Μεταφραστοῦ ἐφιάλτης

*

Πρέπει, θαρρῶ στό Λίμπο νά συνέβη, ὅπου
Κατά τόν Δάντη σπουδαῖοι ποιητές συνάζονται,
Φιλίες παλιές θυμοῦνται, κόντρες πού βγάζανε μάτι
Καί, τώρα πού τόν κόσμο ἀφῆκαν πίσω τους, δικαίως
Βάζουν ἀνάλογα τά πράγματα σέ τάξη.

Mέσα στό στριμωξίδι τῆς μεταφορᾶς στό τράνζιτ
Ἕνας Θεός ξέρει για ποιά καταραμένη τρύπα,
Τό ρίσκο εἶπα νά πάρω καί νά παρλάρω
Μέ μερικούς ἀπ’ τούς celebrities πού φαίνονταν
Βαριεστημένοι τόσο, ὅσο παγιδευμένοι θεατρῶνες
Ἀκριβοπληρωμένο ἔχοντας σέ μετρητά κι
Ἀνακαλύπτοντας μετά πόσο μισοῦν τό σόου τελικά…

Ἔπιασα ἕναν: «Ἀμφίβολο νά μέ γνωρίζετε, νομίζω…»
Τινάχτηκε καί μέ περιεργάστηκε: «Νά σέ γνωρίζω,
Κλαψούρη βλάκα!… Νά σέ γνωρίζω; Βεβαίως σέ γνωρίζω!
Ἐσύ ’σαι πού κατάστρεψες τό ἀριστούργημά μου! Δεῖτε
Ποιός εἶναι δῶ…» Στήν παρεούλα στράφηκε μέ χλευασμό,
«Στόκος κακόγλωσσος, τῆς τέχνης μας καταστροφή!
Ἡ πιό μεγάλη βρώμα ἀπό τοῦ Βελζεβούλη τήν πιό πρόσφατη πορδή!»

Γύρω μου μαζευτῆκαν μέ τίς κατάρες του καθένας:
«Μέ θάψανε οἱ ἐμπνευσμένοι στίχοι σου!…»
«Πέταξες τήν καλύτερη μεταφορά μου, ἠλίθιε!…»
«Εἴτε σοῦ ξέφυγε τό νόημα ἤ μηδενικό ἔχεις ἀπόθεμα
Ἂκριβολόγο στήν ἀπόδοση μέ τή δική σου γλώσσα!»,
«Καταγωγή του ἐκεῖ πού στέλνουν τούς κουφούς καί τά χαϊβάνια,
Λάθος τό μέτρο μου!», «Οἱ ρίμες μου χαθήκανε!»,
«Ἀμέτρητες φορές τά παίγνιά μου τοῦ ξεφύγανε!
Μετά ξεφούρνισε, τό ζῶο, τά δικά του…»
Τότε γυρίζω καί στά πόδια τό ’βαλα,
Ἔντρομος πώς σ’ ἕνα λεπτό θά ἤμουν πεθαμένος
Γιά δεύτερη φορά, ἀπό φασματικά ξεσκλίδια ξεσκισμένος.

Ἔπεσε ὁμίχλη, κι ἔχασα τό δρόμο: θολή
Σκιά μοῦ ἔγνεψε· σκέφθηκα πώς πρέπει αὐτός
Νά εἶναι ὁ Ὁδηγός μου
Κι ὁρμάω γιά ἀσφάλεια στό πλευρό του.
Μά ἦταν κάποιος πού δέν εἶχα ματαδεῖ,
Γέρος γονατισμένος σέ θρυψαλιασμένη ἀκτή
Στῆς Λήθης τό ποτάμι. Ἀτένιζε ὥρα πολλή, μετά:
«Ἤσουν μεταφραστής;» Ξεφώνισα: «Ὤχ, ὄχι ξανά!»
Ἀλλ’ ὀπισθοχωρώντας ταχύ νύχι γαμψό μέ πρόφτασε·
Ἅρπαξε τό παλτό μου, καί μέ διαπεραστική κραυγή
(Δέν κοίταζε λές κι ἤτανε ἐντός του)
Φώναξε! «Ἕχουμε καλεσμένο! Ποιός πρῶτος θά τόν γδάρει;
Ὕστερα πρόσθεσε: «Στ’ ἀστεῖα τώρα· περίμενε ἐπ’ ὀλίγον,
Τό πλῆθος πολυτάλαντο ἐδῶ γύρω,
Ἔχουμε μολοντοῦτο ὅλοι μας κάτι κοινόν·
Ἤσουν φιλοπερίεργος. Ἤξερες ἐπαρκῶς
Νά μεταφράζεις ποιητὲς ἀπ’ τή δική μας γλώσσα,
Μὰ οἱ συναγμένοι ἐτοῦτοι ἐδῶ μεῖναν ἀπ’ ἔξω,
Φίρμες, ὀνόματα ἐκλεκτά». Κοίταξα γύρω – πλῆθος
Πού τώρα δά μασούσανε τά λόγια τους, μά νά! Φάλτσο
Ὑψώθηκε μέγα μουρμουρητό: «Γιατί οὐχί καί τό ἐμόν;
«Τοῦ Ζήτα ἔφτιαξες, τά ἐμά δέν εἶναι ἐξ ἴσου φίνα;…»
«Τῶν κριτικῶν οἱ μέγιστοι παινέσαν τά μικρά μου!…»
«Ἐσύ γιά τιποτένια δούλεψες, χειρότερα ἀπείρως
Κι ἀπό τά χείριστα δικά μου!» «Σέ μερικά
Ἔκανα διάνα, θά μοῦ ἐπιτρέψεις! Ὅλα τους φύρα;
Γιατί παρακαλῶ στόν κάδο;» καί λίγο λίγο οἱ ψόγοι
Τό γύρισαν στή ζητιανιά, δωροδοκίας λάδωμα
Με δάκρια ὀργισμένα, τό δρόμο γιά ν’ ἀνοίγανε καφτά
Ὥς τήν ψυχοπονιάρα μου καρδιά.

Ἀκόμη μιά φορά
Το ’σκασα τρέχοντας καί εἶδα ψηλόν τόν ὁδηγό μου,
–Στήν ἄλλη ἀκτή– τῆς Λήθης. «Σῶσε με! »
Φώναξα: «Ἐκεῖ ὅπου ἀνήκω ἐγώ ὀδήγησέ με
Γιά ὅλη τήν αἰωνιότητα, ἐγώ…» Μειδίασε· «Παιδί μου ἀγαπητό,
Ἔχεις φτάσει· ἡ σπέσιάλ σου κόλαση εἶν’ ἐδῶ. Εἶναι Ἐδῶ».

ΝΤΙΚ NTEHΒΙΣ
Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

~.~

Λίγα ἐπιλογικά γιά τόν ποιητή καί γιά τό συγκεκριμένο ποίημα

Ὀ Dick Davis (γεννημένος τό 1945) εἶναι ποιητής καί μεταφραστής τῆς Περσικῆς Λογοτεχνίας. Χαιρετίστηκε ἀπό τό TLS ὡς ὁ «πιό θαυμάσιος μεταφραστής μας τῆς περσικῆς ποίησης». Γεννήθηκε στό Πόρτσμουθ καί ἡ οἰκογένειά του ἀνῆκε στήν ἐργατική τάξη. Ἧταν τό πρῶτο μέλος της πού φοίτησε στό Πανεπιστήμιο τοῦ Καίμπριτζ. Ταραγμένος βαθιά ἀπό τήν αὐτοκτονία τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀποφάσισε νά διδάξει στό ἐξωτερικό. Ἐρωτεύθηκε τήν Ἰρανή Ἀφχὰμ Νταρμπαντί, καί δίδαξε στό Πανεπιστήμιο τῆς Τεχεράνης επί τοῦ τελευταίου σάχη. Μετά τήν πτώση του διέφυγε μαζί μέ τήν συζυγό του καταφεύγοντας πρώτα στό Ἡνωμένο Βασίλειο καί μετά στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, ὅπου δίδαξε Περσική Λογοτεχνία καί ἄρχισε νά μεταφράζει τήν Περσική Ποίηση. Εἶναι Ὁμότιμος Καθηγητής τῆς Περσικῆς στό Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο.

Ἀνάμεσα στούς ἄλλους σχολιασμούς γιά τόν «Μεταφραστοῦ ἐφιάλτη»
σημειώνω τόν ἑξῆς:

«Ποίημα γεμάτο μαῦρο χιοῦμορ ποὺ ἀφορᾶ σ’ ἕναν πρόσφατα πεθαμένο μεταφραστή. Αύτὸς ἀρχίζει τό ταξίδι του στόν Κάτω Κόσμο ὅπου χλευάζεται ἀπό ποιητές τῶν ὁποίων μετέφρασε τά ἔργα στή διάρκεια τῆς ζωῆς του. Ξεφεύγει ἀπό αὐτούς τούς ὀργισμένους, γιά νά πέσει πάνω σέ μιάν ἄλλη ὁμάδα ποιητῶν μνησίκακων ἀπέναντί του, γιατί δέν μετέφρασε τά δικά τους ἔργα καί ἔτσι ἔμειναν παραγνωρισμένοι. Προσπαθώντας νά ξεφύγει κι ἀπ’ αὐτούς, ὁ μεταφραστής μας ἀνακαλύπτει πώς εἶναι παγιδευμένος καί πληροφορεῖται πώς αὐτή εἶναι καί θά παραμείνει αίωνίως ἡ θέση του.»

Ἔχει ἐπίσης γραφτεῖ πώς ἡ κατακλείδα τοῦ ποιήματος ἀπηχεῖ τό θεατρικό τοῦ Σάρτρ Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Ὁ τελευταῖος στίχος πάντως «Εἶναι ἐδῶ. Εἶναι ἐδῶ», προέρχεται ἀπὸ ἐπιγραφή στον Ερυθρό Πύργο τοῦ Δελχί ποὺ ἀποδίδεται στὸν Πέρση ποιητὴ Σααντουλάχ Χαν, βεζίρη τοῦ σάχη Τζαχάν, ἡ ὁποία τόνιζε τήν ἐξαιρετική ὀμορφιά τοῦ χώρου ἀναφωνώντας: Ἀν ὑπάρχει παράδεισος πάνω στη γῆ, ἐδῶ βρίσκεται!

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

*

*

*