Οι κακοδαιμονίες της ελληνικής κριτικής (Απάντηση στον Δημήτρη Αγγελή)

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο Δημήτρης Αγγελής δημοσίευσε τις προάλλες στο Φρέαρ ένα αξιοπρόσεκτο κείμενο. Εκεί, σε μια απόπειρα πολεμικής ασυνήθιστα διμέτωπης, βάζει στο στόχαστρό του αφ’ ενός μεν την ποίηση της πολιτικής στράτευσης («αριστερή μελαγχολία», την αποκαλεί υιοθετώντας τον όρο του Β. Λαμπρόπουλου), αφ’ ετέρου δε τον αποκαλούμενο νεοφορμαλισμό. Δεδομένου ότι της πρώτης δεν μνημονεύει –ή δεν υπαινίσσεται κατά τρόπο αναγνωρίσιμο– κανέναν συγκεκριμένο εκπρόσωπο, εύλογη μοιάζει η υπόθεση ότι η επίθεσή του προς εκείνη την πλευρά είναι μάλλον προσχηματική και ότι πραγματικός στόχος του είναι μονομέτωπα οι νεοφορμαλιστές, από τους οποίους αναφέρει ονομαστικά όχι λιγότερους από δώδεκα.[1]

Αποκάλεσα το κείμενο του Αγγελή αξιοπρόσεκτο. Δυστυχώς οφείλω αμέσως να προσθέσω: και ατυχές. Τα προβληματικά του σημεία είναι δύο ειδών. Αφ’ ενός μεν, πραγματικά λάθη, αστήρικτες δηλαδή αποφάνσεις και κρίσεις· αφ’ ετέρου δε, αποσιωπήσεις προσώπων και πραγμάτων γνωστών, τα οποία αν είχαν ληφθεί υπ’ όψιν καί στον αρθρογράφο θα επέτρεπαν να εξαγάγει συμπεράσματα ασφαλέστερα καί στους αναγνώστες του να μορφώσουν άποψη σφαιρική.

Δυο τρία λόγια προκαταρκτικά, ώστε αν μη τι άλλο να είναι σαφές –δεν είναι πάντα– για ποιο πράγμα μιλάμε. Νεοφορμαλιστές είθισται να αποκαλούμε τους ποιητές που τις τελευταίες δεκαετίες αναβίωσαν τον έμμετρο στίχο και τις παραδοσιακές αυστηρές μορφές. Παρότι αναντικατάστατος λόγω της χρησιμότητάς του, επισημαίνω εδώ ότι ο όρος είναι αμφιλεγόμενος. Όχι τόσο επειδή η επινοήτριά του τον δημιούργησε ως όρο κακόσημο, με σκοπό να επικρίνει το ρεύμα.[2] Όσο διότι οι περισσότεροι από τους ποιητές που χαρακτηρίζονται έτσι δεν τον αποδέχονται, είτε επειδή καλλιεργούν παράλληλα και τον ελεύθερο στίχο, είτε επειδή οι μεταξύ τους διαφορές είναι τέτοιες ώστε να θεωρούν –συχνά βασίμως– ότι η συνομάδωσή τους με κριτήριο αποκλειστικό τις μορφικές τους προτιμήσεις παραπλανά.

Το κίνημα ή ρεύμα του νεοφορμαλισμού (μερικοί παρατηρητές όπως ο Δημήτρης Αρμάος το αποκαλούν «σχολή») είναι υπερεθνικό και διαγλωσσικό. Τα πρώτα του συλλογικά φανερώματα ανατρέχουν στις ΗΠΑ των δεκαετιών του 1970 και του 1980 (αναφέρω ενδεικτικά το περιοδικό Counter/Measures του X. J. Kennedy και τα διάδοχά του The Formalist, The New Formalist και Measure) ενώ αντίστοιχα ρεύματα, συνήθως ανεξάρτητα από τα συμβαίνοντα στην Αμερική, απαντούν σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες.

Οι νεοφορμαλιστές άσκησαν κριτική στην ποίηση όπως γράφεται σήμερα, διαπίστωσαν τη σημαντική ποιοτική της πτώση και την αυξανόμενη αντιδημοτικότητά της, και απέδωσαν αυτά τα πάθη της στον επιτηδευμένο υστερομοντερνιστικό χαρακτήρα της, ειδικότερα δε στον άτερπνο και στριφνό ελεύθερο στίχο που μετέρχεται σχεδόν αποκλειστικά. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι κριτική στον μοντερνισμό και τον ελεύθερο στίχο είχαν διατυπώσει και παλαιότεροι επιφανείς ποιητές, ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού, αναφέρω εδώ τους Φίλιπ Λάρκιν, Ρόμπερτ Φροστ και Ου. Χ. Ώντεν.

Εκτός από τη χρήση του μέτρου ως αντίδοτο στην απαξίωση της ποίησης, οι νεοφορμαλιστές προτείνουν την επιστροφή στην αφηγηματικότητα και σε μορφές αποδεδειγμένα αγαπητές στο κοινό όπως του τραγουδιού και της σκηνικής παρουσίασης. Έτσι, ο πιο γνωστός Αμερικανός νεοφορμαλιστής, ο ποιητής και δοκιμιογράφος Dana Gioia, χαιρέτισε το χιπ-χοπ ως είδος που ανασυνδέει εκ των κάτω τη σύγχρονη ποίηση με τη λαϊκή ραψωδική παράδοση. Ο προαναφερθείς X. J. Kennedy, η άλλη ηγετική φυσιογνωμία του κινήματος, έγραψε παιδική ποίηση. Ο Γερμανός Robert Gernhardt καλλιέργησε με εντυπωσιακή απήχηση την κωμική και σατιρική ποίηση. Ο συμπατριώτης του Jan Wagner, η πιο διακεκριμένη νέα ποιητική φωνή των γερμανικών γραμμάτων, καλλιεργεί την μικροαφήγηση και έναν λυρισμό που ανανεώνει επιδέξια την παραδοσιακή μορφοπλασία κ.ο.κ.

Τώρα, καθώς αυτή η υπερεθνική διάσταση του νεοφορμαλισμού αποσιωπάται στο κείμενο του Αγγελή (όπως δυστυχώς αποσιωπάται και σε άλλα ελληνικά κείμενα πάνω στο θέμα), ο αναγνώστης παροδηγείται να νομίσει ότι εδώ συζητώνται ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά τις «κακοδαιμονίες» (δικός του ο χαρακτηρισμός) της ελληνικής ποίησης – με ό,τι αυτό τεχνηέντως υποβάλλει. Τη συνήθη μουρμούρα δηλαδή περί της υποτιθέμενης εθνικής μας καθυστέρησης σε όλους τους τομείς, κατά το εκσυγχρονιστικό ζαργκόν που την αναμοχλεύει συστηματικά.

Εξίσου όμως αποσιωπάται το γεγονός ότι τα περισσότερα επιχειρήματα κατά του νεοφορμαλισμού που κομίζει εδώ ο Αγγελής, όπως λ.χ. η μομφή περί συντηρητισμού ή ο υπαινιγμός ότι πρόκειται για ποίηση αντιφεμινιστική, πρωτοδιατυπώθηκαν από επικριτές του κινήματος στις ΗΠΑ και αλλού σχεδόν 40 χρόνια πρωτύτερα.[3]

Περιττό να πω ότι αυτές οι μομφές είναι ολότελα έωλες. Οι σχετικές συζητήσεις στην Αμερική, που αποκλήθηκαν Poetry Wars λόγω της σφοδρότητάς τους, διεξήχθηκαν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της κυοφορούμενης τότε πολιτικής ορθότητας, του γουοκισμού και της ακυρωτικής κουλτούρας, που σήμερα είναι σε ραγδαία αποδρομή. Και φυσικά δεν οδήγησαν πουθενά. Ιδεολογικά, οι νεοφορμαλιστές είναι εντελώς αδύνατο να μπουν στον ίδιο παρονομαστή, στους κόλπους τους εκπροσωπούνται όλες οι πολιτικές κατευθύνσεις – όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους επικριτές τους.

~.~

Αφήνω τώρα τις αποσιωπήσεις του Αγγελή για να επικεντρωθώ στα πραγματικά του λάθη, που βαραίνουν περισσότερο. Όταν οι νεοφορμαλιστές επικρίνουν την εκφραστική χαλαρότητα του σημερινού ελεύθερου στίχου, δεν πρωτοτυπούν. Την ίδια ακριβώς μομφή κατά της κακής ελευθερόστιχης ποίησης της εποχής τους είχαν διατυπώσει ο Έλιοτ και ο Πάουντ ήδη από το 1917! Η δε λύση που εκείνοι τότε πρότειναν είναι ταυτόσημη με τη λύση που προκρίνουν οι νεοφορμαλιστές σήμερα: η άσκηση πάνω στους αυστηρούς κανόνες των παλαιών μορφών. Κάπως έτσι συνέθεσε ο μεν Έλιοτ τον κύκλο των ποιημάτων του γύρω από την περσόνα του Σουίνυ, ο δε Πάουντ τον Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ.

Παραθέτω τη μαρτυρία του Πάουντ από αυτοβιογραφικό κείμενο του 1932:

«Μια πολύ συγκεκριμένη μέρα σ’ ένα πολύ συγκεκριμένο δωμάτιο, δύο συγγραφείς έκριναν ότι το νέρωμα του vers libre […], η γενικευμένη τσαπατσουλιά παρατράβηξε και ότι είναι καιρός να πάει κανείς κόντρα στο ρεύμα… Θεραπεία; Émaux et Camées […], ρίμα και στροφική αφήγηση».

Σμάλτα και καμέες, θυμίζω, τιτλοφορείται η γνωστότερη συλλογή του παρνασσιστή Γάλλου ποιητή Θεόφιλου Γκωτιέ. Δημοσιευμένη τα μέσα του 19ου αιώνα έμεινε περίφημη για τους σμιλεμένους στην εντέλεια στίχους της. Θυμίζω επίσης το δοκίμιο του Έλιοτ «Reflections on Vers Libre» που γράφεται την ίδια εκείνη χρονιά, το 1917, και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τα φαινόμενα τα οποία καυτηριάζει και ο Πάουντ:

«Ο ελεύθερος στίχος είναι μια μαχητική κραυγή ελευθερίας, όμως ελευθερία στην τέχνη δεν υπάρχει».

Ούτε ο Πάουντ ούτε ο Έλιοτ αποκήρυξαν βεβαίως τον ελεύθερο στίχο, όπως ακριβώς δεν τον αποκηρύσσουν σήμερα και οι νεοφορμαλιστές. Πίστευαν όμως, όπως ακριβώς πιστεύουν σήμερα και οι νεοφορμαλιστές, «ότι δεν μπορεί κανείς να γράψει καλό ελεύθερο στίχο, αν δεν είναι σε θέση να γράψει καλόν έμμετρο» (Ν. Βαγενάς.)

Τέτοιες «αποσκιρτήσεις», πρόσκαιρες ή μονιμότερες, από τις τεχνοτροπικές ευκολίες και εκπτώσεις του μοντερνισμού έχουν σημειωθεί και σε άλλες τέχνες. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Στραβίνσκι και του ντε Κίρικο. Εξάλλου, παρότι ως όρος χρησιμοποιείται συνήθως μόνο για την ποίηση, ο νεοφορμαλισμός της εποχής μας μπορεί να θεωρηθεί ρεύμα διακαλλιτεχνικό. Έτσι υπάρχει το ρεύμα της νεοπαρασταστικότητας στις εικαστικές τέχνες, έχουμε την αναβίωση της τονικότητας και της μελωδίας στη λόγια μουσική, την επιστροφή των παραδοσιακών ρυθμών στην σύγχρονη αρχιτεκτονική κ.ο.κ.

Το σφάλμα του Αγγελή είναι ότι εκλαμβάνει ως σύμπτωμα επικαιρικό μια διαχρονική σταθερά στα καλλιτεχνικά πράγματα. Διότι αυτό που αποκαλεί επικριτικά «αναχρονιστική παγίδευση σε προγενέστερες εποχές», δεν είναι παρά φαινόμενο κοινότατο, παρατηρούμενο και σε άλλες ιστορικές περιόδους της τέχνης και –το κυριότερο– θετικό και αναγκαίο. Ο βαθμός της αποδεκτής ελευθερίας στις καλλιτεχνικές μορφές από εποχή σε εποχή ποικίλλει. Διαστήματα μορφικής αυστηρότητας διαδέχονται διαστήματα μορφικής ατημελησίας και το αντίστροφο. Πριν από τους παρνασσιστές, λ.χ., κριτική στη μορφική χαλαρότητα των προρομαντικών είχε ασκήσει ήδη ο Γκαίτε στα 1804 στο ποίημά του «Φύση και Τέχνη». Παραθέτω τους τελευταίους στίχους του:

Κάθε Μορφή είναι κι  άσκηση σκληρή, είναι σκήτη.
Μάταια το έκλυτο το πνεύμα επιζητεί
ώς της τελείωσης τα ύψη να ορθωθεί.
Έργο μεγάλο πάει να πει και χαλινός:
είναι τα όρια που κάνουν τον τεχνίτη
κι ελευθερώνει μόνο ο νόμος ο αυστηρός.

Δεν είναι τυχαίο ότι το ποίημα του Γκαίτε είναι σονέτο, η πιο απαιτητική λόγω των αυστηρών κανόνων και της μακράς καλλιέργειάς της μορφή της δυτικής παράδοσης. Σε περιόδους εκφραστικής κρίσης, η στροφή προς τις απαιτητικές φόρμες είναι υπόθεση περίπου ανακλαστική. Σχεδόν ενάμιση αιώνα μετά τον Γκαίτε, εν έτει 1947, ο ομοεθνής του, Γιοχάννες Μπέχερ, πρωτεργάτης προπολεμικά του εξπρεσσιονιστικού κινήματος και στρατευμένος κομμουνιστής, προτείνει ως φάρμακο για την ίδια ασθένεια ακριβώς το σονέτο:

Όταν κατάρρευση την Ποίηση απειλεί
και πια οι εικόνες της δεν λεν να μπουν σε τάξη,
όταν διαρκώς κάθε προσπάθεια ναυαγεί
προτού μπορέσει έργο γερό κι άρτιο να φτιάξει.

Όταν στο άμετρο αντικρύ και το αχανές
το βλέμμα αμήχανο, θολό περιπλανιέται
καθώς με γόο επιθανάτιο και κραυγές
εκ νέου αλλάζει ο κόσμος και ξαναγεννιέται.

Όταν δεν είναι άλλο πράγμα πια η Μορφή
παρά του άμορφου ένα σαχλό πορτραίτο,
κι όταν οι ανίδεοι κι οι πειραματισμοί

πίσω τους ράκος την αφήνουν, πτώμα σκέτο,
τότε αναδύεται, τάξη εμβληματική,
για να μας σώσει από το χάος – το Σονέτο.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι ποιητές που απάλλαξαν την ελληνική ποίηση από τη γονατογραφία του όψιμου ρομαντισμού (ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Μαβίλης) ήταν εξαίρετοι σονετογράφοι. Ούτε είναι τυχαίο ότι και οι τωρινοί νεοφορμαλιστές, Έλληνες και ξένοι, καλλιεργούν συστηματικά το σονέτο.

Συνοψίζω. Όλες οι τέχνες ακμάζουν και παρακμάζουν. Η επισήμανση της παρακμής τους, εν προκειμένω του μορφικού εκφυλισμού και της κοινωνικής περιθωριοποίησής τους, και η προσφυγή στο ταμείο της παράδοσης ώστε τα συμπτώματα της κατάπτωσης να αντιμετωπιστούν, δεν είναι ούτε «πένθος που προσκαλεί φαντάσματα από το παρελθόν να επιστρέψουν», ούτε «αποτυχία προσαρμογής στο παρόν» και άλλα τέτοια κενόλογα. Αλλά υγιής αυτοδιορθωτικός μηχανισμός, απαραίτητο εφαλτήριο ανάταξης.

~.~

Η δεύτερη πλάνη του Αγγελή είναι παραπροϊόν νομίζω μιας γενικότερης ιδεολογικής τοποθέτησης. Από το κείμενό του –ιδίως από τα ξένα παραθέματα που παρενείρει διότι ο ίδιος δεν εκφράζεται ευκρινώς– διαφαίνεται ότι βλέπει τον χρόνο, πολιτικό και αισθητικό, με τα γυαλιά του τρέχοντος δυτικού φιλελευθερισμού – ως μονόδρομο δηλαδή, με πίσω και μπρος, μόνιμες προελάσεις και πρόσκαιρα πισωγυρίσματα, συντηρητισμούς και προόδους. Προφανώς, για όποιον δέχεται αυτό το τελεολογικό σχήμα, ότι η ιστορία ακολουθεί προδιαγεγραμμένη τροχιά, κάθε ριζική αντιπολίτευση στο παρόν είναι μάταιη, κάθε νοσταλγία και κάθε οπισθοδρόμηση ανωφελής.

Όμως αρκεί να εγκαταλείψει κανείς για λίγο την παλαιά διαφωτιστική ιστοριονομία, που πλέον στην Δύση χρησιμεύει κυρίως ως αυτοδικαιωτικός αντικατοπτρισμός, για να συνειδητοποιήσει ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι εντελώς διαφορετικό. Τόσο η νοσταλγία όσο και η οπισθοδρόμηση, ακόμη και ως ανεπίγνωστες διαθέσεις κάποτε, είναι πράξεις ιστορικά δυναμικές. Ως έμπρακτη κριτική του παρόντος προπάντων, συνιστούν μετάβαση, όχι στο παρελθόν, αλλά στο μέλλον. Το πώς το εξηγεί ο Ηράκλειτος: η κυριολεκτική επιστροφή στο παρελθόν είναι αδύνατη, κάθε φορά βουτάει κανείς στα νερά ενός ανανεωμένου ποταμού. Το τώρα είναι που ενδιαφέρει και το ενδεχόμενο αύριο. Από το χθες δανειζόμαστε απλώς την πείρα του. Και τα δοκιμασμένα του μέσα.

Ήταν άραγε νοσταλγοί οι στοχαστές και οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης που αναγόρευσαν σε ιδεώδες τους την κλασσική αρχαιότητα; Ήταν οπισθοδρομικοί οι ρομαντικοί που έκαναν το ίδιο με τον χριστιανικό μεσαίωνα; Οι οπαδοί της Γαλλικής και της Αμερικανικής Επανάστασης που είχαν ως καθοδηγητικό τους πρότυπο τη ρωμαϊκή respublica ήταν άνθρωποι «απροσάρμοστοι στο παρόν»; Μόνο αφελείς θα υποστήριζαν κάτι τέτοιο. Το ίδιο αφελείς είναι όμως και όσοι πιστεύουν σήμερα ότι η τέχνη που ανατρέχει στα προ- ή και αντινεωτερικά πρότυπα ή η πολιτική που εμπνέεται από προ- ή και αντιφιλελεύθερες ιδέες, δεν επηρεάζουν το παρόν και –δυνητικά τουλάχιστον– το μέλλον. Και δεν ξέρω πώς μπορούν να ερμηνευθούν τα περί «αυτοπάθειας της ομορφιάς» αν όχι ως μαρτυρία μιας τέτοιας αφέλειας.

Εμμέσως το παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος ο Αγγελής. Αν πίστευε πράγματι ότι τα φαινόμενα αυτά που αποδοκιμάζει είναι εκ προοιμίου καταδικασμένα, δεν θα έφτιαχνε, δεκαπέντε χρόνια μετά τους Αγανακτισμένους του Συντάγματος, μια νέα «θεωρία των δύο άκρων» που απειλούν την κατά τ’ άλλα καλώς έχουσα, όπως φρονεί, ελληνική ποίηση. Ούτε θα εγκαλούσε τους αναπολητές ενός Χαμένου Κέντρου ως ματαιοπονούντες σωτηριολόγους, αν ήταν τόσο βέβαιος για την πέραση του Κέντρου στο οποίο ο ίδιος έχει σπεύσει να εγκατασταθεί.

Φυσικά θα μπορούσε να τους αντιτάξει, και θα είχε τότε κάθε λόγο, ότι και η δική τους αντίληψη περί ποιήσεως δεν πρόκειται ποτέ να πραγματωθεί εξ ολοκλήρου, ότι στο βάθος του δρόμου τους περιμένει η διάψευση. Όμως αυτό θα προϋπέθετε και μια δόση αυτοκριτικής, έναν ιστορικό και μελλοντολογικό σκεπτικισμό, την υπόνοια έστω ότι και το παρόν ποιητικό status quo, του οποίου είναι θιασώτης, δεν είναι βιώσιμο.

Πάρα τα λάθη και τις αποσιωπήσεις του πάντως, το κείμενο του Αγγελή θα είχε να συνεισφέρει σε αυτή την πολυδεκαετή διεθνή συζήτηση, αν ο συγγραφέας του καταδεχόταν να τη λάβει υπ’ όψη του και δεν προσέφευγε, για να την παρακάμψει, σε αφηρημένες και εξεζητημένες θεωρίες. Έστω κι έτσι όμως, επαναθέτει ουσιώδη ζητήματα. Και για το μεν πολιτικό μέλλον της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και όσων την αντιπολιτεύονται είναι προφανές ότι θα κρίνει, ίσως και σύντομα, η ιστορία. Τα σημάδια πάντως δεν είναι ευοίωνα για εκείνην. Για το δε παρόν του νεοφορμαλισμού, και εδώ σ’ εμάς, ισχύουν απολύτως τα λεγόμενα του Ντέηνα Τζόια. Αντιγράφω από συνέντευξη που παραχώρησε το 2016.

«Τα λογοτεχνικά κινήματα είναι πάντοτε πρόσκαιρα. Διαρκούν πάνω κάτω μια δεκαετία και ύστερα εκπνέουν ή συγχωνεύονται με τις επικρατούσες τάσεις. Οι καλύτεροι ποιητές του νεοφορμαλισμού σιγά σιγά κατάλαβαν κεντρική θέση στο λογοτεχνικό προσκήνιο. Οι Πόλεμοι της Ποίησης δεν παροξύνθηκαν περισσότερο, αλλά επήλθε καταλλαγή. Ο ελεύθερος και ο έμμετρος στίχος έπαψαν σταδιακά να θεωρούνται αντίθετοι πόλοι. Οι αυστηρές φόρμες μπήκαν και πάλι στο ρεπερτόριο της σύγχρονης πρακτικής. Σήμερα, συναντά κανείς ποιήματα με ρίμα και μέτρο στα περισσότερα λογοτεχνικά περιοδικά. Ο νεοφορμαλισμός υπήρξε τόσο επιτυχημένος, ώστε η ύπαρξή του είναι πλέον περιττή». [4]

///

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Κάποια από τα ζητήματα που θίγω σε αυτό το άρθρο, τα έχω πραγματευθεί αναλυτικότερα σε δύο βιβλία μου:

Η τέχνη που αυτοκτονεί. Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, 2019

Τι είναι και τι δεν είναι η ποίηση. Δώδεκα ομόκεντρα δοκίμια, Μικρή Άρκτος, 2021

Ο ενδιαφερόμενος παραπέμπεται επίσης στο αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου (τχ. 2, καλοκαίρι 2014) «Ανάθεμα στην ποίηση! Ψόγοι, αιτιάσεις και πολεμικές κατά της σύγχρονης ποίησης», όπου μεταφράζονται κείμενα των Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Άλφρεντ Νταιμπλίν, Φίλιπ Λάρκιν, Τζόζεφ Επστάιν και Ντέηνα Τζόια.

///

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ανάμεσά σε αυτούς και εμένα δις: τόσο ευθέως, όσο και εμμέσως, μέσω του Νέου Πλανόδιου, του περιοδικού που διευθύνω. Στον «κύκλο» του περιοδικού μάλιστα, ο Αγγελής βλέπει τους «κύριους υποστηρικτές» σήμερα του ρεύματος. Πιθανολογώ ότι συγχέει το Νέο Πλανόδιον με τη διαδικτυακή ανθολογία της νεοφορμαλιστικής ποίησης Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό, της οποίας ήμουν επίσης πρωτέργατης.

[2] Η Αμερικανίδα ποιήτρια Ariel Dawson το 1985.

[3] Αρχής γενομένης από την Dawson, οι περισσότεροι αρχικοί επικριτές του νεοφορμαλισμού στην Αμερική τον κατήγγειλαν ως κίνημα πολιτικά συντηρητικό ή και αντιδραστικό. Προκειμένου για τον ρόλο των γυναικών στους κόλπους του, αντιγράφω από δοκίμιο του 2010 της γνωστής και εδώ στην Ελλάδα A. E. Stallings: «Στην Αμερική, η χρήση της φόρμας έχει παραδόξως εδώ και καιρό πολιτικοποιηθεί. Ιδίως οι γυναίκες ποιήτριες επικρίνονται ενίοτε γι’ αυτό – λόγω της ψευδούς διχοτομίας ελεύθερος στίχος = δημοκρατία + χειραφέτηση + πρόοδος, ενώ έμμετρος στίχος = καταπίεση + ελιτισμός + ρεβεράντζες στους Νεκρούς Λευκούς Άνδρες». Ο Αγγελής, αντιθέτως, ισχυρίζεται σε υποσημείωσή του ότι οι γυναίκες «στην περίπτωση της παραδοσιοκεντρικής / ομοιοκατάληκτης ποίησης σχεδόν ελλείπουν». Κι αυτό παρότι στους Νέους Ήχους στο Παμπάλαιο Νερό την περίοδο 2008-2016 ανθολογήθηκαν πάνω από 20 Ελληνίδες ποιήτριες.

[4] Την κρίση αυτή του Τζόια επιβεβαιώνουν και οι γραμματολόγοι. Αντιγράφω από το λήμμα «New Formalism» της Oxford Research Encyclopedia of Literature: «The rise of New Formalism was probably the most significant development in American poetry in the last fifteen years of the twentieth century. It is a poetic movement that emphasizes writing in meter and rhyme, and to an extent narrative, against the institutionalized predominance of the free verse confessional lyric. […] By the turn of the millennium […] New Formalism was an established part of the American poetry scene. […] The movement has even found supporters in Britain. New Formalism now routinely merits entries in literary encyclopedias. Whatever the value of the work it has produced, its place as a socio-poetic phenomenon seems secure.»

///

*
**