Ο άνδρας που μιλούσε με τους τοίχους

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Γνώρισα κατά καιρούς ανθρώπους βασανισμένους, χτυπημένους από κάθε λογής συμφορές, άτομα που δεν μπόρεσα να μάθω την ιστορία τους και το παρελθόν τους. Τους έφερε η ζωή στο δρόμο μου και παρότι δεν μπόρεσα να τους βοηθήσω, έγιναν κομμάτι της εσωτερικής ζωής μου και της μνήμης μου.

Τον άνδρα που μιλούσε με τους τοίχους – έτσι τον θυμάμαι ακόμα – τον γνώρισα σε δύσκολη εποχή. Η γειτονιά είχε ρημάξει, πολλές συνοικίες το ίδιο – παντού σημάδια κατάρρευσης και παρακμής. Προσωπικά, πάλευα να κρατηθώ όρθιος, να παραμείνω αφοσιωμένος στη γυναίκα μου και στο παιδί, να αντέξω την περιφρόνηση – μήνες είχε να πατήσει άνθρωπος στο σπίτι.

Πρέπει να έμενε σε κάποιο σπίτι κοντά στο δικό μας – δεν μπόρεσα να εντοπίσω ποιό ακριβώς. Τον έβλεπα συνήθως βραδινές ώρες όταν γύριζα απ’ τη δουλειά. Τα ρούχα του ήτανε ταλαιπωρημένα – φόρμες που έμοιαζαν με πιτζάμες και τρύπιες χειμωνιάτικες παντόφλες. Τις πρώτες φορές δεν έδωσα σημασία. Με τον καιρό κατάλαβα ότι βάδιζε πάνω κάτω στον κεντρικό δρόμο, μέχρι κάποιο σημείο, λες και φοβόταν να απομακρυνθεί απ’ τη γειτονιά, σαν φοβισμένο παιδί που δίσταζε να βγει από τα μέρη που ήξερε.

Ήταν γύρω στο ένα ογδόντα, αδύνατος, καμπουριαστός. Φορούσε πάντα αθλητικό καπέλο και μiα φορά που τον είδα να το βγάζει διαπίστωσα πως ήταν καραφλός με λίγα μαλλιά στους κροτάφους και τον αυχένα. Δεν ήταν εύκολο να υπολογίσω την ηλικία του αλλά τον έκανα γύρω στα τριάντα πέντε. Το πρόσωπό του ήταν μονίμως σκυθρωπό, αγέλαστο και με ένα βαθύ παράπονο σαν κι αυτό που κάνει τα πρόσωπα των παιδιών έτοιμα να κλάψουν. Το βλέμμα του ήταν πάντα ριγμένο στο δρόμο, απέφευγε να το σηκώσει.

Την πρώτη φορά που τον είδα να μιλά σε έναν τοίχο ήταν ένα βροχερό βράδυ. Ψιλόβρεχε κι εκείνος μιλούσε με τον τοίχο χωρίς να νοιάζεται για τους περαστικούς και τα βλέμματα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα κάποιον περίεργο άνθρωπο στους δρόμους της πόλης. Τα τελευταία χρόνια όλο και πλήθαιναν οι περιπτώσεις ανθρώπων που φαίνονταν να έχουν σοβαρά ψυχικά προβλήματα και τριγυρνούσαν ολομόναχοι. Τους κοίταζα με μπερδεμένα συναισθήματα, άλλοτε με συμπόνια κι άλλοτε με οίκτο ή αδιαφορία. Εκείνο το βράδυ ήμουν τόσο κουρασμένος και τόσο απογοητευμένος απ’ όλα που δεν βρήκα τη δύναμη να σκεφτώ και να νοιώσω κάτι συγκεκριμένο για κείνον τον άνθρωπο που μιλούσε με τον τοίχο του σχολείου της περιοχής. Το μυαλό μου ήταν συνεχώς κολλημένο στα λεφτά που δεν έφταναν για να βγει ο μήνας, στην οικογένεια, στον αγώνα για επιβίωση, στη ζωή μου που λιγόστευε – συχνά δεν είχα τη δύναμη να σκεφτώ πραγματικά τους άλλους, τα προβλήματα και τις πληγές τους. Όμως η παρουσία τους ήταν μια υπενθύμιση ότι τα δικά μου βάσανα ήταν σταγόνα στον ωκεανό της μοναξιάς και του πόνου των ανθρώπων.

Τον άνδρα που μιλούσε με τους τοίχους τον έβλεπα συνέχεια μόνο του. Τη μία και μοναδική φορά που τον είδα με άλλον ήταν ένα βράδυ που περίμενα έξω από μια τράπεζα για να βγάλω χρήματα απ’ το μηχάνημα. Περπατούσε παρέα με έναν μικροκαμωμένο ανθρωπάκο μεγάλης ηλικίας, με πρόσωπο ραγισμένο, κατάξερο σαν χώμα απότιστο για χρόνια. Κρατούσε μπαστούνι και περπατούσε με δυσκολία. Ο νεαρός άνδρας κάπνιζε και περπατούσε αργά δίπλα του. Βάδιζαν και οι δυο αμίλητοι. Μου έδωσαν την εντύπωση ανθρώπων που είχαν ξεσυνηθίσει να βγαίνουν έξω στον κόσμο, που ένοιωθαν άβολα ανάμεσα στους άλλους. Ο νεαρός φορούσε παντόφλες και μια αθλητική φόρμα που ήταν αρκετά κοντή για το ύψος του. Η παρουσία του δίπλα στον γέρο έκανε την εμφάνισή του ακόμα πιο αλλόκοτη. Κάποια βλέμματα γύρισαν πάνω τους αδιάκριτα, ύστερα πάλι γύρισαν αλλού με μια έκφραση που ίσως ήταν αποστροφή. Τη στιγμή που πέρασαν από δίπλα μου μια δυσάρεστη μυρωδιά έφτασε στα ρουθούνια μου – πρέπει να ήταν από τον ηλικιωμένο κύριο. Φαντάστηκα κάποιο άρρωστο σώμα, ένα σπίτι ξεχασμένο απ’ όλους, ένα παρασκήνιο φτώχειας και δυστυχίας: δυο ξεχασμένοι άνθρωποι που εκείνο το βράδυ βγήκαν να σεργιανίσουν παρέα με τη μοναξιά και τη λύπη τους. Αναρωτήθηκα τι σχέση είχαν και αν ζούσαν μαζί.

Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, είχα την ανεξήγητη σιγουριά ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο, ότι όλες οι συναντήσεις με άγνωστους ανθρώπους για κάποιο λόγο γίνονται, ότι κάποιον μυστικό σκοπό εξυπηρετούν. Δεν ήξερα τι θα μπορούσα να κάνω γι’ αυτούς τους ανθρώπους αλλά η εσωτερική σχέση που είχα αρχίσει να αναπτύσσω με τον άνδρα που μιλούσε με τους τοίχους είχε μια σοβαρότητα την οποία δεν μπορούσα να αρνηθώ ή να υποτιμήσω.

Κάποιες νύχτες που δεν μ’ έπιανε ύπνος, η φιγούρα του τρύπωνε ξαφνικά στο μυαλό μου. Προσπαθούσα να φανταστώ τη ζωή του. Αναρωτιόμουν που να βρισκόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, αν περιπλανιόταν στους δρόμους ή αν κοιμόταν, ποια σχέση είχε με τον ηλικιωμένο κύριο, αν είχε ανθρώπους που τον φρόντιζαν, ποιο ήταν το παρελθόν και η ιστορία του, τι γινόταν πραγματικά στην ψυχή του. Μπλέκονταν όλα στο μυαλό μου, τα δικά του, τα δικά μου, ο μεγάλος ανθρώπινος πόνος, η απουσία μιας πειστικής εξήγησης για τα ανθρώπινα βάσανα. Ήθελα να βοηθήσω αλλά ένοιωθα μικρός, ευάλωτος, ασήμαντος. Ήθελα να κλάψω αλλά τα σπλάχνα μου ήταν στεγνά, κατάξερα. Στο τέλος έκανα μια προσευχή, κάτι ασυνήθιστο για μένα. Η σχέση μου με τον Θεό δεν ήταν αυτή που ήταν κάποτε. Πίστευα στην ύπαρξή του αλλά αυτή η πίστη ήταν προβληματική, γεμάτη ενστάσεις: η απουσία του από τις ανθρώπινες υποθέσεις μου φαινόταν ανεξήγητη, μισητή και σκανδαλώδης.

2

Στη γειτονιά, σε μικρή απόσταση από το σπίτι, υπήρχε μια καφετέρια. Έμπαινα κάπου-κάπου για καφέ, πιο πολύ για να ξεχαστώ, να πάρω μια ανάσα, να χαζέψω τους περαστικούς. Ο Μηνάς, ο ιδιοκτήτης, ήταν ένας ευχάριστος τύπος που μιλούσε όσο έπρεπε και δεχόταν τις πλάκες και τις άνετες κουβέντες – ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που περνούσα καλά σε κείνο το χώρο και όταν έφευγα ένοιωθα πως είχα κάνει ένα μικρό διάλειμμα από τις σκοτούρες και τα προβλήματά μου.

Ακριβώς απέναντι από το μαγαζί ορθωνόταν ο τοίχος ενός νεοκλασικού σπιτιού. Τα σημάδια της φθοράς και της εγκατάλειψης ήταν φανερά στα διαλυμένα παραθυρόφυλλα, στα κάγκελα και στον κήπο που είχε μείνει αφρόντιστος για χρόνια. Από τον Μηνά είχα μάθει ότι εκείνο το παλιό αρχοντικό έκρυβε τραγικές ιστορίες και ότι το ηλικιωμένο ζευγάρι που κατοικούσε μέσα είχε χάσει δυο παιδιά – το ένα είχε αυτοκτονήσει και το άλλο είχε σκοτωθεί σε τροχαίο δυστύχημα. Ακούγονταν πολλά αλλά κανείς δεν ήξερε λεπτομέρειες. Το μόνο σίγουρο γεγονός ήταν ότι το ζευγάρι ζούσε απομονωμένο και ότι εκείνο το άλλοτε εντυπωσιακό αρχοντικό αργοπέθαινε μαζί με τους ιδιοκτήτες του.

Στο πεζοδρόμιο έξω απ’ αυτό το σπίτι έβλεπα συχνά τον μοναχικό άνδρα να κοντοστέκεται και να μιλά στον εξωτερικό τοίχο που σε κάποια σημεία του υπήρχαν ζωγραφισμένα πρόχειρα γκράφιτι και συνθήματα από τα παιδιά της γειτονιάς – δηλώσεις λατρείας για τις ομάδες τους και κάποια σύμβολα αναρχικής ιδεολογίας. Από το σημείο της καφετέριας που καθόμουν δεν μπορούσα να ακούσω τα λόγια του αλλά οι χειρονομίες του ήταν έντονες και η παρουσία του αρκετά περίεργη και θλιβερή ώστε να στρέφει πάνω του τα βλέμματα των περαστικών. Γιατί όμως επέλεγε συνήθως εκείνο τον τοίχο για να συνομιλήσει; Είχε κάποια σχέση με κείνο το σπίτι και τους ανθρώπους που το κατοικούσαν; Ποιο δράμα παιζόταν στο μυαλό του; Ποια ήταν τα κρίσιμα γεγονότα που τον είχαν οδηγήσει στη μοναξιά και στην τρέλα; Δεν έμαθα και δεν έψαξα να μάθω. Είχα μπει κάποιες φορές στον πειρασμό να ρωτήσω γείτονες και γνωστούς αλλά ποιο το νόημα αφού δεν μπορούσα να τον βοηθήσω. Η κατάστασή του έμοιαζε ανεπανόρθωτη και στη σκέψη μου η εικόνα του μπλεκόταν με τη γενικότερη εικόνα της γειτονιάς, της πόλης και του κόσμου.

Η γειτονιά μας εκείνη την εποχή είχε ρημάξει από την οικονομική κρίση. Τα μισά μαγαζιά είχαν κλείσει και όσα ήταν ακόμα ανοιχτά πάλευαν να τα φέρουν βόλτα από μέρα σε μέρα. Η εικόνα των κλειστών καταστημάτων ήταν αποκαρδιωτική. Σκονισμένες τζαμαρίες, φάκελοι με λογαριασμούς σφηνωμένοι κάτω από τις πόρτες, ξεχαρβαλωμένες πινακίδες, σπασμένα ράφια, παρατημένες ηλεκτρικές συσκευές, κίτρινα χαρτάκια με ειδοποιήσεις για διακοπή ρεύματος κολλημένα στα τζάμια. Στην διάρκεια της μέρας ο κεντρικός δρόμος είχε κάποια κίνηση αλλά τα βράδια τα πάντα ερήμωναν και όλα τα ισόγεια ήταν σκοτεινά με μοναδική εξαίρεση το πρακτορείο του ΟΠΑΠ που οι περισσότεροι πελάτες του ήταν αλλοδαποί, κυρίως Αλβανοί και Πακιστανοί.

3

Ήταν ένα μουντό συννεφιασμένο πρωινό του Γενάρη. Είχα σηκωθεί νωρίς. Με έπνιγε το άγχος. Απλήρωτοι λογαριασμοί, κακοπληρωμένη δουλειά, σιωπηλές εντάσεις με τη γυναίκα μου που δεν ήξερα πότε θα ξεσπάσουν και ένας χειμώνας σκληρός, απάνθρωπος. Στις εφτά είχα την αίσθηση ότι έξω θα έκανε φοβερή παγωνιά – το εσωτερικό του σπιτιού ήταν συνήθως ζεστό ακόμα και τις κρύες μέρες αλλά εκείνο το πρωί ένοιωθα την παγωνιά στα χέρια μου. Άκουσα το παιδί να παραπονιέται ότι έκανε πολύ κρύο την ώρα που το ετοίμαζε η γυναίκα μου για το σχολείο. Η αγωνία μου για το παιδί μεγάλωνε μαζί με την αφοσίωσή μου. Για μια στιγμή σκέφτηκα να μείνω μέσα αλλά τα λόγια του παιδιού δεν άφηναν περιθώρια για άλλες αναβολές. Δεν έπρεπε να καθυστερήσω άλλο την πληρωμή της ΔΕΗ και να ρισκάρω να μείνουμε χωρίς ρεύμα στην καρδιά του χειμώνα – δεν θα είχα πρόσωπο να κοιτάξω το παιδί αν άφηνα το σπίτι στην παγωνιά και στο σκοτάδι.

Μόλις βγήκα στο δρόμο είχα την εντύπωση ότι είχα ανοίξει την πόρτα της κατάψυξης και μπήκα ολόκληρος μέσα. Η ατμόσφαιρα έμοιαζε απολιθωμένη και ακίνητη σαν παγωμένο κρύσταλλο. Στον κεντρικό δρόμο η κίνηση ήταν υποτονική και οι λιγοστοί διαβάτες προχωρούσαν σκυφτά και βιαστικά – φιγούρες ντυμένες βαριά, τυλιγμένες με κασκόλ, σκούφους, γάντια και ό,τι άλλο μπορούσε να τους προφυλάξει από το ψύχος.

Λίγα μέτρα πιο κάτω σκέφτηκα πως ήταν σκέτη τρέλα να υποβάλλω τον εαυτό μου σε μια τέτοια δοκιμασία. Χώθηκα στο καφέ της γειτονιάς που η θαλπωρή του με έκανε αμέσως να νοιώσω καλύτερα. Η ώρα πέρασε και παρά την ανησυχία μου για τον λογαριασμό της ΔΕΗ έμεινα καθηλωμένος στην γωνιά μου, με τη ζεστασιά του καφέ να προκαλεί στην φαντασία μου αλλόκοτες και λυτρωτικές επιθυμίες – θα ήθελα να μείνω για πάντα εκεί, χωρίς έγνοιες και σκοτούρες, αδιάφορος για όλα, αιώνιος παρατηρητής ενός δρόμου που τον διέσχιζαν κάθε λογής ανθρώπινα πλάσματα, ανάμεσά τους και ο άνδρας που μιλούσε με τους τοίχους.

Εμφανίστηκε από το πουθενά και στάθηκε μπροστά στον τοίχο του παλιού αρχοντικού. Ήταν ντυμένος καλοκαιρινά, με κοντομάνικο μπλουζάκι και σαγιονάρες. Φαντάστηκα την παγωμένη ατμόσφαιρα του δρόμου και το καλοκαιρινό του ντύσιμο μου προκάλεσε ρίγος που έφτασε μέχρι τα σπλάχνα μου. Πολύ θα ήθελα, με κάποιον μαγικό τρόπο, να τον γνωρίσω, να τον καλέσω για καφέ , να μάθω την άγνωστη και πολύτιμη ιστορία του, να τον βοηθήσω όπως μπορούσα. Μα ήταν αδύνατο και το μόνο που έκανα ήταν να παρακολουθήσω μια ακόμα τελετουργία συνομιλίας με τον τοίχο του παλιού αρχοντικού. Και ήταν τόσο ζωντανές και απροσποίητες οι χειρονομίες του που σκέφτηκα ότι στη δική του φαντασία ο τοίχος μπορεί να ήταν κάτι ζωντανό και ότι αυτό που για μένα ήταν μια νοσηρή κατάσταση για κείνον ίσως ήταν κάτι απόλυτα φυσιολογικό – η δική του αλήθεια, η δική του πραγματικότητα. Έμεινε κάμποσα λεπτά, να μιλά με τον τοίχο και να δίνει την παράστασή του, απρόσβλητος από την παγωνιά και τα βλέμματα των περαστικών και των θαμώνων της καφετέριας.

Η παρουσία μιας ομάδας μαθητών που πέρασαν δίπλα του αρχικά δεν με ανησύχησε αλλά μετά από λίγο είδα κάποιον απ’ αυτούς να εκσφενδονίζει ένα πλαστικό ποτήρι του καφέ πάνω στον άνδρα που μιλούσε με τον τοίχο. Το ποτήρι τον πέτυχε στον ώμο και στο μπράτσο και το γυμνό του χέρι καλύφθηκε από το μαύρο υγρό. Πετάχτηκα αυτόματα πάνω και βγήκα στο δρόμο θολωμένος από οργή. Η ομάδα των παιδιών το έβαλε στα πόδια γελώντας και ουρλιάζοντας σαν θηρία. Ήμουν έτοιμος να τους κυνηγήσω αλλά αμέσως σχεδόν η οργή μου καταλάγιασε. Σκέφτηκα το παιδί μου, τις συνέπειες, δεν ήθελα καινούριες σκοτούρες. Τους πέταξα μερικές βρισιές και πλησίασα τον άνδρα που μιλούσε ακόμα ατάραχος στον τοίχο. Έμοιαζε να μην είχε καταλάβει τι είχε συμβεί. Τον ρώτησα αν ήταν εντάξει, αν ήθελε κάτι, αλλά δεν απάντησε, ούτε καν γύρισε το κεφάλι του. Έμεινα για λίγες στιγμές αμήχανος μέσα στην παγωνιά, σιωπηλός μάρτυρας της τραγωδίας ενός ανθρώπου και ενός κόσμου ασυνάρτητου και πονεμένου. Φεύγοντας ο νεαρός γύρισε και με κοίταξε διστακτικά. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έβλεπα τα μάτια του από τόσο κοντά. Τι φρίκες μπορεί να είχε περάσει αυτός ο άνθρωπος για να είναι τα μάτια του τόσο αβάσταχτα λυπημένα, το βλέμμα του τόσο ρημαγμένο…

4

Δυο μήνες αργότερα, αρχές άνοιξης, ο άνδρας που μιλούσε με τους τοίχους εξαφανίστηκε από τη γειτονιά. Στην καφετέρια έμαθα ότι είχε μια αδελφή και ότι τον είχε βάλει σε κάποιο ίδρυμα γιατί η κατάσταση είχε φτάσει στον απροχώρητο. Άκουσα ότι τις νύχτες τριγυρνούσε στους δρόμους και ούρλιαζε σαν πληγωμένο αγρίμι. Κάποιος γείτονας ανέφερε ότι είχε κάνει δυο απόπειρες αυτοκτονίας και ότι ήταν θαύμα που ζούσε ακόμα.

Τον ηλικιωμένο κύριο που είχα δει κάποιο βράδυ έξω από την τράπεζα μαζί με τον άνδρα που μιλούσε με τους τοίχους τον ξαναείδα σε ένα πρακτορείο του ΟΠΑΠ. Είχε μπει να αγοράσει ένα δελτίο τζόκερ και όταν έφυγε άφησε πίσω του εκείνη την αφόρητη μυρωδιά της απλυσιάς που είχα νοιώσει και την πρώτη φορά έξω από την τράπεζα – μια μυρωδιά που τόσα χρόνια μετά κρέμεται ακόμα στα ρουθούνια μου, ανακατεύει τα σπλάχνα μου και ξυπνά μέσα μου την αγωνία και τους καημούς μιας εποχής που ακόμα και τώρα δεν ξέρω πώς κατάφερα και την ξεπέρασα χωρίς να τρελαθώ ή να οδηγηθώ σε πράξεις ξένες προς τις ευάλωτες ηθικές και πνευματικές αρχές μου.

Τον άνδρα που μιλούσε με τους τοίχους δεν τον ξαναείδα αλλά όποτε έρχεται στη σκέψη μου νοιώθω την ανάγκη να προσευχηθώ – αλλά σε ποιον, σε τι;

*

///

Οι «Μάταιες πράξεις» δεν είναι παρά μια συλλογή υπενθυμίσεων. Διηγήματα, στοχασμοί, διαγνώσεις, μικρές αυτοβιογραφικές ιστορίες, κάθε λογής γλωσσικές απόπειρες που υπενθυμίζουν, αν όχι τη «χαρά της ματαιότητας», τουλάχιστον τη χρησιμότητά της.

Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΑΣΛΙΑΣ

~.~

*