Λιτή, αναγνωρίσιμη γραφή

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Κορίνα Καλούδη,
Άλλος ο φόβος τώρα,
Περισπωμένη, 2024

Η Κορίνα Καλούδη καλλιεργεί μια ολιγόλογη γραφή όπου οι κραδασμοί του έξω κόσμου διηθούνται σε ολιγόστιχα μικρογραφήματα που αποτυπώνουν την εσώτατη ανταπόκρισή της σε αυτούς, αφού έχουν απαλυνθεί ή αποσιωπηθεί οι πραγματολογικές τους αφορμές. Η ποίησή της συνιστά μια υπαινικτική συνομιλία με την κοινωνική συνθήκη που μας περιέχει και το ψυχικό ρευστό των σχέσεων, οικογενειακών και ευρύτερων. Και στις δύο όμως περιπτώσεις κυριαρχεί το δίπολο εγώ και οι άλλοι. Το εγώ αμυνόμενο προσπαθεί να διασώσει την ιδιοπροσωπία του από την εισβολή του εχθρικού «έξω» υποχωρώντας στα προκεχωρημένα φυλάκια της ψυχικής αντίστασης, βαλλόμενο από τους κοινωνικούς εξουσιαστικούς μηχανισμούς απαλλοτρίωσης της προσωπικής ταυτότητας ή το εξίσου εξουσιαστικό παιχνίδι των προσωπικών σχέσεων και δη των πιο ριζικών που τελούνται στην οικογενειακή αρένα. Το διακύβευμα στην ποίησή της παραμένει το αίτημα της προσωπικής ελευθερίας, η μάχη απέναντι στην ψυχική ένδεια, την ξενότητα. Σε αυτή την ξενότητα αντιτάσσει την πρωταρχικότητα των πραγμάτων, όπως την απλότητα του δέντρου που «υψώθηκε/χωρίς να χρειαστεί να μάθει τίποτα» αλλά και τον προσωπικό μηχανισμό υποχώρησης στα ενδότερα του εαυτού ως ασπίδα απέναντι σε ό,τι απειλεί τον πυρήνα:

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΣΑΝ

Όταν το θέλω
ξέρω πώς να μη με βλέπουν
Μπορώ ακόμα
να νομίζουν ότι είμαι
και να λείπω
Βέβαια ήρθανε στιγμές
που ενώ δεν ήθελα
με είδαν
Μα πάλι
όχι ακριβώς εμένα
Μόνο αυτό
που μπόρεσαν να δουν

Αυτός ο μηχανισμός της απόκρυψης συνάδει προς την κειμενική στρατηγική που επιλέγεται να φανερώνει τόσα όσα λειτουργούν ως ένα διακριτικό νεύμα στον αναγνώστη μέσα σε μια ακύμαντη λεκτική επιφάνεια που κρύβει τον έσω κυματισμό. Ζητώντας ένα τόπο ψυχικής καθαρότητας υιοθετεί μια λιτή γραφή γραμματικής καθαρότητας. που δεν απλώνεται περιγράφοντας αλλά συστέλλεται υποδηλώνοντας. Γι’ αυτό και στηρίζεται στα διάκενα, τις σιωπές, τη μισοβυθισμένη επίγνωση του μόλις διασωσμένου από την απώλεια.

Η υπαινικτικότητα υποχωρεί στο πρώτο μέρος της εδώ συλλογής («Κανένας δε μιλάει»), όπου η κριτική στάση απέναντι στα συμβαίνοντα του καιρού μας ενισχύεται και το ποιητικό εγώ συντάσσεται με ένα ευρύτερο εμείς που απειλούμενο από τη χειραγώγηση πασχίζει να μη μετατραπεί σε χειροκροτητή της εξουσίας. Οι άλλοι εδώ είναι «Οι σίγουροι πώς ξέρουν/ Οι κατέχοντες», αυτοί που «καταθέτουν στέφανα στους σκοτωμένους», αλλά και οι συντασσόμενοι με το κυρίαρχο αφήγημα, ο «ενάρετος» υπήκοος που ασκείται να σωπαίνει και να αποδέχεται:

Σσσς…

Έμειναν σιωπηλοί πολύ καιρό
κι αυτό μπορεί να είναι επικίνδυνο
Ας τους φοβίσουμε ακόμα λίγο
Κι ας τους δώσουμε μετά μια ψεύτικη μικρή χαρά
Κι ύστερα πάλι φόβο· πιο οξύ και πιο μεγάλο
Φροντίστε όμως την ελπίδα
Ελπίδα πρέπει πάντα να υπάρχει
Προσέξτε, σε ποσότητα μικρή
Να φαίνεται πως θα ’ρθει κάτι να τους σώσει
μα να ’ναι πάντα αβέβαιο, θολό
Να μη μπορέσουν να του δώσουν όνομα
Ούτε να φανταστούν ποτέ πώς θα ’ναι
Έτσι να φτιάξετε τα πράγματα· κι αφήστε τους εκεί
Και να κοιμάστε ήσυχοι
Το εγγυώμαι:
Θα γίνουν όλα έτσι όπως πρέπει
Θα κουραστούνε
Θα ’ναι υπάκουοι και φρόνιμοι
Και θα πιστεύουν εύκολα
Και θα σωπαίνουν

Η κυρίαρχη όμως τάση στη γραφή της είναι η εσωτερική τοπιογραφία όπως την εκτυλίσσει η δεύτερη ενότητα («Όλα έπρεπε να γίνουν»), κατά πολύ μεγαλύτερη της πρώτης. Εδώ συχνά τα κείμενα έχουν την έκταση μιας εκπνοής, μοιάζουν με το ελαφρύ χνάρι μιας ψυχικής διεργασίας που τελείται κάπου βαθιά και όταν ανασύρεται στην επιφάνεια αφήνει το σήμα μιας απόσταξης υπαινικτικά δηλούμενης στο μικρό σώμα του κειμένου:

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Ένα λιβάδι μέσα στο μυαλό μου
Κι ένα παιδί που τρέχει και γελάει
Όλα βαμμένα πράσινο και κίτρινο
– άνοιξη θα ’ναι
Και κόκκινο παντού σαν παπαρούνες
ή σαν το αίμα που θα τρέξει στη ζωή του

Στην ίδια ενότητα παρακολουθούμε την διαδικασία μιας τραυματικής ενηλικίωσης που περνά και μέσα από την πορεία συμφιλίωσης με το πλέγμα των σχέσεων με τους γονείς που η φθορά και ο θάνατός τους συμπορεύεται με την σταδιακή ειρήνευση μαζί τους. Πολλά από αυτά τα ποιήματα αποτελούν τους σταθμούς μιας επώδυνης σχέσης που εκβάλλει στο τέλος στη συγχωρητική ελευθερία:

ΕΝΘΥΜΙΟ

Μες στην ντουλάπα η ξύλινη κρεμάστρα
Το ρούχο του ακόμα εκεί
Το σώμα λείπει
Πάνω στο ξύλο μια γυναίκα έχει γράψει
με γράμματα που τρέμουν, το όνομά του
Τα μάτια της τον ψάχνουν, τον αγγίζουν
χαϊδεύουν τρυφερά το πρόσωπό του
Και το παιδί που στέκεται πιο πέρα
κοιτάζει και μαθαίνει την αγάπη.

Σε αυτά την ποίηση έχουμε την αίσθηση ότι η ποιήτρια κινείται σε μια περιοχή ισχνή από συμβάντα αλλά γεμάτη από τα υπόγεια ρεύματα που αυτά τα συμβάντα κινούν, σαν συλλαβές μιας ψυχικής αποκρυπτογράφησης, σαν εκπνοές μιας διαπίστωσης που μοχλεύεται καιρό μέσα στη σιωπή και όταν αρθρώνεται στηρίζεται μόνο στα πιο στοιχειώδη υλικά της γλώσσας. Γι’ αυτό και ο λόγος είναι απλός, με κυρίαρχη τη ρηματική φράση χωρίς την ποίκιλση του μεταφορικού οπλοστάσιου. Έτσι στήνεται μπροστά μας μια μικροϊστορία, ένα ελλειπτικό αληθοφανές ή μη επεισόδιο που στην κατάληξή του συχνά δίνει το κλειδί της ερμηνείας του. Αυτά τα επεισόδια είναι το υλικό που αναδύεται από τον ποντισμό της ενδοσκόπησης γι’ αυτό και τα πρόσωπα κάποτε χάνουν τα ατομικά τους χαρακτηριστικά και συγχωνεύονται το ένα μέσα στο άλλο. Το ποιητικό εγώ κατοικείται από πολλά πρόσωπα, όπως το πρόσωπο της μητέρας ή οι πολλαπλές εκφάνσεις του εαυτού, όπως στο ποίημα «Επαφή»:

Την είδα απ’ το στήθος μου να βγαίνει
Και δεν την ήξερα
Ούτε μιλούσε
Κι είδα τα χέρια μου
γύρω από το λαιμό της να τυλίγονται
Μίλα, της φώναξα και έσφιγγα
Δώσε μου κάτι
Πάλευε απεγνωσμένα να μιλήσει
να σωθεί
και με κοιτούσε – αχ πώς με κοιτούσε
Και ξάφνου, Θε μου,
πόσο την αγάπησα
Μες στο σκοτάδι ζούσα σιωπηλή
– μου ’παν τα μάτια της
Δε μίλησα ποτέ
Δεν ξέρω ακόμα

Άλλες φορές εγκαταλείπεται αυτή η σκίαση και το ποίημα απευθύνεται σε ένα ευκρινές «εσύ» και εδώ είναι που το σταγονομετρημένο στις προηγούμενες συλλογές συναίσθημα εκλύεται απερίφραστο στα ποιήματα ακριβώς που πραγματεύονται τη σχέση με τη μητέρα.

Όταν ο αναγνώστης παίρνει στα χέρια του μια συλλογή, προσδοκά μια συνεκτική «αφήγηση», που θα τον οδηγήσει σε μια διάθεση τεταμένης κατανόησης για όσο διαρκεί η ανάγνωση κι αν ευτυχήσει το έργο για ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο χρόνο μέσα του. Η συλλογή της Καλούδη το κατορθώνει αυτό. Με απλά υλικά αφηγείται μια ψυχική διαδρομή που μας παίρνει μαζί της. Υπάρχουν βέβαια και αδύναμα ποιήματα όπως το «Παύση» και «Λύση», τα οποία μπορούν να κατανοηθούν μόνο αν διαβαστούν ως επεισόδια μιας σύνθεσης και όχι ως μεμονωμένα κείμενα. Είναι αλήθεια ότι η ελλειπτικότητα δεν συνοδεύεται πάντα από τη μεστότητα που χρειάζεται και το κείμενο που προκύπτει δίνει την εντύπωση του ανολοκλήρωτου, αλλά στο σύνολό του το βιβλίο συνιστά ένα καλό ανάγνωσμα από μία φωνή που η έως τώρα διαδρομή της την έχει αποδείξει αναγνωρίσιμη και προσωπική.

*

**