανά τον κόσμο. Βλ. “LTI Korea sets sights on establishing graduate school for literary translation”, 11 Νοεμβρίου 2024, https://www.koreaherald.com/article/3851659 (ανακτήθηκε 25.12.2024).
[14] Το ίδιο συνέβη και στον Βρετανό συγγραφέα Τιμ Παρκς με το αγγλικό κείμενο – βλ. αναφορά πιο κάτω, και υποσημ. 22.
[15] Χαν Γκαν, Η χορτοφάγος, μτφρ. από τα κορεατικά Αμαλία Τζιώτη, Εκδόσεις Καστανιώτη 2020, 7η έκδοση [2007], σ. 42.
[16] Στην αγγλική μετάφραση: «My wife stared at her mother as though entirely ignorant of the rules of etiquette». Όπως εξηγεί ο Wook-Dong Kim (βλ. παρακάτω, υποσημ. 26), πρόκειται για λάθος που οφείλεται στο φαινόμενο της ομωνυμίας: διαφορετικές και άσχετες μεταξύ τους σημασίες αποδίδονται με την ίδια μορφή (στα ελληνικά μπορούμε να σκεφτούμε τη λέξη «πλάνη», που σημαίνει δύο διαφορετικά πράγματα και δίνει δύο διακριτά λήμματα στo λεξικό). Γράφει ο Kim: «Η πιθανή εξήγηση για την ακατάλληλη χρήση της φράσης “κανόνες καλής συμπεριφοράς” [“rules of etiquette”] είναι ότι η Σμιθ ερμήνευσε λάθος την κορεατική φράση yeui (例의) ως κανόνες καλής συμπεριφοράς (예의, 禮儀). Η κορεατική λέξη yeui είναι ομώνυμο που αναφέρεται σε διαφορετικές σημασίες: αφενός σημαίνει ως είθισται, συνήθως, κατά κανόνα· και αφετέρου τρόποι, αβροφροσύνη και εθιμοτυπικοί κανόνες». Το κείμενο της Γκανγκ ο Kim το αποδίδει ως «Mouth closed, my wife, as usual, was staring at her mother as though she could not make out what it was all about».
[17] Το ενδεχόμενο γίνεται βεβαιότητα σε περιπτώσεις που το βιβλίο μεταφράστηκε ρητώς στη γλώσσα-στόχο από τα αγγλικά, όπως για παράδειγμα συνέβη με τη σουηδική μετάφραση. Σχετικά με αυτή την περίπτωση, η ανάδειξη του συγκεκριμένου θέματος από τους Νοτιοκορεάτες κριτικούς έδωσε αφορμή να διερευνηθεί μερικώς (είκοσι σελίδες) η σχέση των τριών κειμένων (κορεατικού, αγγλικού, σουηδικού), με απευθείας αντιπαραβολή, στην ακαδημαϊκή εργασία της Erika Lindberg, “Han Kang’s The Vegetarian in direct and indirect translation Korean to English, English to Swedish”, Department of Asian, Middle Eastern and Turkish Studies, Stockholms Universitet, Bachelor’s thesis, Άνοιξη 2018, https://su.diva-portal.org/smash/get/diva2:1241553/FULLTEXT01.pdf (ανακτήθηκε 18.12.2024).
[18] «Han Kang’s The Vegetarian wins Man Booker International Prize», 17 Μαΐου 2016, https://www.bbc.com/news/entertainment-arts-36303604 (ανακτήθηκε 18.12.2024).
[19] Charles Montgomery, “Allie Park interviews translator Deborah Smith (The Vegetarian)”, Korean Literature in Translation, 15 Ιουνίου 2014, https://ktlit.com/allie-park-interviews-translator-deborah-smith-the-vegetarian/ (ανακτήθηκε 20.12.2024).
[20] Ό.π.
[21] Μάρω Βασιλειάδου, «“Σερφάροντας” στον πολιτισμό της Κορέας, Καθημερινή, 30.12.2022, https://www.kathimerini.gr/culture/562207696/serfarontas-ston-politismo-tis-koreas/ (ανακτήθηκε 20.12.2024).
[22] Tim Parks, “Raw and Cooked”, The New York Review of Books, 20.6.2016 https://www.nybooks.com/online/2016/06/20/raw-and-cooked-translation-why-the-vegetarian-wins/?srsltid=AfmBOoqqr6r1ur_suPJ4ArE4ahJYo6BO3J2NnrqxM3m4EsP1Y0bgB7mG (ανακτήθηκε 22.12.2024).
[23] https://koreaexpose.com/deborah-smith-translation-han-kang-novel-vegetarian/ (ανακτήθηκε 22.12.2024).
[24] Π.χ. Cho Jae-ryong, «How does a translation win?», Munhakdongne, άνοιξη 2017.
[25] Deborah Smith, “What We Talk About When We Talk About Translation”, LARB, 11 Ιανουαρίου 2018, https://lareviewofbooks.org/article/what-we-talk-about-when-we-talk-about-translation/ (ανακτήθηκε 25.12.2024).
[26] Wook-Dong Kim, “The “Creative” English Translation of the Vegetarian by Han Kang”, Translation Review, vol. 100, 2018, τ. 1. (https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/07374836.2018.1437098 ανακτήθηκε 22.12.2024).
[27] Kwak Yeon-soo, «Award-winning novel ‘The Vegetarian’ fraught with errors», The Korea Times, 3.4.2018 (https://www.koreatimes.co.kr/www/culture/2024/12/135_246668.html ανακτήθηκε 22.12.2024). Το 2018 το βραβείο έλαβαν η Πολωνή συγγραφέας Όλγκα Τοκάρτσουκ και η μεταφράστριά της Τζέννιφερ Κροφτ για το βιβλίο Flights (Πτήσεις).
[28] Deborah Smith, Fidelity, Peninsula Press 2019.
[29] Κείμενο οπισθοφύλλου.
[30] Yoon, Sun Kyoung. Απόσπασμα από την περίληψη: «Είναι σημαντικό ότι η υποστήριξη της κατά γράμμα μετάφρασης εκ μέρους των επικριτών, και ως εκ τούτου οι αντιρρήσεις τους για τη Χορτοφάγο, αντανακλούν τρία επίπεδα πολιτικού άγχους: για την «ανώτερη» μετάφραση, για την «αγγλική» μετάφραση και για τη «φεμινιστική» μετάφραση μιας γυναίκας μεταφράστριας».
[31] Claire Woodlander-Drolet. Απόσπασμα: «Αυτό που όφειλε να χαιρετιστεί ως μια διεθνική, διαγενεακή φεμινιστική συνεργασία περιστάλθηκε από τις πιο ηχηρές φωνές των αντρών επικριτών που κατέχουν θέσεις εξουσίας σε αυτές τις γλωσσολογικές και πολιτιστικές σφαίρες».
[32] Deborah Smith, “What We Talk About When We Talk About Translation”, ό.π.
[33] «Ask a Translator with Daniel Hahn”, Asymptote, 2 Νοεμ. 2016, https://www.asymptotejournal.com/blog/2016/11/02/ask-a-translator-with-daniel-hahn-6/ (ανακτήθηκε 18.12.2024).
[34] Εύα Στάμου, «“Η Χορτοφάγος” της Χαν Γκανγκ», bookpress, 26.1.2020, https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/12969-kang-han-kastaniotis-i-chortofagos-chartodeti-ekdosi-stamou (ανακτήθηκε 24.12.2020).
[35] Μικέλα Χαρτουλάρη, «Το σώμα της έγινε η κραυγή της», Εφημερίδα των Συντακτών, 23.4.2020, https://www.efsyn.gr/nisides/o-logos-stoys-syggrafeis/240202_soma-tis-egine-i-kraygi-tis (ανακτήθηκε 24.12.2024).
[36] Σημειωτέον, ούτε σε μία από αυτού του είδους τις κριτικές δεν αναφέρεται ότι η «ριζοσπαστική» χορτοφάγος τρώει παγωτό με τον «εκμεταλλευτή» της – όπως δεν αναφέρονται και όλα τα παραπάνω, βέβαια.
[37] https://theyonseijournal.com/wp-content/uploads/2022/07/YJIS-2022-spring_summer-online-Refusal-of-Consumption-in-The-Vegetarian.pdf (ανακτήθηκε 24.12.2024).
[38] https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/0950236X.2021.1900376 (ανακτήθηκε 24.12.2024).
[39] «Αν και ο δυτικός Τύπος έγραψε για μια υπερβολική διάνθιση του λιτού και κοφτού στιλ της Γκανγκ από τη μεταφράστριά της στα αγγλικά, τη Σμιθ, στο τέλος επικράτησε μια καθολική αποδοχή της ποιότητας και της αξίας του έργου και αναγνωρίστηκε στη Σμιθ ότι η μετάφρασή της ήταν ένα εκπληκτικό κατόρθωμα» (η έμφαση δική μου). Χρήστος Βασμαντζίδης, «Το ανθρώπινο κέλυφος», Εφημερίδα των Συντακτών, 24.5.2020, https://www.efsyn.gr/nisides/anoihto-biblio/244682_anthropino-kelyfos (ανακτήθηκε 24.12.2024).
[40] Μάνος Κοντολέων, Χαν Γκανγκ, «Η Χορτοφάγος», Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, 25.4.2020, https://manoskontoleon2.blogspot.com/2020/04/ (ανακτήθηκε 24.12.2024).
[41] “Where is LTI Korea headed after Han Kang’s Nobel win?”, ό.π.
///
*
**


