*
Όλος ο τόπος μου μια ευθεία –ήταν δεν ήταν– 300 μέτρα. Ξεκίναγε από την λίμνη και ανηφόριζε ως πάνω στην αγορά. Δεξιά και αριστερά σπαρμένα διάφορα μικρά πλινθόκτιστα σπιτάκια και προχειροφτιαγμένες υπαίθριες παράγκες όπου οι χωριάτες κατεβαίνοντας από τα βουνά πούλαγαν τα λιγοστά τους προϊόντα.
Σκληρή γη. Ήθελε πολύ κόπο, ιδρώτα και υπομονή για να δώσει τους λιγοστούς της καρπούς. Ελιές, λάδι, αμύγδαλα, χόρτα, κατσικίσιο τυρί και φακές. Αυτά κατέβαιναν και πουλούσαν οι χωριάτες και δεν έπαιρναν ανταμοιβή μόνο λεφτά αλλά και άλλα πράγματα που χρειαζόντουσαν. Καπνό, κρασί, ρύζι, ζυμαρικά, τραχανά και κανένα παστό ψάρι. Και αν πήγαινε καλά η μέρα, έπαιρναν και κανένα ζαχαρωτό για τα μικρά.
Αριστερά της λίμνης μικρά παραπήγματα ψαράδων που ψάρευαν στο ιβάρι και πωλούσαν κι αυτοί την ψαριά τους στην αγορά. Έντονη η μυρωδιά εκεί, λίμναζαν τα νερά και δεν είχε φτιαχτεί ακόμη το πέρασμα στη θάλασσα για να ανανεώνονται. Και οι ψαράδες τόσο ποτισμένοι σε αυτή τη μυρωδιά που όταν ανέβαιναν για να πουλήσουν τους ακολουθούσε κι αυτή και οι νοικοκυρές μύριζαν ότι έρχονται και έβγαιναν στα παραθύρια να τους περιμένουνε.
Δεξιά της λίμνης βάτα, βούρκος και καλαμιές. Και σε μια ξεραμένη σούδα το πρακτορείο μεταφορών. Φορτηγά μικρά και ταλαιπωρημένα, έβγαζαν μαύρο καπνό από καμένα λάδια και μπεζίνα και αγκομαχώντας μετέφεραν πράγματα και ανθρώπους ανεβασμένους στην καρότσα για τα μεγαλύτερα χωριά όπου μπορούσαν να πάρουν το λεωφορείο για την πόλη.
Μακρύτερα, ο βάλτος της Μπαλούς. Εκεί, πριν χρόνια, μια κακότυχη που την φωνάζανε Μπαλού –άγνωστο το πραγματικό της όνομα– έπεσε θύμα κάζου μιας παρέας αγοριών, που πάνω στη χαζομάρα της ηλικίας τους την έπεισαν ότι την αγάπησε ένας ξάδερφος του αρχηγού τους που έμενε στην μεγάλη πόλη και την είχε δει όταν είχε έρθει το καλοκαίρι και τους μήνυσε ότι θα την πάρει γυναίκα του. Μάζεψαν διάφορα ρούχα και στολίδια, τα έκλεψαν από τις μανάδες και αδερφές τους, και της τα έδωσαν λέγοντάς της ότι τα έστειλε ο γαμπρός για τον γάμο. Όταν η δύστυχη ετοιμάστηκε την έστειλαν ανθοστολισμένη στο ξωκλήσι πέρα από τον βάλτο να τον περιμένει για να παντρευτούν. Περίμενε μέρες πολλές, τα λουλούδια μαράθηκαν και τα ρούχα βρώμισαν. Άυπνη, νηστική και διψασμένη. Της σάλεψε και χάθηκε στον βάλτο. Δεν την βρήκε κανείς και άλλοι λένε πως πνίγηκε. Άλλοι πως ακόμα περιμένει στην πίσω πλευρά του βάλτου. Κάποιοι είπαν πως καταράστηκε τον τόπο που τόσο σκληρά την κορόιδεψε να μην προκόψει κανείς, σκότεινη και βαριά να είναι η μοίρα μας. Στοιχειώθηκε ο βάλτος και τον απόφευγαν όλοι. Δεν πάτησε ξανά κανείς στο ξωκλήσι.
Από μικρός τα έπαιρνα τα γράμματα, καταπώς έλεγε ο δάσκαλος στους γονείς μου, και πως θα έπρεπε να συνεχίζω στο γυμνάσιο. Ο πατέρας αρνήθηκε, λέγοντας πως θέλει βοήθεια στο εμπορικό. Τα μάτια της μάνας όμως άστραψαν με ένα φως πρωτόγνωρο που πήγαζε από άγνωστη πηγή. Και πες πες τον έπεισε. Πως θα ήταν καλό για το μαγαζί να είναι ο γιος σπουδαγμένος, πως θα άνοιγαν έτσι οι δουλειές, πως θα πούλαγαν ακόμα και στα διπλανά χωριά, και –γιατί όχι;– στις μακρινές ακόμη πόλεις. Και σκέψου: θα είναι από τους λίγους σπουδαγμένους του τόπου μας.
Μόλις πέρασα τις εξετάσεις, μάζεψαν ένα ποσό, μου φόρεσαν καινούργια ρούχα, γέμισαν ένα καλάθι με διάφορα καλούδια για αυτούς που είχαν κανονίσει να με φιλοξενούν –με το αζημίωτο βέβαια– με ορμήνεψαν δυο και τρεις φορές, με σταύρωσαν και ένα πρωί του Οκτώβρη με ανέβασαν στην καρότσα για να πάω να πάρω το λεωφορείο για την μεγάλη πόλη. Με συνόδεψαν τα περήφανα λόγια του πατέρα μου, τα φλογισμένα μάτια της μάνας μου, οι ευχές του χωριού και μερικά βλέμματα ζήλειας. Έφυγα με βροχή, με ώμους που τους βάρυναν οι ελπίδες των δικών μου ανθρώπων αλλά με ψυχή που πάλευε φτερουγίζοντας να σκίσει το στήθος και να πετάξει ελεύθερη από την χαρά και την προσμονή της ζωής που ανοιγόταν εμπρός μου.
Όρθιος στην καρότσα αποχαιρέτησα το σπίτι μου, τον τόπο μου, το ιβάρι που γυάλιζαν τα νερά του κάτω από τις χοντρές στάλες της βροχής, την ευθεία από τη λίμνη ως την αγορά που ήταν δεν ήταν 300 μέτρα.
Ήρθε βροχερό φθινόπωρο με καταιγίδες βαριές που όμοιές τους είχε καιρό να δει το χωριό μας. Ακολούθησε χειμώνας σκληρός, με μεγάλες χιονοπτώσεις που έκλεισαν τους δρόμους επικοινωνίας με τα διπλανά χωριά για μήνες. Δεν είχανε νέα μου αλλά όσο και να τους έτρωγε δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα.
Ο βάλτος πλημμύρισε και καλύφθηκαν όλα. Το ξωκλήσι βυθίστηκε στον βούρκο και σχεδόν καλύφθηκε και αυτό. Μόνο η κορφή έστεκε σημάδι ότι υπήρχε εκεί.
Αρχές της άνοιξης, μετά από τον λήθαργο της φύσης, ξεκίνησα να πάω στον τόπο μου. Όλα βαλτωμένα και ομιχλώδη. Ουρανός βαρύς με μολυβένια σύννεφα. Αγνώριστα τα μέρη. Πάτησα τα πόδια μου στη σούδα, στράφηκα στις καλαμιές και τράβηξα προς το ιβάρι. Έστεκε έρημο.
Βρήκα την ευθεία από τη λίμνη προς την αγορά και κίνησα να την ανεβαίνω. Περπάτησα ώρες πολλές αλλά ήμουν ακόμη στην αρχή της. Όσο και να κινούσα τόσο και αυτή απομακρυνόταν. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Ερημιά και απόκοσμη ομίχλη κάλυπτε τα πάντα Έκατσα χάμω. Απελπισμένος πήρα να σιγοκλαίω.
Στο βάθος ήλιος χτύπησε την κορφή του ξωκλησιού. Κίνησα για εκεί. Όταν έλιωσαν τα χιόνια και τραβήχτηκαν τα νερά, αναδύθηκε στον βάλτο το φορτηγό που με πήγαινε στο διπλανό χωριό. Πολυκαιρισμένο βούτηξε στα νερά και πήρε μαζί του στο βάθος πέντε ψυχές.
Δεν έφυγα ποτέ.
ΒΟΥΛΑ ΣΙΓΑΛΑ
*
**
